τσεκούρια, κουτάλια κι ένα κρακ

Eδώ και καιρό δεν με συγκινούν τα περισσότερα απ’ αυτά που διαβάζεις εδώ μέσα.

Μου το λέω κι εγώ συχνά: μη καταπιάνεσαι με τα εύκολα, παίδεψέ το το γράψιμο, βούτα στα σωθικά σου και άσε την ασφάλεια της μπανιέρας, οι καλές οι λέξεις δεν είναι κρέμες σώματος, ούτε μαλακτικά και κοντίσιονερ, βρώμικες είναι και ζουν έξω απ’ αυτήν. Μέρα παρά μέρα με ρωτάω, πώς μπορεί και σε συγκινεί ακόμη ο βυθός της πισίνας; Ίδιος είναι, κάθε φορά, χειμώνα-καλοκαίρι. Δεν σε στέλνω να πιάσεις κατευθείαν ωκεανό, ούτε καν να γυρνάς σαν στοιχειωμένη σχεδία περαδώθε τη Μεσόγειο αλλά ένα Πόρος-Γαλατάς δοκίμασέ το μια φορά. Σαν δεν πιεις αλατισμένο νερό και δεν σκεπάσει τα φρύδια σου ένα ξεχασμένο κύμα, μέρες δόξας δεν θα δεις στον ορίζοντα, σκέφτομαι. Μόνο βατήρες θα βλέπεις, άδειες κερκίδες και θα μυρίζεις χλώριο. Ποιος συγκινείται από δολοφόνους βακτηριδίων στην εποχή μας;

Πάω να γράψω κάτι αρχιτεκτονημένο -σπουδαία λέξη αυτή-, κάτι που υπερβαίνει το έλασσον ερείπιο στο οποίο νοικιάζω και αντί να βρω ρυθμό με ένα Myself when I’m real,  με την 9η του Mahler -Bernstein καθοδηγούντος-, με το my funny Valentine έστω, κάνω παρέλαση πίσω από το her face forms in summertime επειδή κάποιος πρέπει να δώσει μιαν αξία στα παραπεταμένα κι έτσι διαλέγω πάντα αυτό το ρόλο στη -φανταστική- διανομή. Aθεράπευτα εμμονικός και αμετανόητος, αντί να καταταγώ στους Beefeaters και να δω ν’ αστράφτουν τα -οπωσδήποτε αδέσποτα μα ευπρόσδεκτα- φλας τριγύρω μου προτιμώ να συχνάζω ως παρείσακτος στα στέκια της  Légion étrangère  ακούγοντας τις ίδιες χιλιοειπωμένες ιστορίες, καπνίζοντας παθητικά και πίνοντας φτηνόκρασα ως τη συντέλεια του κόσμου ή σε κάτι σαν κι αυτήν. Ώσπου να καταλάβω ότι άλλο οι μικροί ρυπαροί μου λεγεωνάριοι και άλλο η Garde nationale, έρχεται το χαρτί στο γραμματοκιβώτιό μου που επίσημα πλέον με ειδοποιεί ότι οι προθεσμίες της κατάταξης τέλειωσαν. Του χρόνου ξανά. Μετά παίρνω το δρόμο της επιστροφής αφού πρώτα με βάζω να υποσχεθώ -με το γόνατο πάνω στο λαιμό μου- πως τέρμα τα χλώρια και οι φορμόλες, θα πέσω στα κύματα. Τέρμα οι μικρές τάχα μου αδιέξοδες διαδρομές, τέρμα οι drama queens που πίνουν ακουμπώντας στον ώμο μου ζητώντας πάντα κερασμένα κι αγύριστα δανεικά, τέρμα οι ξεπέτες των λέξεων στα όρθια, τέρμα οι τριακόσιες λέξεις και τα κάλπικα ένσημα. Απεταξάμην!

