αρχαίες γυναίκες

Ξεκίνησα να διαβάζω την «Ώρα του Λύκου» στo τέλειωμα της σελίδας υπ’ αριθμόν 125 αλλά με το που πήγα να προχωρήσω στην 126 τα δάχτυλά μου αρνήθηκαν, θυμήθηκα κάτι, σταμάτησα και ξαναπήγα πίσω στα βινύλια, όχι στην πλατεία Αβησσυνίας αλλά στο νησί εδώ απέναντι, παραμονή Αγίου Πνεύματος, πριν εικοσιπέντε, ίσως και παραπάνω, χρόνια. Προσπαθώ να τα στρογγυλέψω, μπορεί να ήταν και εικοσιεφτά, μπορεί εικοσιτρία. Πολλά πάντως.

Τόσα πολλά για να μη θυμάμαι πώς βρεθήκαμε σε ένα μπαρ χωμένο πίσω στη Χώρα, μπρος σε μια πλατεία τσιμεντωμένη και άδεια, τρία πουρνάρια και μια προτομή είχε όλη κι όλη που ήταν μουσκίδι, έσταζε η μύτη του, αύριο θα ήταν πουντιασμένος ο ήρωας. Ψέματα, είχε και δυο πράσινα παγκάκια δεξιά κι αριστερά της για να φυλάνε σκοπιά τα λόκαλ γερόντια, σαν δεν έβρεχε. Πιο προβλέψιμοι κι απ’ τα σαλιγκάρια. Άσχημο μέρος, άσχημη μέρα.

Από την ώρα που βγήκαμε απ’ το καράβι έβρεχε, σταματούσε, ξανάβρεχε, λίγη βροχή ακόμη και θα πήγαινε στράφι το αυριανό -πρώτο- μπάνιο, τσάμπα οι ξυρισμένες γάμπες και  τα όνειρα για ούζα στις αλυκές, εκείνη τη νύχτα άστρα από πάνω δεν είδαμε, πίναμε, καπνίζαμε και ακούγαμε, μετά το τρίτο four roses βαρέθηκα στο τραπέζι μας, πήγα στη μπάρα κι άρχισα να  παίζω κόντρες ποτά με έναν ξιπασμένο ντιτζέι που τον ανέβασαν -λέει- απ’ την Αθήνα, έχασε πέντε, στο έκτο είπε «όλα ή τίποτε, πάει;», αν το ‘βρισκα μας κερνούσε όλους, αν έχανα πλήρωνα και το δικό του, «βαλ’το»

το ‘βαλε

I’ve gone down the river of sadness..

τον είδα να χαμογελάει, ήδη σήκωνε το πόδι του για το βάθρο, απ’ αυτά που έχουν μόνο νούμερο 1

..and I’m tired of leaving and leaving, I can’t come back no more

 

..φωνή χάλια είχα από τότε, πολλά διόρθωσα, πολλά στράβωσαν, αλλά ούτε τα φάλτσα, ούτε τον Jeffrey Lee πρόδωσα. Η αλήθεια είναι  οτι κοιτούσα τη βροχή έξω απ’ το παράθυρο όταν τραγούδαγα τα στιχάκια, οι ματιές μας δεν διασταυρώθηκαν, δεν το ‘θελα, λίγο το βαρύ κεφάλι, λίγο επειδή ντρεπόμουν, ένιωθα σαν τους μαλάκες στο σχολείο που κορδωνόντουσαν λέγοντας το παρακάτω μάθημα, τα έξη κερασμένα όμως μια χαρά την ξεπλέναν τη ντροπή.

Κατέβασε το πόδι, χάθηκε το βάθρο, άρχισε να σκαλίζει δισκάκια, δεν ακούγαμε πια τραγούδια, Κολοσσαίο το κάναμε το μπαρ, «ασ’ το» του είπα, «στο τέλος θα με βάλουν στο πρώτο πρωινό και θα με ξαποστείλουν πίσω γιατί πέρασα όλη τη βραδιά μαζί σου»,  πήγα να τον λυπηθώ γιατί δεν θα έπαιρνε μεροκάματο αλλά μάλλον εμάς έπρεπε να λυπηθώ γιατί σίγουρα θα μας πότιζε με κερασμένες μπόμπες, του ‘γνεψα «ευχαριστώ», κούνησε το κεφάλι του σα να ‘λεγε «γάμησέ μας κι εσύ νυχτιάτικα», πήγα στο τραπέζι, μάλλον είχαν μούτρα, πού να θυμάμαι σήμερα, αλλά τα κερασμένα κερασμένα, αυτά όλοι τα θυμούνται μέχρι σήμερα.

Θυμάμαι κι άλλα.

