προ-σeπτeμβριανά

Λίγο πριν της Παναγίας θάψαμε την Β.  Πάλεψε τέσσερα καλοκαίρια. Ο πληθυντικός είναι ανάπηρη ενοχή. Γιατί αυτή και όχι εγώ, εμείς. Τέτοια υποκρισία. Γιατί εγώ, εμείς, γυρίσαμε στο σπίτι μετά και δεν είπαμε κουβέντα, ξορκίζοντας -τάχα μου- το κακό με ένα μπουκάλι κρασί και καμιά δεκαριά τσιγάρα που είχαν τη γεύση μιας -ακόμη- μόνιμης απουσίας.

Προσπαθώ -δεν έχω την παραμικρή ιδέα γιατί- να βρω έναν λόγο για να συνεχίσω να γράφω. Μα δεν βλέπω φως. Κουρτίνα μπροστά μου, από τις βαριές, τις βερσαλλιανές, αυτές που μυρίζουν κλεισούρα, ληγμένες κολώνιες και ημίφως οι λόγοι για να σταματήσω. Μετά θυμάμαι τη φατμέ, το παχύ της έντερο και τους μπαξέδες με τα ρόδα, ανακουφισμένος. Πόσο ηλίθια διλήμματα μπορεί να σε ταλανίζουν προσεγγίζοντας την ακτή με τα απολειφάδια ενός θέρους που δεν υπήρξε ποτέ.

Δεν αξιώθηκα να δω από κοντά νησί της άγονης -όπως εγώ την φανταζόμουν- γραμμής. Τα ονόματα Κουφονήσια, Δονούσα, Σχοινούσα, Αστυπάλαια, Αμοργός ήταν και παραμένουν terra incognita. Αν δεν μπορούσα να φύγω όποιαν στιγμή ήθελα από έναν τόπο, δεν τον προσέγγιζα. Ακόμη κι αυτό όμως να λυνόταν-με κάποιον μαγικό τρόπο- με φόβιζαν από παλιά οι καλοκαιρινοί -οι εναλλακτικοί, κατά πως λέει και το Βυτίο– ενοικιαστές τους, ίσως γιατί ενδόμυχα ένιωθα πως ανάμεσά τους θα ήμουν παρείσακτος. Ως σήμερα δεν το ξεπέρασα. Μάλλον τα καλοκαίρια μου περιγράφω. Όχι, ούτε αυτά. Τη ζωή μου, σίγουρα.

Άρχισα να κρατάω σημειώσεις -και να τις μοιράζομαι με άλλους- τρεις μήνες μετά το εξιτήριο απ’ το νοσοκομείο. Υποθέτω πως ένας από τους λόγους που δεν έχουμε αγαστές σχέσεις το joyful κι εγώ είναι ακριβώς αυτό. Η χωροταξία των συναισθημάτων και η οριοθέτησή τους είναι οι -πολύ- μελανές σελίδες του CV μου. 

Η τελευταία βουτιά στις αλυκές, εικοσιπέντε χρόνια πριν. Ένα τέταρτο του αιώνα δηλαδή, για να μετατρέψω τον χρόνο σε κάτι πιο γκράντε από αυτό που ήδη είναι. Κάποια στιγμή βαρεθήκαμε τις κουβέντες με τους άλλους δέκα της παρέας, ξεκινήσαμε  για το αρχαίο λατομείο στη μύτη του κόλπου, μετά μόνο θάλασσα, μάρμαρα, ένας ορίζοντας λιπόθυμος από τη ζέστη και τα μάτια μας πληγωμένα απ’ το άσπρο και το φως. Βουτήξαμε γυμνοί, σχεδόν τυφλοί, μετά από μισόν αιώνα -έτσι μετρούσαμε τότε, με αιώνες- βγήκαμε. Ξάπλωσε εκεί, πάνω σε ένα μάρμαρο που ήταν πιο ζεστό κι από τον ήλιο, το δέρμα της άντεξε το μεσαιωνικό βασανιστήριο, φορούσε μισό μαύριο μαγιώ και τα παλιά της ρέιμπαν, όταν ξαναβρήκα το φως μου και την ακούμπησα έκαιγε πιο πολύ από τις αρχαίες πέτρες, όχι εδώ, είπε, έχει συνωστισμό, είχε πράγματι αλλά τότε νόμιζα οτι δεν υπάρχουν άλλοι ένοικοι εκτός απ’ τους δυο μας σ’ ολόκληρο το σύμπαν. Επιστρέψαμε στην παραλία από το μονοπάτι στο δάσος, αριστερά μας γαλάζιο, δεξιά πράσινο, κάπου υπάρχει μια φωτογραφία μας από κείνη τη μέρα, μου φαίνεται πως έχουμε -και οι δυο μαζί- τριάντα κιλά παραπάνω σήμερα, ίσως όμως είναι οι ψυχές μας που σκλήρυναν και βάρυναν με τον καιρό. Αυτό είναι.

