μάι ψυ ιζ ντεντ

 

Η πρώτη ψιχάλα έπεσε στο κεφάλι του την Πέμπτη στις 08:42 ακριβώς, την ώρα που ήθελε άλλα δέκα βήματα για να μπει στο αυτοκίνητο. Αν βρισκόταν διακόσια μέτρα μακρύτερα, μπορεί να είχε πέσει στις 08:41. Ή στις 08:43. Θέμα τοποθέτησής του στο χώρο ήταν, η ψιχάλα έτσι κι αλλιώς δεν είχε άλλη επιλογή από το να κατέβει. Δεν ήρθαν -ακόμη- τα πάνω κάτω στον κόσμο.

Ήταν μια πολύ βαριά σταγόνα, η ηχώ της έμεινε στο εσωτερικό του κρανίου του ως τις 08:42:34, οπότε και έσβησε. Ένας μαθηματικός ή φυσικός θα μπορούσαν να μας πουν πολλά για τη χωροταξία του μυαλού του από αυτήν την πληροφορία και μόνο αλλά οι ιστορίες με μαθηματικά μοντέλα, τύπους και εξισώσεις με ζ και χι και ψι ποτέ δεν με συγκινούσαν.

Τι είχε στο κεφάλι του εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστο. Ίσως αυτή η πληροφορία υπάρχει μέσα σε ένα άλλο ποστ, μιας άλλης μέρας που ‘βρεχε, μα είναι αδύνατον να το ψάξω τώρα που γράφω, η μπαταρία του λαπτοπ αδειάζει σε λιγότερο από δυο λεπτά όταν σκαλίζω παλιές ιστορίες. Τροφοδοτικό δεν έχω μαζί, γράφω κάτω από ένα κιόσκι στη μέση του πουθενά. Ωραία έκφραση αυτή, γερό στάνταρ γραφής, μα εφόσον δεν προσδιορίζεται το «πουθενά» πώς μπορείς να ορίσεις τη μέση του;  κι εδώ θα μπορούσαν να με βοηθήσουν ο μαθηματικός ή ο φυσικός αλλά μόνον αν βγάζαν απ’ την τσέπη τους τύπους και εξισώσεις με ζ , με χι και ψι. Τέτοια βοήθεια δεν θέλω.

Η πιθανότητα να μη σκεφτόταν κάτι, οτιδήποτε, είναι καταστροφική. Σε ένα άδειο από σκέψεις κεφάλι η ηχώ θα ήταν τερατώδης, θα διαρκούσε τουλάχιστον ως τις 08:43:12 και θα τον ακολουθούσε μέχρι την ώρα που θα έβαζε μπρος για να φύγει. Είναι σίγουρο πως και σ’ αυτή την περίπτωση οι δυο θετικοί επιστήμονες θα μπορούσαν να δώσουν ακριβή στοιχεία για το κεφάλι του και την εσωτερική του διαμόρφωση (για να μας λύσουν κάποιες άνευ σημασίας διαδικαστικές απορίες) αλλά άκρη με το πού πήγαινε και κυρίως γιατί έδιωξε από το μυαλό του κάθε μα κάθε σκέψη της δεν θα έβρισκαν, όσα ζ και  χι και  ψι κι αν επιστράτευαν.

Άλλωστε το σωστό ψι ποτέ δεν γράφεται με γιώτα. Και με λάθος δεδομένα, αυτή η άσκηση θα έμενε εσαεί άλυτη.

το ψαίμα

Τους είχε καθισμένους απέναντί του. Αγόρια, κορίτσια. Κοντά μαλλιά, μακριά μαλλιά, βαμμένα μαλλιά, λίγα μαλλιά, κοτσίδες, σκουλαρίκια, στη μύτη, στο αυτί, στον αφαλό, παρακάτω δεν ξέρω, σταράκια, μποτάκια, τακούνια, τζιν, φούστες, μπέρμπερις, φουλάρια, κεφίγιε, τι-σερτ, πουκάμισα, χούντις…τα είχε αραδιασμένα απέναντί του σε ένα αμφιθέατρο. Αραιοκατοικημένο. Αν δεν είσαι ο Βαρουφάκης δεν μαζεύεις εύκολα πελάτες σήμερα. Αυτός, αν και στα χρόνια του, δεν ήταν.

Ντρεπόταν για τα ψέματα που έλεγε. Όσο περνούσε η ώρα όλο και περισσότερο. Κάποια στιγμή πνίγηκε για τα καλά, ήθελε ν’ ανοίξει την πόρτα, να βγει έξω και να μη ξαναγυρίσει. Δεν το ΄κανε όμως, έμεινε εκεί να τους αραδιάζει ψέματα, ένα βουνό ολόκληρο από δαύτα, ψηλό, τεράστιο και σκοτεινό. Ένα βουνό που κάθε μέρα έγερνε όλο και πιο πολύ προς τα πάνω του.