Τέτοιος απατεώνας ήμουν ανέκαθεν. Υπόσχομαι τα πάντα για να ‘χω την άγρια χαρά να τα πετάξω όλα στα σκουπίδια μετά. Είναι εκμαυλιστικές οι μικρές τσουλίτσες που δεν απαιτούν το χρόνο μου, με τις λέξεις που θέλουν να ντύνονται σαν μεγαλοκυρίες και να με κρατάνε απ’ το μπράτσο δεν τα πάω καλά. Πολλοί καλοί άνθρωποι τα βρήκαν μαζί τους, όχι εγώ. Θα μπορούσα, ίσως. Αλλά με τις δευτεροκλασάτες τα πήγαινα πάντα καλύτερα, ήμουν στο στοιχείο μου, δεν παρίστανα κάτι που δεν είμαι, δεν χρειαζόταν να σιδερώσω τα καλά μου για να σταθώ στο πλάι τους. Προτίμησα -και καλά έπραξα, μέγιστη αρετή η αυτογνωσία- τα κουτάλια από τα τσεκούρια.

Αυτό με τα φονικά όργανα το έγραψε ο Τριαρίδης με αφορμή τον κρυμμένο κι αδικημένο Παπαδιαμάντη, Καμύ, Ροθ ή ο,τι άλλο αγαπάς και προαιρείσαι, που καθένας νομίζει πως φιλοξενεί εντός του:  

Συγγραφέας ωστόσο είναι, κάποιος που γυρεύει (: προσδοκά) από τα βιβλία του να είναι (: να γίνουν κάποτε) τσεκούρια που σπάζουν την παγωμένη θάλασσα μέσα μας (έγραψε ο Κάφκα)..

Πώς να τον πιστέψω; Tο μέσα μας βαυκαλίζεται πως έχει τη στόφα της Aνταρκτικής αλλά το νιώθω πως μεταλλάχτηκε, δεν είναι παρά μια crème brûlée της γειτονιάς, μια τόση δα κρούστα κατάφερε να πιάσει από πάνω, ίσα για να κοροϊδεύεται πως είναι ανθεκτική στα απρόσεκτα και λαίμαργα κουτάλια μέχρι να ακουστεί το πρώτο κρακ. Γι αυτό το καθημερινό, μικρό, ταπεινό -αλλά τόσο ερεθιστικό- κρακ γράφουν όλοι, σκέφτομαι για να παρηγορηθώ. Για ποια τσεκούρια και παγωμένες θάλασσες μιλάει ο ασήμαντος υπαλληλίσκος της Βοημίας;

Ξέρεις τι σκέφτομαι τώρα; Κάμπια ήσουν -στη γραφή- ανέκαθεν. Ήλπιζες, κατά βάθος, στην ενηλικίωση. Με το που μεγάλωσες όμως, αντί φτερά έβγαλες κι άλλες τρίχες.

la vita e 24 Mbps

πήρε πέντε μέρες άδεια για τη βδομάδα μετά της Παναγίας. είχε κάνει κράτηση πριν καιρό στο facebook. ανάποδα πράγματα, όταν άδειαζε αυτό γέμιζε ο τόπος έξω. ανέκαθεν τον βόλευε η σιγουριά όμως. αν βαριόταν εκεί, θα πεταγόταν για καμιά μπίρα στο βλογ, για καμιά βουτιά στο tweeter, μπορεί και να ξενυχτούσε πίνοντας με κάποιο υποσχόμενο mail ή να ‘βαζε κανένα παγάκι στο τσίπουρο την ώρα που έριχνε τον μπάζο του. στην ανάγκη θα ‘παιρνε το smartphone στο WC. πού να τρέχεις να ψάχνεις δωμάτιο αυγουστιάτικα…

(niemandsrose, διαρκής πηγή έμπνευσης, μας έχει τσακίσει το ηθικό, να το κλείσει λίγο μπας και ξεκουραστούν τα δαχτυλάκια μας)

σφαίρες απ’ την ιβοζίμα

 

 