Δεν μπαίνω πια σε βιβλιοπωλεία για να αγοράσω τετράδια, στυλό, φακέλους, μπλάνκο, σβήστρες, ξύστρες, φάμπερ καστέλ και μπλοκ ζωγραφικής. Ο γιατρός μου είπε ότι παθαίνω κάτι σαν το σύνδρομο της άσπρης μπλούζας όταν μυρίζω σχολίλα. Μπορεί να τα αγοράζει μόνη της, μεγάλωσε. Άλλωστε έπαψε από καιρό να μυρίζει παιδίλα. Κάποιες ξεχασμένες μυρωδιές με εκδικούνται, θα με στοιχειώνουν για καιρό, στο τέλος θα με ξεσκίσουν σαν τον Γκρενούιγ..

Soon oh soon the light….η φωνή του Jon Anderson στο γύρο του νησιού. Λάθος διατύπωση. Εκείνον τον Αύγουστο ο Άντερσον είναι ο ίδιος Το Νησί. Αυτός και η κιθάρα του Howe. Δέκα, είκοσι φορές μπρος-πίσω η γαλάζια διάφανη Scotch. Το παλιό Ρενώ δεν πατούσε στιγμή στην άσφαλτο, ανεβοκατέβαινε στρατόσφαιρα-μεσόσφαιρα  με τρεις ταχύτητες, η δευτέρα είχε πεθάνει την ώρα που έβγαινα απ’ το καράβι. Υπήρχαν και εποχές -σκέφτομαι- που ετοίμαζα το σάουντρακ των διακοπών με επιμέλεια και φροντίδα ανάλογη του Bernard Herrmann όταν έγραφε για τον Άλφρεντ. Αν βάλω σήμερα το ίδιο, έστω και δυο φορές, στο cd-player του αυτοκίνητου με τις έξη ταχύτητες αλλά χωρίς παρελθόν και -αναμφίβολα- δίχως μέλλον, θα συνεχίσω τις διακοπές μόνος κι έρημος. Psycho summer.

Όπου να ‘ναι θα χτυπήσει την εξώπορτά μου το έκτακτο εκκαθαριστικό. Για να φανείς αλληλέγγυος, θα μου πει. Θα φανώ, δεν είμαι σκατόψυχος, λεφτά είναι, δεν είναι ψυχή. Αυτήν πρόλαβα να την πουλήσω, δεν ξέρω αν πήρα καλή τιμή αλλά ακόμη και στον διάβολο θα την χάριζα κοψοχρονιά παρά σ’ αυτούς.

Διάλεξε ένα γραφείο για το καινούριο σπίτι του. Μια βιβλιοθήκη. Και μια πολυθρόνα, απ’ αυτές τις στριφογυριστές. Δεν ζήτησε  καν τη γνώμη μου. Καλά έκανε. Κάποια στιγμή διασταυρώθηκαν οι ματιές μας, τι είδε εκεί μέσα, αν είδε, δεν ξέρω. Πλήρωσα. Φύγαμε. Τα ανεβάσαμε μαζί. Τα συναρμολογήσαμε παρέα. Μετά ήπιαμε δυο μπίρες σε μια σκιά στη Σβώλου. Η πόλη άδεια. Κερνάω εγώ, είπε, σειρά μου. Διάλεξε εσύ μπίρες. Όσο πίναμε χαμογελούσα, με κίνδυνο να με περάσει για βλαμμένο. Δεν μ΄ένοιαζε όμως, ήμασταν εκεί πίνοντας μπίρες. Μεγαλώνοντας μαθαίνεις πως αυτό αρκεί.

