μικρές απουσίες (καλοκαίρια υπάρχουν)

Ξεκινήσαμε με τα πόδια -κάποιος έξυπνος είχε την ιδέα να μη περιμένουμε το λεωφορείο που θα ‘ρχόταν σε μιαν ώρα- από τις Αλυκές για να φτάσουμε στο Λιμένα. Αύγουστος, τέσσερις το μεσημέρι. Τέσσερα αγόρια, τρία κορίτσια κόντρα σε 35 χιλιόμετρα και 35°C. O μεγαλύτερος ήταν εικοσιτριών χρόνων οπότε και τριακόσια πενήντα να ήταν τα χιλιόμετρα  στη διαδρομή Αφροδίτη-Ήλιος, πάλι θα ξεκινούσαμε. Σ’ αυτές τις ηλικίες πας -έτσι λέγαμε τότε-κόντρα με ο,τι γουστάρεις αδιαφορώντας για το μαθηματικό αποτέλεσμα. Μετά από πέντε χιλιόμετρα σε μια άσφαλτο που τηγάνιζες μπριζόλα πάνω της συνθηκολογήσαμε, σηκώσαμε χέρι, αντίχειρα, μπήκαμε ο ένας μετά τον άλλον σε τέσσερα αυτοκίνητα ευγενικών και καλόψυχων ανθρώπων και κάποια στιγμή επιστρέψαμε στα καθαρά μας σεντόνια, τα σουηδικά έπιπλα και τα στενά μπαλκόνια με τις απλωμένες στα κάγκελα πετσέτες. Οι έξη έκαναν σεξ, ο έβδομος υπομονή.

Μπουγάτσα, σταφιδόψωμο και καφές στο μπαλκόνι. Εννιάμιση η ώρα, αρκετά νωρίς για να ιδρώνεις, αρκετά αργά για να κρυώνεις, τα πόδια της όμως μπουμπουκιάζουν συνέχεια. Τα χαϊδεύω κοιτάζοντας αφηρημένος τη θάλασσα. Αντί να ζεσταθούν, το χνούδι τους σηκώνεται κι άλλο. Παράξενα τα πόδια των γυναικών, αντιμιλάνε όμορφα ακόμη κι όταν αρχίσουν να βγαίνουν για ένα ποτό με την χαλάρωση και την κυτταρίτιδα πριν αγαπηθούν και συγκατοικήσουν. Ίσως να είναι πιο όμορφα τότε, αφού είναι πιο σοφά. Ωραία είναι εδώ. Ωραία, ναι. Θέλεις κι άλλο γάλα στον καφέ; Όχι, μείνε δίπλα, μη φεύγεις, σφίξε με.

Επιστροφή με το Renault από τον Αρμενιστή, μετά από οκτώ νύχτες και μιαν άσχημη θερμοπληξία. Όλα ήταν καλά εκτός από το ότι την πέμπτη μέρα βαρέθηκα μέχρι θανάτου το γαλάζιο και το πράσινο και προσπάθησα να αυτοκτονήσω χωρίς αντηλιακό, καπέλο, σκιά, από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τις πέντε το απόγευμα. Κάθε μισή ώρα ενυδατωνόμουν με μια Beck’s αλλά δεν έπιασε το ακριβό κόλπο. Κάποια στιγμή θυμάμαι ότι από τη ζάλη μου δεν πήγα στη θάλασσα που με περίμενε με ανοιχτά πόδια τρία μέτρα μπροστά μου αλλά σύρθηκα ως τα ντους, τριάντα μέτρα πίσω. Στο ντους με περίμενε και η σ φορώντας μόνο το κάτω απ’ το μαγιώ της, εκείνο το άσπρο, όταν βρεχόταν ήταν τέτοιο αξιοθέατο που παρακαλούσα γονατιστός να με φιλοξενεί εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μέσα του κι ας πέθαινα από πνευμονία. Το στήθος στα εικοσιέξη της κοιτούσε τα άστρα και λίγο πιο πάνω από αυτά, της το είπα αυτό χαμογελώντας όταν την ξανασυνάντησα λίγα χρόνια πριν, «δεν φταίει το στήθος μου τώρα ρε, ο ουρανός κατέβηκε πιο χαμηλά» απάντησε βγάζοντας τρυφερά μιαν άσπρη τρίχα απ’ το σακάκι μου.