Όπως το ότι κάποια στιγμή βγήκαμε στη βροχή, σκεπάσαμε τις πλάτες και τα κεφάλια των κοριτσιών με τα φτηνά φουτεράκια μας, τρέξαμε μέχρι το ξενοδοχείο με το γυναικείο όνομα, βίλα τάδε, νικολέτα, κατερίνα, αλεξάνδρα, κάτι τέτοιας ράτσας, ξεκλειδώσαμε τα δωμάτια με τα σουηδικά έπιπλα, πετάξαμε τα βρεγμένα στην μια και μοναδική καρέκλα και πηδηχτήκαμε πάνω σε σεντόνια κρύα, που μύριζαν ΟΜΟ, ντουλαπίλα και υγρασία. Εδώ στο βορά η σαιζόν αργεί να χτυπήσει κάρτα.

Κάποια στιγμή χτύπησε την πόρτα η Τ., είχε τελειώσει το αγροτικό της στο διπλανό δωμάτιο, είμαι σίγουρος ότι την άκουσα όταν έχυνε αλλά ήμουν πολύ νυσταγμένος για να εντυπωσιασθώ, σύρθηκα κι άνοιξα, «μη μου πεις ότι κοιμάστε ρε» ψιθύρισε,  «κοιμάται, εσύ βρυκολάκιασες βλέπω», «κι ο άλλος ροχαλίζει, θα’ ρθεις στον κήπο για ένα τσιγάρο;», πήγα πίσω της κλείνοντας όσο μπορούσα πιο αθόρυβα την πόρτα, είχε γυμνά πόδια, τσόκαρα scholl κι ένα πουκάμισο -του αλλουνού- από πάνω, κάναμε μισό πακέτο μάρλμπορο, η βροχή είχε σταματήσει αλλά άστρο ούτε για δείγμα, δεν θυμάμαι τι λέγαμε, μόνο ότι κρύωνε και κάποια στιγμή είπε «πάγωσα ρε χαμένε, πιάσε με» και όταν την αγκάλιασα -προσεκτικά, σχεδόν προστατευτικά- ο λαιμός της μύριζε το ίδιο αφρόλουτρο που μύριζα κι εγώ και τα ξανθά μαλλιά της μύριζαν ωραία κι αυτά. Νομίζω πως οι άκρες απ’ τα δάχτυλά μου αγγίξαν τα πόδια της, ψηλά, μια σπιθαμή απ’ το εσώρουχο, και έμειναν εκεί πολλήν ώρα, νομίζω. Όχι, δεν νομίζω, σίγουρος είμαι. Το μυαλό μου μπορεί να μη θυμάται πια, το δέρμα, τα δάχτυλα αποκλείεται να λαθεύουν.

Advertisements

38 thoughts on “αρχαίες γυναίκες

  1. Ποτέ δεν φαντάστηκα πως Η Ώρα του Λύκου θα γινόταν εφαλτήριο για μια τέτοια αναδρομή σε τόσο εξαιρετικά βιώματα. Αν το ήξερα δεν είμαι σίγουρη πως θα είχα τολμήσει να γράψω το κεφάλαιο. Από αιδώ και μόνο, και από μια ειλικρινή συστολή. Σαν αυτή που νιώθει κανείς όταν τα ιερά του τέρατα γυρνούν και τον κοιτούν στα μάτια και τότε δεν ξέρει πώς να αντιδράσει… ξέρετε.
    Σας ευχαριστώ, κύριε.
    Μόνο αυτό.

    Μπορώ να το συμπεριλάβω στις καλύτερες κριτικές μου; (το εννοώ).

    1. για να είμαι ειλικρινής δεν πρόλαβα καν να παω στην Ωρα του Λυκου, γύρισα πίσω στους Minimal Compact και τους Coil. επίσης, τέρας είσαι και φαίνεσαι, ιερές είναι μόνο οι γελάδες στη Βεγγάλη. αυτά και φχαριστώ 🙂

      1. Ευτυχώς. Αν είχες μπει στην Ώρα του Λύκου οι υποψίες θα είχαν γίνει ενδείξεις, οι ενδείξεις αποδείξεις, και τότε τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Πίστεψέ με.

        Η αναφορά σε ακροδάχτυλα ακόμα ένα φετίχ.

        Τέρας εγώ; Μια αθώα και ανήξερη ύπαρξη; Χεχεχε… Με κοκαλεύεις! 🙂

        Ιερές αγελάδες δεν υπάρχουν μόνο στη Βεγγάλη (κι άλλο φετίχ ο τόπος, επίτηδες το κάνεις;), υπάρχουν και γύρω μας, δίπλα μας, μέσα μας.
        Άρα, Σους… 😉

  2. Μου ήρθε μια σφοδρή επιθυμία στα … ακροδάχτυλα , να πληκτρολογήσω ένα κορακιασμένο (=διψασμένο) … “… και μετά ?…” , αλλά σαν κάτι να με τρόμαξε τελικά και το παράτησα …
    Μια “φαγούρα” όμως στα … fingertips , μου έμεινε …. το ομολογώ .