O πατέρας μου -δεινός ψαροφάγος- διάλεγε πάντα τη συναγρίδα που θα τρώγαμε. Τότε τις κόβαν και φέτες, χωρίς πολλές πολλές γκρίνιες. Πήγαινε στην κουζίνα, τις επιθεωρούσε στο ψυγείο, έδειχνε «αυτήν», έμενε πλάι στη ζυγαριά για να αποφύγει τα απρόοπτα, δεν επέστρεφε στο τραπέζι παρά μόνο τη στιγμή που οι μερίδες μας ακουμπούσαν πάνω στη σχάρα. Εκείνος διάλεγε πάντα κάτι άλλο, ο προϋπολογισμός των διακοπών άρχιζε και τέλειωνε στα παιδιά του και στη γυναίκα του. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς διάλεγε. Μάλλον να είναι ο μπαμπάς μας. Τότε δεν καταλάβαινα τι μπορεί να σημαίνει αυτό, σήμερα ξέρω. Μετά τα δεκαεφτά, τα καλοκαίρια μας δεν ξανασυναντήθηκαν σε τραπέζια παρά μόνο ελάχιστες φορές, γρήγορα και μάλλον τυχαία, έτσι γίνεται συνήθως, όπου κι αν καθήσω όμως -πριν καν προλάβω να παραγγείλω- τον βλέπω να μπαίνει στην κουζίνα για να διαλέξει για μας. Και να δείχνει με καμάρι στο σερβιτόρο το τραπέζι μας. Να λέει «εκεί, σ’ αυτούς». Να ‘σαι καλά, σ’ ευχαριστώ για όλα. Και για τα καλοκαίρια μαζί.

Our heart is open. Our reason to be here…

(είπε -με έναν φοβισμένο κι αμήχανο πληθυντικό – λίγο πριν τον αναλάβει ο αναισθησιολόγος στο St Thomas για τα περαιτέρω…τα ιδιαίτερα μαθήματα με τον Jon έπιασαν, εν τέλει, τόπο)

Ξεψυχάει ο Αύγουστος και δεν μου αρέσει να τον βλέπω να βαριανασαίνει απο μακριά. Θέλω να είμαι δίπλα του και να του κρατάω το χέρι, ως την ύστατη ώρα.

 

 

 

Advertisements

31 thoughts on “προ-σeπτeμβριανά

  1. η θλίψη σάς ταιριάζει… αποτυπώνετε τόσο γλυκά τις μαχαιριές που η πληγή που ανοίγουν σχεδόν δεν πονάει

      1. όλες οι παραπάνω λέξεις είναι καλές μεταφορές για τον αναγνώστη που χαίρεται που κάποιος άλλος τα είπε καλά

    1. μη μου πείτε οτι κι εσείς τα βρήκατε θλιμμένα. αν ναι, put the blame on Mr Ξυδάκης, ζηλωτισμός, απάθεια, κατάθλιψη, τόσος καθρέφτης πια;

  2. κάτω από τα κάθε λογής δέρματα κυλάει ένα αίμα.κι αυτό δεν είναι ούτε “εναλλακτικό”, ούτε “Β.Π”
    αρκεί να μην είναι παγωμένο από φόβο
    x

  3. ό,τι μένει στάσιμο προκαλεί συμφόρηση
    κίνηση λοιπόν (με την καινούρια όψη, το γλυτώσαμε το έμφραγμα)
    καλημέρα

    1. αρκει να μη το παρακάνει στην τρεχάλα. μετά θα ψάχνω εφημερεύον

      καλη εβδομάδα και σε σας

  4. θα σας δώσω, αν μου επιτέπετε, έναν λόγο να γράφετε -όχι αυτόν τον τετριμμένο που λέν οι ειδήμονες για να ρίχνετε γκόμενες (συγγνώμη για την αγοραία, ισχύει κι αυτός βέβαια)
    εγώ λέω που πρέπει να ‘χουν κάπου έναν τόπο να συναντώνται αυτοί που αν απαντηθούν κάποτε στο δρόμο προσπερνούν χωρίς ούτ’ ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο

    1. λέτε δηλαδή να είναι καλό να γίνω το παρκάκι όσων βιαστικών αγνοούν την ύπαρξη των άλλων;

  5. Όποιον έχει κολυμπήσει στο αρχαίο λατομείο στη μύτη του κόλπου, έστω και πριν από ένα τέταρτο αιώνα , ακομα και αν δεν βάλει ποτέ ρότα για άγονη γραμμή, μην τον φοβάσαι: έχει γερές αποσκευές όχι μόνο για το χειμώνα που είναι μπροστά μας, αλλά και για όλους τους επόμενους.