Με το Φίατ στο γύρο του νησιού, ψάχνοντας την παραλία που μας είπαν κάτω απ’ το μοναστήρι, σίγουρα κάποια γκρέμνα θα ήταν αλλά πόδια είχαμε, σίγουρα είχαμε, κάθεται δίπλα με τα πόδια της απλωμένα πάνω στο ταμπλώ, «το ξέρεις ότι μου τη δίνει αυτό, αν φρενάρω θα μείνεις παράλυτη πριν σβήσεις τριάντα κεριά στην τούρτα», δεν μιλάει, παίρνει το χέρι μου, το βάζει ανάμεσα στα πόδια της, εκεί είχε τριάντα χιλιάδες κεριά αναμμένα, οδήγησα όσο μπόρεσα με το ένα χέρι αλλά χωρίς μάτια στο δρόμο δεν μπορείς να οδηγήσεις και δρόμο δεν ήθελα να δω, ο δρόμος ήταν εκεί, γλιστρούσε πολύ και ήταν μονόδρομος. Λοιπόν δεν θα το πιστέψεις αλλά τέτοια κεριά δεν φτιάχνουν πια σήμερα. Μη σου πω και δρόμους..

«Δεν θα μπεις;», η φωνή της πρέπει να ακούστηκε μέχρι το μισοσκότεινο ξενοδοχείο πίσω, σιγά την ηχομόνωση που κάνουν τα αρμυρίκια. Δέκα το βράδι ήταν, δεν μας άκουσε κανείς όμως, φεγγάρι δεν είχε οπότε ούτε αυτό θα ήταν μάρτυρας ενός ουδέποτε τελεσθέντος εγκλήματος, η θάλασσα ήταν παγωμένη, πρώτη φορά Κυκλάδες, πρώτη γερή νυχτερινή κρυάδα, άκουγα μόνο τον ήχο που έκανε κολυμπώντας, ελπίζω να είναι αυτή και όχι κανένα σκυλόψαρο κι έχουμε κι άλλα σκέφτηκα, ελπίζω να βρούμε και πού βάλαμε τα μαγιώ σκέφτηκα, ελπίζω να γλιτώσουμε και το έμφραγμα σκέφτηκα, αν πολυσκέφτεσαι δεν βουτάς και βούτηξα για να μη σκέφτομαι. Απλά για να πάω κοντά της. Μόνο αυτό, τις γυναίκες των -έστω και διασταλτικά- φίλων ανέκαθεν τις σεβόμουν ακόμη κι αν δεν με σεβόταν -πολύ σωστά- αυτές. Αν με ρωτήσεις τώρα που το γράφω τι σκέφτομαι, θα σου πω ότι δεν μπορώ να ξαναβουτήξω νυχτιάτικα. Όχι γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει αλλά γιατί λυπάμαι τα σκυλόψαρα. Έχουν ψυχή κι αυτά.

 

Βάλε μου αντηλιακό στην πλάτη.

