ριχάρδος ο λεμονόκαρδος

Ήταν φορές που μέσα σ΄ αυτή την αδιέξοδη σχέση ένιωθε σα στυμμένος. Σαστισμένος. Κι όλη η ξινίλα που απλόχερα σκορπούσε σε αθώους τόσο καιρό, αντί να τρυπώσει στα γκρίζα μάτια της μιας και μόνης αληθινής ένοχης για να τα εκδικηθεί με αφόρητο τσούξιμο, έψαχνε μια σουρωτή για να ξεσπάσει. Με μια κουταλιά ζάχαρη. Παγάκια σε σχήμα καρδιάς. Και καλό ανακάτεμα.

Όταν αρχίζω να γράφω σαν τη Λένα Μαντά, είναι σίγουρο πως το μέλλον θα φανεί πάρα πολύ σκληρό μαζί μου. Δεν αποκλείεται να πέσει και να με πλακώσει. Σε σαράντα χιλιάδες αντίτυπα.

 

 

Ένα ποτήρι τσίπουρο. Χωρίς παγάκια, με κρύο νερό. Όπως στα ακριβά malt, δεν κατούρησαν στο πηγάδι τα δικά μας τα καζάνια. Τρεις ξυδάτες χοντροελιές, δυό κομματάκια γραβιέρα Νάξου, ένα σκεβρωμένο πιπεράκι τουρσί, μισός χτεσινός κεφτές. Κρύος. Τρία, δυο, ένα, μισό. Drowning by numbers. Είναι απόλαυση, τεράστια ηδονή να μπορείς να ξεφτιλίζεις τον Greenaway πάνω σε μια ψάθινη καρέκλα την ώρα που τραβάς, κόβεις τα ξέφτια από κάτω της και μυρίζεις μετά τα χέρια σου. Τα ίδια έκανα και στα οκτώ μου, μείον τα τσίπουρα. Σε δέκα, δεκαπέντε χρόνια θα ωριμάσω. Αged in oak families.

 

 

Πάνω από το κεμπαπάδικο, το δεύτερο πιο διάσημο της πόλης, υπήρχε μια εκκλησία παλιά, στον πρώτο όροφο. Πολύ παλιά, είκοσι και βάλε χρόνια πριν. Ανέβαινες είκοσι ξύλινα στενά σκαλιά, έκανες το σταυρό σου να υπάρχει έστω και μισή γωνιά ελεύθερη για να μπεις να παρακολουθήσεις τη λειτουργία κι έμπαινες. Για τέμπλο είχε μια μπάρα με διακόσια μπουκάλια θεία κοινωνία από πίσω της, από το ταβάνι κρεμόταν ένας πολυέλαιος απ’ τους φτηνούς που άναψε πέντε φορές και μετά έσβησε για πάντα γιατί -σε στιγμές ύψιστης θρησκευτικής έξαρσης- κάποιοι προσπάθησαν να παραστήσουν τα λαμπιόνια πάνω του, αντί για εικονίσματα δεξιά κι αριστερά είχε πιστούς, καρφωμένους με την πλάτη, με τον ώμο, με το μέτωπο, στον τοίχο, μετά το τρίτο, τέταρτο τζακ ντάνιελς ήθελες μεγάλη πίστη για να ισορροπήσεις χωρίς ντουβάρι. Για τους ψαλτάδες μη ρωτάς. Ο θεός της νύχτας μας έκοβε χρόνια και τους έδινε ώρες, ως το ξημέρωμα. Αυτό το λάθος πληρώνουμε σήμερα, πάνε τα χρόνια, πάνε οι νύχτες, πάνε οι ψαλτάδες, πάει και η Loris. Πριν λίγες μέρες ρώτησα έναν από τους ψήστες που μου φάνηκε σαν αφεντικό (γιατί ήταν λιγότερο λιγδωμένος απ’ τους άλλους) αν μπορεί να μου ανοίξει -την αποθήκη τους πλέον, για τέτοια βεβήλωση μιλάμε-για να ανέβω επάνω. Όσο με κοιτούσε σαν να είχε απέναντί του τον Τζακ Τόρανς, του εξήγησα ότι ήθελα να κάνω το σταυρό μου εκεί που βαφτίστηκα, παντρεύτηκα, βάφτισα παιδιά. Η ψυχή του μαλάκωσε, δεν ξέρω τι σκέφτηκε και δε με νοιάζει κιόλας, ξεκλείδωσε την πόρτα, είπε ανεβείτε προσεκτικά. Ανέβηκα. Σε ένα λεπτό ήμουν πάλι κάτω, σωστός Αντρέι Ρουμπλιόφ, με σφιγμένο στομάχι. Οι Ταλιμπάν πιο τρυφερά φέρθηκαν στις μοιχαλίδες απ’ ότι ο χρόνος στον ναό μας. Πώς να γίνεις καλύτερος άνθρωπος μεγαλώνοντας όταν σου κλέψαν το στασίδι σου; πού να προσευχηθείς; πού να κοινωνήσεις; πού να πας τα παιδιά σου -τώρα που μεγάλωσαν- να κοινωνήσετε μαζί; πού να ψάλλεις I love you baby and if its quite alright, I need you, baby to warm a lonely night, I love you, baby, trust in me when I say….κι αμέσως μετά να πέσεις στα γόνατα τον επινίκιον άδοντας, war, children, its just a shot away, love, sister, its just a kiss away.