    1. ξέρεις τι είπε ένας φίλος μου ; οτι χειμώνας είναι μια σκατένια εποχή που παρεμβάλλεται απρόσκλητη ανάμεσα σε δυο καλοκαίρια. λες ;

  6. Ταραγμένο σας βλέπω. Ο Αύγουστος δεν πάει πουθενά..μη μου στεναχωριέστε…όχι όσο εμείς είμαστε εδώ τουλάχιστον 🙂 Απλά μετακόμισε μέσα μας, μέχρι τον επόμενο. Ε, και? Και ο Σεπτέμβρης μια χαρά είναι. Θα γυρίσουν και όλοι οι φίλοι από τις διακοπές, θα ξαναμαζευτούμε ένα πράγμα (σώμα και μυαλό).
    υ.γ.: τώρα κατάλαβα γιατί μου αρέσετε: γιατί δεν έχετε καλές σχέσεις με το joyful. Δεν ξέρετε πόσο κουραστικό είναι να βλέπεις τα πάντα, μονίμως θετικά…να μην μπορείς να μαυρίζεις, να μιζεριάσεις με την ησυχία σου..κάποιος αυοπρόσκλητος θετικιάρης να πετάγεται πάντα μέσα σου χωρίς να του το ζητήσεις…

    1. ταραγμένο…δεν θα το ΄λεγα…δεν είναι και λίγο πάντως να σε βγάζουν απ’ τη σανίδα όπου έπαιρνες και κανέναν υπνάκο και να σου λένε “και τώρα τρέχουμε”

  7. Η εναλλαγή των εποχών απλώς υπογραμμίζει τη σταθερότητα των συναισθημάτων σας καλέ μου άνθρωπε.
    Είμαστε όσα ζήσαμε, αυτά εξάλλου μας οδηγούν και σε όσα ζούμε και θα ζήσουμε. Εγώ πάντως , όταν γράφετε έτσι σας θαυμάζω – και όχι μ΄νοο επειδή τα γράφετε ωραία αλλά και επειδή τα ζείτε ωραία.

  8. Γειά σας παρκάκι.
    Σας σκέφτομαι να κάνετε τίποτα βζιουν πάνω στην καρέκλα του – εννοείται στα κρυφά- και μου έρχεται η όρεξη να φτιάξω μια γαβάθα μοχίτο.

    υγ. “Κάποιος αυτοπρόσκλητος θετικιάρης να πετάγεται πάντα μέσα σου χωρίς να του το ζητήσεις”

    Μη μου πείτε ότι δεν είναι η ατάκα του μήνα!

    1. όταν μεγαλώσω θα γίνω σέντραλ παρκ και θα καταπίνω ζωντανούς όσους με λοιδωρούν )))

  9. μπορείτε και κούνια μωρού αν θέλετε, εγώ δεν αναφέρομαι στον χώρο των σχολίων αλλά στα κείμενα -σ’ αυτά σκύβω ευλαβικά και σας ακούω

    στο δρόμο, δεν είναι θέμα βιασύνης, αν κάποτε συναντηθούμε δυο αόρατοι που λέει και το χνούδι, υπάρχει περίπτωση ν’ ανταλλάξουμε πάνω από μια καλημέρα; (κι αυτό με την προϋπόθεση ότι η συνάντηση θα γίνει στην άνω ραχούλα, όχι στα άνω πατήσια)

  10. δυο αόρατοι μπορούν μια χαρά να κάνουν ένα big bang αν η συνάντησή τους γίνει πάνω στη σωστή -ιδρωμένη- ραχοκοκαλιά, άνω, κάτω, δεν έχει σημασία. το τι θα ανταλλάξουν μετά δεν περιγράφεται εδώ

    1. ε όχι και “ξεψυχάτε” εσείς. αν είναι για καλό ομως και χέρι κρατάω και ορό βάζω και αιμοληψία κάνω..

  11. για μενα παντως ειστε τουλαχιστον Hyde Park εδω και καμποσα χρονια…
    ελπιζω να μην σας πειραζει…

    1. δεν έχετε κι άδικο, άλλος ένας παλαβός που βγάζει λόγο στους περαστικούς στο Hyde Park Corner…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s