Να σου βάλω μετά και στην κοιλιά;

Εκεί μπορώ και μόνη μου

Στα πόδια;

Κι εκεί μπορώ

Ανάμεσα στα πόδια;

Όρεξη έχεις ρε αγόρι μου μεσημεριάτικα; βάλε στην πλάτη και φύγε από πάνω μου, θα σκάσω απ’ τη ζέστη, όλον τον αέρα κόβεις…τέλειωνε και άσε με ν’ ακούσω κανένα τραγούδι

———

Αυτό που με ρώτησε σήμερα ήταν «ρε συ, πού πάνε τα καλοκαίρια όταν δεν έρχονται;»

Advertisements

45 thoughts on “μικρές απουσίες (καλοκαίρια υπάρχουν)

  1. και πείτε της, ότι τα καλοκαίρια πάντα πάνε κι έρχονται
    εμείς μένουμε ακίνητοι και κουμπωμένοι μέχρι το λαιμό, σαν να ΄ναι πάντα καταχείμωνο

      1. αδιαπραγμάτευτο δεν είναι τίποτα. ρωτήστε και τον επίτιμο θα σας βεβαιώσει ότι “καλοκαίρια υπάρχουν”

  2. ποτέ μην αφήνετε ένα ψάρι στο πόδι σας ειδικά όταν έχει την τάση να τα τρώει…

    Μύρισε καλοκαιρική δροσιά και νιάτα (… τα γαμημένα, όταν τα θες έχουν φύγει ανεπιστρεπτεί)

    1. δεν φύγαν αυτά, εμείς βιαστήκαμε να μπούμε σε αυτοκίνητα, έπρεπε να πάμε τελικά με τα πόδια κι ας έβραζε ο τόπος…

  3. προσωπικά μιλώντας θεωρώ αυτά τα νοσταλγικά ταξίδια επικίνδυνα.
    δεν ξέρεις ποτέ πού θα σε οδηγήσουν, ούτε κι αν θέλεις να επιστρέψεις από εκεί.

  4. Και θυμάμαι ότι,μες στην ταραχή μου,πέταξα το-όπως πάντα κρύο και άκαιρο-αστειάκι μου:”Έτσι σκοτώνονται τα ζευγαράκια”.
    Τώρα τις φτιάχνουν οικολογικές τύπου Α,με λίγα κεριά και μεγάλη φωτεινότητα.
    (Ααααχ!)

    (Επιτέλους και μία αναφορά στο άλλο μισό του ουρανού της γυναικείας ανατομίας.Μην πεθάνουμε κι από ποδαρίλα εδώ μέσα!)

    1. “Μην πεθάνουμε κι από ποδαρίλα εδώ μέσα!”

      Νομίζω πως γι’ αυτό σας είπαν “επίτιμο”, κάνετε πάντα τα καλύτερα σχόλια!

      1. mamma, αυτό που είπε θα το μετανιώσει πικρά, κάτι παραπάνω απ’ όλους μας ήξερε ο Νεύτωνας

    2. Επιτιμότατε, αμ έτσι ακριβώς σκοτώνονται, δεν είναι όλες ανίτα έκμπεργκ να έχουν ενσωματωμένους αερόσακους

      1. Ακόμα με τον Νεύτωνα ασχολείστε;Εδώ κι έναν αιώνα μιλάμε για χωροχρόνους και κβαντομηχανικές.Η βαρύτης είναι ντεμοντέ.

  5. χαζό παιδί, μόνο τέτοιο δεν είστε τελικά ! ήδη το ομολόγησα και εγγράφως στη μαρκίζα

      1. εκείνο λοιπόν που σκέφτομαι Επίτιμε είναι οτι όλα εκείνα τα καλοκαίρια (που υπάρχουν, εντάξει) είχαν ένα κοινό : δεν μπορούσες να τα κλείσεις μέσα στον κορσέ των σόσιαλ μίντια, οπότε τα ζούσες και τα ρουφούσες μέχρι σταγόνας

        σήμερα όλοι -λίγο πολύ- πάσχουμε απο άσχημες λεκτικές παλινδρομήσεις οπότε το καλαμάκι είναι , φευ, μονόδρομος

      2. Πάντως αν σας χτυπήσουν το κουδούνι τίποτε νότιοι επιβάτες ενός βαν που αλητεύουν στα μέρη σας,μην ξαφνιαστείτε.Των μισών,βέβαια,τα κεριά είναι λιωμένα,οι άλλοι μισοί όμως εγγράφουν υποθήκες.