 

 

Δεν σκέφτομαι τα πίσω με νοσταλγία. Όχι. Τα μπροστά σκέφτομαι με περιέργεια και -δε ντρέπομαι να το πω- με μια λαχτάρα. A shot away, a kiss away, ο,τι να ‘ναι εκτός από fade away.  M’ αυτό το away -το σκέτο- να κατορθώσουμε να βρεθούμε μια μέρα. Με τα ψαλτήρια, τα στασίδια, τα κεραμίδια και τα shelters θα δούμε πώς θα τη βολέψουμε…ένα τρόπο θα βρούμε να τη γλυκάνουμε την ξινίλα…

 

 

 

(στην) ψύχρα

Διαβάζω εκθέσεις ιδεών, γράφω τέτοιες, πράγματα θυμωμένα, ξινά, πικρά, αδέξια, ψευτοτρυφερά, ψευτοσκληρά, ενίοτε αυτοπαρηγορητικά (δεν ξέρω τη διαφορά απ’ τα παρήγορα), σχεδόν πάντα σκουρόχρωμα. Άσπρο δεν άπλωσα για στέγνωμα εδώ και πολύ καιρό. Δηλαδή και λευκό να άπλωνα, είχα τον τρόπο να το κάνω μαύρο όσο έβαζα τα μανταλάκια για να μη το πάρει ο αέρας. Αρχίζω να πιστεύω ότι είναι ανίατο. Και πάρα πολύ κουραστικό.

Συνήθως γράφω για ανθρώπους. Ή κάτι σαν κι αυτούς. Στο τέλος, με το που πατάω το publish είμαι πάντα -μα πάντα- βέβαιος πως έκανα μια τρύπα στο νερό, αν υποθέσουμε πως υπάρχει νερό. Ποιάν έννοια, ποιό σκοπό, ποιάν αξία έχει να λες στον άλλον try walking in my shoes από τη στιγμή που δεν ξέρεις καν αν έχει δικά του παπούτσια. Μη σου πω και πόδια.

Πριν μου δώσει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι η ενοχικότητά μου -χειρότερη κι απ’ το χειρότερο αυτοάνοσο-  και το κλείσω το ρημάδι το λάπτοπ με αυτιά να βουίζουν και κεφάλι σταρ-τρεκ, πέφτω πάνω σ’ έναν άνθρωπο που τρέχει πίσω από ένα φοβισμένο σκύλο. Κι την επόμενη στιγμή τρέχω κι εγώ ξοπίσω τους, να δω αν η ιστορία θα ‘χει καλό τέλος. Γιατί εμείς δυσκολευόμαστε να το γράψουμε.

Δες και μόνος σου. Someone to watch over me είναι, είτε εσύ είσαι το χέρι που σκεπάζει και μετά κλείνει το φως ή εκείνος που ακούει το «όλα θα περάσουν».

Τέτοια μέρα δεν έχω άλλο να σκεφτώ. Ακόμη και γιγάντιο ψέμα να είναι το «μην ανησυχείς, όλα θα περάσουν» σήμερα θα σε σκεπάσω μ’ αυτό, λιώνει η ψυχή μου να σε βλέπω να κρυώνεις περιμένοντας τη γέννα του αύριο.

 

 

Mad Max days

Κοντεύει εφτά, σε λίγη ώρα ξεκινάει το σκάλισμα των κάδων, παλιά οι άνθρωποι περίμεναν να πέσει η νύχτα, τώρα και νωρίς βραδιάζει και η ντροπή δεν περισσεύει.