Χρειάστηκαν εφτά ανέβα-κατέβα με το ασανσέρ για να μην αφήσει τίποτε πίσω. Μετά από μισή ώρα όλα είχαν τακτοποιηθεί στο αυτοκίνητο. Δυο καρεκλάκια για τη θάλασσα, μια ομπρέλα δώρο από βενζινάδικο, μια ψάθα αληθινή και όχι απ’ τις πλαστικούρες των κινέζων, ένα χαμηλό τραπεζάκι για να αφήνει τον καφέ, ψυγείο γεμάτο με τις παγοκύστες του, τις μόνες κύστες -μαζί με την ουροδόχο- που πάντα είναι χρηστικές, βατραχοπέδιλα, μάσκα, αναπνευστήρας, ένα σακίδιο ώμου με τα μαγιώ, τις πετσέτες, μέσα έβαλε μια μικρή θήκη με τα αντηλιακά και την αμμωνία για τις τσούχτρες, τους αχινούς και τις ανθρωποφάγες σφήκες, ένας σάκος λίγο μεγαλύτερος με τα ρούχα του, καναδυό βερμούδες και παντελόνια δηλαδή, μερικά χρωματιστά μπλουζάκια, δυο πουκάμισα γουμίδια αλλά καθαρά, έξη αλλαξιές εσώρουχα, παπούτσια, κάτι πέδιλα αγορασμένα τέσσερα ευρώ στο παζάρι και σαγιονάρες τα ‘κλεισε σε μια σακούλα του μαρινόπουλου και τα στρίμωξε όπως-όπως στην πλαϊνή θήκη του σάκου, εκεί έβαλε κι άλλες δυο άδειες σακκούλες -του βερόπουλου νομίζω αλλά δεν έχει και καμιά σημασία- για τα βρώμικα βρακιά, ας βρίσκονται, τελευταία στιγμή θυμήθηκε το θερμός οπότε οι διαδρομές προς το σπίτι έγιναν οκτώ, φορτιστή πήρε, κασέτες πήρε, τον παναμά τον πήρε, τα γυαλιά για τον ήλιο τα φορούσε, της μυωπίας τα είχε στην τσέπη, ξυριστικά δεν πήρε γιατί ως και ο τομ χανκς χρειάστηκε μια ώρα στο μοντάζ για να γίνει σαν μητροπολίτης κι αυτός δεν σκόπευε να ναυαγήσει μέσα στο καλοκαίρι, τον ζίπο δώρο της σχωρεμένης της αδερφής του τον είχε πάντα κατάκαρδα, έτσι είχε δει σε μια ταινία για την ιβοζίμα, ως και σφαίρα σταμάτησε εκείνος, να φανταστείς έκανε αγώνα ολόκληρο να βρίσκει πού πουλάνε τι-σερτ και πόλο με τσεπάκι στη θέση της καρδιάς, όχι ότι εκείνος κινδύνευε από καμιά αδέσποτη γιαπωνέζικη σφαίρα δηλαδή αλλά καλό είναι την καρδιά σου να μη την αφήνεις εντελώς απροστάτευτη όταν επί τριανταέξη χρόνια κάνεις ακριβώς το ίδιο ανέβα-κατέβα γεμίζοντας τα σωθικά ενός ξεθωριασμένου πράσινου -κάποτε- ford taunus και ξεκινάς μετά για το πολύ μακρύ ταξίδι  μέσα σε έναν Αύγουστο που τα ‘χει όλα εκτός από γεμάτο καρεκλάκι δίπλα και δεύτερο ποτήρι με καφέ στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά…

άπνοια

Μπαλκόνι, δυόμιση, ξημερώματα, Τρίτη. Υπάρχουν κάποιοι που διατείνονται πως «ξημερώματα» πριν τις τέσσερις, άντε πέντε το πρωί, δεν υπάρχουν. Προφανώς τα ξημερώματά μας δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ. Ίσως -σκέφτομαι- σε κανένα δωμάτιο ή προθάλαμο νοσοκομείου αλλά εκεί δεν έχει ώρες, όλα είναι ένα. Η μέρα είναι νύχτα και ανάποδα.

Παράτησα το βιβλίο που διάβαζα, το βαρέθηκα πριν καν αποφασίσω να ψάξω σελιδοδείκτη, ακουμπάω στο κάγκελο το χέρι μου, σε λίγο γέρνω και το κεφάλι, κοιτάζω στην ευθεία του κάγκελου, μέχρι εκεί που πάει το μάτι μου και προσπαθώ να χαθώ. Δεν είναι δύσκολο, η μυωπία είναι ενισχυτική του άγνωστου, μόνο γκρίζους και μαύρους όγκους βλέπω μέσα στο σκοτάδι. Οι τέντες είναι ανεβασμένες, ένα αεράκι κουνάει ο,τι απέμεινε πάνω στο κεφάλι μου, σε λίγο γίνεται πιο δυνατό, κοροϊδεύομαι ότι το μπαλκόνι σήκωσε άγκυρα και ξεκίνησε, ευτυχώς δεν ζω -όχι ακόμη- δίπλα σε καμιά χωματερή, να ακούσω και πεντέξι γλάρους να πετάνε παραδίπλα και να τρέχω μετά για Xanax.