    1. μετά δεν έχω ιδέα. το πιθανότερο ειναι οτι μας τέλειωσαν τα τσιγάρα και η βροχή ξανάρχισε

  3. Αυτές οι ηρωικές μνήμες από νύχτες που ξεχνάς τον αριθμό των four roses και που στο μπακράουντ προσπαθεί να κλέψει την παρτίδα ένας τρελαμένος ντιτζέης (κάποιος πρέπει επιτέλους να τοποθετήσει τους τρελαμένους ντιτζέηδες σε πρώτο πλάνο-είναι άδικο και κρίμα να είναι πάντα στο περιθώριο, το λέω εγώ ο πικραμένος που με τα δισκάκια μου έχω σώσει τόσες και τόσες νύχτες…) αλλά τέλος πάντων κάτι άλλο ήθελα να πω: Α, ναι απόψε εδώ έχει κρασί ροζέ από το φτηνό με τη χάρτινη συσκευασία και την κάνουλα και στο στέρεο παίζει ένα τραγούδι που λέει για τότε που λιώνει το σπίρτο απάνω στο χέρι και μέσα μας φωνάζουμε ωχ. Να αν δεν με πιστεύετε:

    [αυτό σας το χαρίζω γιατί το παραπάνω κείμενο χτυπάει εύκολα κάποια από τις πρώτες θέσεις στην κκμοίρια ανθολογία-να βγάλετε και βιβλίο κάποια στιγμή εύχομαι 😉 ]

    1. ηρωικές νύχτες τω όντι, four roses, five roses, six roses, rosegarden, ώρες ώρες απορώ πώς γλιτώσαμε.
      παίρνω το τραγούδι-δωράκι κι ευχαριστώ και φεύγω και ναι, σας πιστεύω και θα βγάλω το σκασμό κάποια στιγμή, εύχομαι

  4. Βρίσκομαι 15 σελίδες πιο πίσω από σας και αναμένω πώς και πώς να δω τι θα μου προκληθεί εμένα σε 15 σελίδες.
    Θέλω να πω εδώ πως η Μιράντα έχει κλέψει τις καρδιές όλων μας.

    Κι ακόμα πως δε σας θαυμάζω που το ζήσατε, αλλά επειδή το θυμάστε τόσο ζωντανά, τόσα χρόνια μετά και κυρίως επειδή το περιγράφετε τόσο γαμάτα.

    Silent μπέημπ, μη γκρινιάζεις εξ ονόματος των djs, υπάρχουμε κ εμείς που τους αγαπάμε 🙂

    1. εγώ εκείνο που ξέρω ειναι οτι άν δεν βάλω λουρί στο μυαλό και στα δάχτυλά μου, Μιράντα δεν τελειώνω
      ( “περιγραφω”…αυτά θα μας φάνε τους vintage, αντί να τα ζούμε τα περιγράφουμε)

      1. α, όόόόχι! Περιγράφετε εκείνα που ζήσατε τότε. Τώρα ζείτε άλλα.
        [κάτι παρεμφερές έχω πάθει κι εγώ με τη Μιράντα, δηλώνω ομοιοπαθής]

  5. Αν κάνετε έτσι για τον Λύκο να δω τι θα γίνει όταν φθάσετε στις πεθαμένες γυναίκες του καλοκαιριού.Προβλέπεται δύσκολος Ιούνιος.

  6. Πολύ σας αγαπάω εσάς τους δυο όταν προειδοποιείτε έτσι ο ένας τον άλλον 😉

    1. τον kopoloso να προειδοποιήσει κανείς, μη του ΄ρθει νταμπλάς άμα δει πεθαμένες γυναίκες κι εμένα στο μπαλκόνι του

      1. τουλάχιστον οι ζωντανές αποκλείεται ν’ αναστηθούν. με τις πεθαμένες ποτέ δεν ξέρεις

    1. ρε συ, τώρα που είπες “τρομάζεις”… πήρες χρωμολοσιόν; τρόμαξα να σε γνωρίσω

  7. αν συνεχίσεις έτσι προκλητικός θα ευχόσουν να είχες για καφέ το απόγευμα στο μπαλκόνι σου όλες τις πεθαμένες της γης, τσούλες και μη (δικαιωμένες, ούτως ή άλλως)

    1. ποτέ δεν τελειώνουν αυτά. τα μπαλκόνια μας είναι κάτι σαν το θαύμα με τα πσάρια και τα πσωμιά

  8. Όχι με καμάρι αλλά με κάποια αίσθηση δέους:
    Χτες, μετά από κάμποσα χρόνια άκουσα το Fire of Love. Σήμερα διαβάζω αυτά.
    Preach the blues, KKM. Κάτι θα γίνει αλλά δεν ξέρω τι. Preach the blues…

    1. με καμάρι. και μια πρέζα δέος.τέτοιο τάιμινγκ είναι καλός οιωνός

      όπως λέει και μια παλιά κασέτα “Bible teaching no one tells you, things preachers do not preach”. όσους προλάβουμε να προσηλυτίσουμε

  9. ψαχνω αφισα σου για το δωματιο μου(αν και μεγαλωσα πια) και δεν βρισκω .Θα κολλησω κανα ποστ αλλα φοβαμαι μην πεσει ο τοιχος απ το βαρος και που καιρος για εξοδα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s