  6. δεν ξεύρω από τι πάσχετε εσείς, εμένα μόνο ένα αυχενικό έχει μείνει που με ταλαιπωρεί που και που αλλά και αυτό θα το διορθώσω

    1. “καλοκαιρια υπαρχουν” απλως εξαφανιστηκαν οι χορηγοι σιλικονης και κατεβηκαν οι ουρανοι να μας πνιξουν.. Τα σεβη μου!

    2. χαζό παιδί, προσοχή τότε να είναι μεγάλο το καλαμάκι για να μην επιβαρύνεται ο αυχένας, τόσο όμως ώστε να μη γίνει καλάμι ))

  7. Εγώ νομίζω ότι σ’ αυτό εδώ το μπλογκ, είτε στις 17:20 μπεις, είτε στις 17:20, χειμώνα – καλοκαίρι, όλο και κάποιο πόδι θα απλωθεί να σε τρικλοποδιάσει. Αυτό, βέβαια, δεν είναι τελικά και τόσο μεμπτό, αν σκεφτείς ότι αν απλωνόταν χέρι, δε φτάνει που και πάλι δε θα γλίτωνες το βρόντο, αλλά θα μπορούσε μέχρι και σεξουαλική παρενόχληση να θεωρηθεί.

    Με τέτοιον αέρα σήμερα για Κυκλάδες δε λέει, αλλά βοηθάει στην ταχύτατη μεταφορά της θεσπέσιας μυρωδιάς των καλοκαιρινών ιστοριών σας. Ήδη μου ρίχνει καυτά βλέμματα μια βαλίτσα, από ένα μισάνοιχτο ντουλάπι.

    1. χαρείτε όσο μπορείτε τη βαλίτσα, σε λίγο θα είναι απαγορευμένο είδος κατάλληλο μόνο για μεταναστεύσεις

      (επιτέλους κάποια που εκτιμά την αξία και -βεβαίως- χρηστικότητα των ποδιών)

  8. Eπίτιμε, αυτό το βαν σαν το Little miss Sunshine είναι;
    το ξέρετε πως είστε ευπρόσδεκτοι, με κεριά και λιβάνια

  9. Αν αυτες ειναι οι μικρες, αδυμονω για τις μεγαλες απουσιες

    1. για μια τέτοια έγραψε ο φίλος μου ο kopoloso, καλό είναι να μην αδημονεί κανείς μας

      1. αυτες δεν τις λεω απουσιες τις λεω ουλες στην ψυχη,,και ναι εχετε δικιο

    1. η πρώτη ταινία είχε άμστελ και τηγανητά καλαμαράκια, η δεύτερη μπουγάτσα με κρέμα και γαλλικό καφέ, η τρίτη Beck’s και βρεγμένο μαγιώ (ναι, τρώγεται το περιεχόμενο), η τέταρτη Corona χωρίς συνοδευτικά (ποιός είχε μυαλό για φαγητό), η πέμπτη δυο marguerita πριν και άλλες δυο μετά, η πέμπτη ένα κλαμπ σάντουιτς και coke zero…ελπίζω να σας κάλυψα, thanks for the popcorns

      1. μπορείτε να περάσετε και σε πιο σκληρά
        βιταμίνη C
        (εκτός κι αν προέχει ο πονοκέφαλος)
        🙂

  10. Έχετε σκεφτεί να μην χρησιμοποιείτε απουσιολόγιο? Μπορεί τότε να περνάγανε όλες την τάξη και δεν θα ξαναχρειαζόταν να τις συναντάτε για εξετάσεις κάθε μαίο…

  11. Τότε θα κάνω το ίδιο comment στις αναμνήσεις σας…
    Υπέροχο πόστ.
    Με ή χωρίς απουσίες. 🙂

    1. στ’αλήθεια περιμένεις απάντηση απο μένα σ΄αυτό; έχω αυτοκτονικές τάσεις εντός τους αφού…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s