Ευτυχώς ψύχρανε ο καιρός, αμβλύνθηκαν οι  μυρωδιές της σήψης από κει μέσα μα αλάφρυναν από περιεχόμενο, όταν δεν ανεβάζεις στο σπίτι δεν κατεβάζεις κιόλας. Σπάνια βλέπω κάδους γεμάτους ως πάνω, μόνο αν είσαι πάνω από ένα κι ενενήντα έχεις προοπτικές να τους ξεζουμίσεις ως το τέλος. Ο Σίμος, της γειτονιάς μας, είναι ένα κι εξήντα, σκέβρωσε κι απ’ τα χρόνια που κουβαλάει πάνω του. Θα γίνουν λυσσαλέες μάχες μεταξύ ανθρώπων και γάτων προβλέπω. Οι φιλόζωοι θα βρεθούν σε δίλημμα, αν υποθέσουμε πως δεν θα εκλείψουν οι γάτες ως είδος. Εγώ είμαι με το Σίμο.

Ένιωσα άσχημα βλέμματα να καρφώνονται στην πλάτη μου. Ήθελα να πάρω ένα κόκκινο φτηνόκρασο, τεσσεράμισι ευρώ. Καθόταν ένας από πίσω που μου δεν έσερνε καρότσι αλλά ένα καλάθι, είχε μέσα μια ρετσίνα, δυο σακούλια πατατάκια, μια κονσέρβα με φασόλια γίγαντες, χαρτοπετσέτες….. και με κοίταζε. Νομίζω. Δεν είμαι σίγουρος, φύλαγε τα ρούχα σου όμως. Δεν τόλμησα. Ποτέ ξανά στο μάρκετ για ψώνια Παρασκευή. Κάθε μέρα από τρία πράγματα. Αν χρειαστεί και δυο φορές τη μέρα. Και τρεις. Να φεύγω με μια σακκούλα, να μη δίνω στόχο. Αν είναι μικρά, τα βάζω και στις τσέπες. Όσο έχω τσέπες κι όσο θυμάμαι το δρόμο για το μάρκετ.

Οκτώβρης, ευκαιρία να διαβάσω. Το καλοκαίρι δεν μπορώ, αφαιρούμαι κάθε δυο λεπτά -λόγω απροσδιόριστης και αδέσποτης ευτυχίας- και πιάνω το βιβλίο πάλι απ’ την αρχή. Ούτε απόδειξη απ’ το γαλατάδικο μπορείς να διαβάσεις έτσι. Θα κάνει κρύο όμως στο σπίτι φέτος. Πρέπει να προπονηθώ να γυρίζω σελίδες με γάντια. Αν έχουν κομμένες τις άκρες, στα δάχτυλα, θα νιώθω σαν ήρωας του Τσέχοφ. Του Ντοστογιέβσκι. Του Τολστόι. Του Τουργκένιεφ. Γκόγκολ σε τριάρια.

Τέσσερις χρωστάνε τα κοινόχρηστα του περυσινού χειμώνα. Κανείς τους δεν κατέβηκε στη συνέλευση προχτές. Μια ώρα συζητούσαμε αν θα λειτουργήσουμε τη θέρμανση φέτος. Κι άλλη μια ώρα με ποιο τρόπο θα εισπράξουμε από τους τέσσερις, μπλέξαμε δικηγόρους, συγγενείς, δόσεις, παπάδες, παρακάλια, φοβέρες. Θλιβερό. Και ν’ ανάψουν τα καλοριφέρ, το μέσα μας ξεχάσαμε να το γεμίσουμε. Παγωμένο θα μείνει. Ποιο Στάλινγκραντ, ποιος ρώσικος χειμώνας, ποιος Ναπολέοντας και ποιος Πάουλους…

Πόσο αφελείς και χρωματιστά αισιόδοξοι ήταν οι παλιοί. Το χειμώνα ετούτο άμα τον πηδήσουμε, θα μας εκδικηθούν για λογαριασμό του οι επόμενοι δέκα. Και, μακάρι να βγω φτηνός ψεύτης, δεν νομίζω να φανούν τρυφεροί μαζί μας.

Τα λύκεια, και οι δεκαεξάρηδές τους, θα μας γαμήσουν μια μέρα γι αυτό που τους κληροδοτήσαμε.