Αν -μια στο δισεκατομμύριο- είναι καράβι, το υπόλοιπο πλήρωμα κοιμάται. Πρέπει να μείνω ξύπνιος λοιπόν και να το βγάλω στα ανοιχτά μόνος μου, αφού πρώτα ειδοποιήσω αυτόν με το αναμμένο φως στην απέναντι πλευρά του δρόμου να περιμένει λίγο, αν ξεκινήσουν ταυτόχρονα δυο τρίτοι όροφοι μπορεί να έχουμε δράματα, αν σαλπάρει και ο δεύτερος διαγώνια -βλέπω την κάφτρα του ύπαρχου να κουνιέται εκεί χαμηλά- τότε κανείς δεν θα διηγείται την ανιαρή ιστορία του Τιτανικού σε λίγα χρόνια. Κακώς οι μηχανικοί δεν σκέφτηκαν να βάλουν κόρνα στα μπαλκόνια, δε λέω για τις παλιές μπρούτζινες ναυτικές, μια φτηνή κινέζικη θα αρκούσε. Ποιος προέβλεπε τότε, θα μου πεις, ότι θα καταλήγαμε να περιφερόμαστε καλοκαιριάτικα σ’ αυτό το κατάστρωμα, πέρα δώθε, να το πλένουμε κάθε μέρα -σαν τους μούτσους του Bounty- και να αγναντεύουμε από μια γωνιά του τον ίδιο σταθερό ορίζοντα που ούτε κοντά μας έρχεται ούτε στην αγκαλιά του πάμε. Σαράντα, πενήντα, εξήντα μπαλκόνια, άλλα με μηχανές, άλλα με πανιά, ακινητοποιημένα καταμεσής δυο δρόμων. Σα να μας τέλειωσαν ξαφνικά τα καύσιμα ή να έκλεισε κάποιος τον διακόπτη του αέρα και της ανάσας μας.

Ελπίζω αύριο, μεθαύριο, να αποφασίσω να βουτήξω. Λάντζα δεν έρχεται, λιμάνι δεν πιάνουμε, ανεμόσκαλα δεν έχουμε, αν δεν έρθει το καλοκαίρι προς τα δω λέω να πάω εγώ να το βρω πριν χαθεί οριστικά το στίγμα του από το ραντάρ..

δυο καφέδες τον Αύγουστο

Ο πρώτος διπλός ελληνικός του μήνα, η τέχνη του να ξυπνάς πάντα μισοξεκούραστος ενώ απ’ το Σεπτέμβρη και μετά σηκώνεσαι μισοκουρασμένος, η τραβηγμένη κουρτίνα την ώρα που μπαίνεις κάτω απ’ το νερό, εκεί ξεπλένονται όλα εκτός από τις σκέψεις… λογαριασμοί, προσθέσεις και αφαιρέσεις με ρυθμό μετρονόμου, το χτεσινό φορεμένο πουκάμισο πάνω στην καρέκλα, ένα αυθάδες κουμπί στο παντελόνι, βρεγμένη πετσέτα πάνω στο καλοριφέρ, σκουπίδια που περιμένουν χαιρέκακα το αφεντικό τους στο μπαλκόνι, σακατεμένα λουλούδια κι ας ταΐστηκαν χτες, ξεψυχισμένο κινητό, χαμένα γυαλιά, κρυμμένα κλειδιά, δεν βαριούνται να παίζουν κρυφτό μαζί μου κάθε πρωί, μια καλημέρα από τη Νέα Υόρκη που επιστρέφεται ως καληνύχτα, γυμνές πλάτες και στα τρία δωμάτια, σεντόνια διπλωμένα ανάμεσα στα πόδια τους, δεν πήγε ακόμη οκτώ, έξω τριγυρίζει μια ακαθόριστης ποιότητας ζέστη, η μέση μου έχει τσακίσει στα δυο, το καλοκαίρι επίσης. Ένας καφές ακόμη με ένα ποτήρι κρύο νερό στο πλάι του. Οπουδήποτε μακριά απ’ τα τσιμέντα και τα μπαλκόνια. Sailing in August…