Η γνώση είναι δύναμη συνήθιζε να λέει επί χρόνια μέσα σ’ αυτή την αίθουσα, σαν άλλος Φράνσις Μπέικον των πτωχών. Η γνώση είναι δύναμη. Όχι η εξουσία, όχι η συνήθεια, όχι η μνήμη, όχι η πείρα, όχι η καταναγκαστική και εμμονική επανάληψη. Η γνώση. Μόνο η γνώση είναι δύναμη. Το ίδιο τους έλεγε και σήμερα. Αν μη τι άλλο ήταν απόλυτα συνεπής μ’ αυτό. Φρόντισε να την μελετήσει χρόνια, από τις βλεφαρίδες  της μέχρι τον ιδρώτα πάνω στα χείλια της και το χνούδι χαμηλά στην κοιλιά της. Μελέτησε κάθε κεφάλαιο για τους οργασμούς της, ήξερε πού ζούσε, πώς μύριζε και πόσο κράτησε κάθε ένας από αυτούς. Διάβασε το σώμα της μέρα, νύχτα, με λάμπα, με κλειστές κουρτίνες, με ανοιχτές, με το φως της τηλεόρασης, με κεριά, με διακοπή ηλεκτρικού, σε δωμάτια χωρίς ρεύμα, σε βουνά, σε ξερονήσια, με ήλιο, με σκιά, με βροχή, με κρύο και με ζέστη, μέσα σε σλίπινγκ-μπαγκ, πάνω σε σεντόνια, έξω από τουαλέτες, πίσω στο αυτοκίνητο, με κατεβασμένες τέντες στο μπαλκόνι, το διάβασε αυτό το σώμα σελίδα σελίδα. Διάβασε τα «χύνω» της παράγραφο-παράγραφο. Τις σιωπές της γραμμή προς γραμμή. Το γέλιο και τους θυμούς της λέξη προς λέξη. Τα χάδια της και την κυταρίτιδά της γράμμα προς γράμμα. Την διάβαζε κάθε μέρα χωρίς να τη χορταίνει, με τα μάτια, το στόμα, τη γλώσσα του, τ’ αυτιά, τα χέρια, τα νύχια, την διάβαζε παντού, απ’ το σημάδι στο γόνατο μέχρι εκείνο το διαφορετικά βαμμένο νύχι στο δεξί της πόδι κι από το χανζαπλάστ μέσα απ’ τη γόβα που την χτύπαγε ως τον τρόπο που έπινε καθισμένη στα πόδια του, φορώντας μόνο ένα άσπρο φανελάκι, τον καφέ της. Έψαξε την γνώση στη γυμνή της πλάτη, στις -σχεδόν αόρατες για έναν ανίδεο- ευρυαγγείες της, στα σλιμ τσιγάρα που άφηνε πάντα μισά και στα γυαλιά που της έβγαζε προσεκτικά όταν την έπαιρνε ο ύπνος, την γύρεψε αυτή τη γνώση όπως τα σαλιγκάρια ψάχνουν τη μια και μοναδική σταγόνα νερό για να συνεχίσουν να σέρνονται ως την επόμενη. Και τη βρήκε. Μα έχασε εκείνην που κάποια μέρα, μπορεί και να ΄ταν νύχτα, έφυγε. Μερικές δεκάρα δεν δίνουν, και καλά κάνουν, για τον Φράνσις Μπέικον.

Όρθιος τώρα απέναντι σε εκατό ζευγάρια ανυποψίαστα μάτια αραδιάζει  ψέματα. Ένα βουνό ψέματα, για τη δύναμη της γνώσης, όταν αυτή η δύναμη, αυτό το «τα ξέρω όλα πια επάνω σου» είναι εδώ και καιρό η κόλασή του.

killing an Arab

Yπάρχει ένα αξιοσέβαστο παρασκήνιο γύρω από αυτό. Δεν ξέρω αν όντως ήταν απολειφάδι απ’ το L’Étranger του Καμύ,  αποκύημα μετεφηβικής φαντασίας του Σμιθ ή απλά το πρώτο τραγούδι των Κιουρ, πάντως ο μπαμπάς του δεν το πέρασε από τεστ πολιτικής ορθότητας όταν γεννήθηκε. Με όσα ακολούθησαν στον Πόλεμο του Κόλπου και ειδικά μετά την 11/9, έτρεξε στο ληξιαρχείο με την αίτηση αλλαγής του ονόματός του σαν έτοιμη και υπογεγραμμένη από καιρό. Στην αρχή ζήτησε με στόμφο «θέλω να με φωνάζετε Kissing an Arab» κι όταν ξαναβγαίνοντας στον κόσμο είδε πως το πρόβλημα δεν ήταν μόνο το όνομα αλλά και το επώνυμο, μη σου πω κι ο κόσμος που δεν θα ξαναήταν ποτέ πια ο ίδιος, ξαναμπήκε με φούρια στο γραφείο του ληξίαρχου λέγοντάς του «γράψε λάθος και γράψε Kissing Another στην καινούρια ταυτότητα».

Εγώ το πήρα απόφαση, σαν γινάτι, από καιρό. Όχι όνομα, όχι επώνυμο, όχι πρόσωπο ν΄ αλλάξει στον καλύτερο πλαστικό του σύμπαντος, Killing an Arab το γνώρισα στα δεκαεννιά μου, ως τέτοιο θα το θυμάμαι πάντα. Τα όσα ακολούθησαν μέχρι σήμερα που γκρίζαρα, αφορούν τον κόσμο και τους Obama, Osama και κάθε λογής Meursault που ζουν πάνω του. Αυτό κι εμένα όχι. Eίπαμε, γινάτι…staring at the sun, staring at the sea..πυροβολώντας με άσφαιρες λέξεις τους ανύποπτους περαστικούς, ως εκεί που πάει…