ντουλάπες

25208345

Ξύπνησα πιασμένος. Δεν φταίγαν τα χτεσινά έξη χιλιόμετρα. Έξη τετρακόσια για την ακρίβεια, μα επιπέδου lower. Τσιμέντα, πεζοδρόμια, μάνες και καρότσια τριγύρω, παραπανίσια κιλά στριμωγμένα σε φόρμες με άσχημα ξεθωριασμένα χρώματα, αγχωμένοι εξηντάρηδες που παλεύουν να ξορκίσουν χοληστερίνες, τριγλυκερίδια και εμφράγματα στον ορίζοντα.  Προχτές τα πέντε στο βουνό ήταν το βαρύ proficiency, ασήκωτο σχεδόν. Όταν όμως φτάνεις στη διχάλα, ανάμεσα σε πεύκα, πουρνάρια και αγριοσπάραγγα κι ακούς από κάτω -μακριά, αόρατο- το ποτάμι, λες χαλάλι τα πονεμένα γόνατα στις κατηφόρες και η λειψή ανάσα στις ανηφοριές. Εκεί πάνω η πόλη δεν ακούγεται,  κρυμμένη πίσω απ’ την πλαγιά. Σαν δεν την ακούς δεν την βλέπεις κιόλας, ευλογία. Ούτε λακκούβες, ούτε κάδοι, ούτε αδέσποτα, ούτε βρωμερές πυλωτές, ούτε παρατημένες και σκουριασμένες λαμαρίνες πάνω σε τέσσερις, τρεις, ίσως και δυο ρόδες. Μια ώρα δρόμος -κι αν- όλη η διαδρομή. Καθένας βολεύεται όπως μπορεί, μέσα στη δική του Χώρα των Θαυμάτων.

Σήμερα όμως πόναγαν όλα. Έπεσε βαρύς πάνω μου ο χειμώνας που κατάπια μονορούφι, χωμένος σε καναπέδες, πολυθρόνες, ουρές και καρέκλες, με παρέα κρασιά, μπίρες, τσίπουρα, λογαριασμούς και τσιγάρα. Μόνο με ιδρώτα ξεπλένεται τώρα. Ιδρώτα, πόνο και λίγο αίμα. Τα πουρνάρια δαγκώνουν αν φοράς κοντομάνικα.

Μπήκα στο μπάνιο, η γύρη τριγυρνάει έξω εδώ και δυο βδομάδες αλλά ώρες ώρες νομίζω πως τρυπώνει ύπουλα σε κάθε πόρο μου -ζωντανό ή αποθαμένο- ακόμη κι όταν κοιμάμαι. Βγήκα και έψαξα ρούχα. Δεν τα σηκώσαμε ακόμη τα χειμωνιάτικα, άνοιξα τη ντουλάπα και σφίχτηκε η ψυχή μου. Τα άσπρα γκρίζαραν δίχως ήλιο. Τόσο μπλε, γκρι, μαύρο και καφέ δεν αντέχεται. Καναδυό χρωματιστά είναι για να κοροϊδεύουν το μέσα σου και τους απέναντι, ότι τάχα μου είσαι μακριά -ακόμη- από εξωτικούς προορισμούς που ‘χουν ονόματα όπως ουρία, κρεατινίνη, ουρικό οξύ, γαλακτική αφυδρογονάση, CPK και PSA. Την έκλεισα γρήγορα. Ερχόταν ένα καράβι απ’ το βάθος της και δεν είναι να τα βάζεις με καράβια πρωινιάτικα. Η θάλασσα όμως έφτασε ως τα πόδια μου, που τα ΄νιωσα μούσκεμα. Ίσως και να μη σκουπίστηκα καλά, βγαίνοντας απ’ το μπάνιο. Ίσως κάτι δεν πάει καλά με τη ντουλάπα μου, εικοστέσσερα χρόνια εκεί, ακίνητη, αμίλητη, κι αν έχει δει κι αν έχει ακούσει..

Στο αυτοκίνητο δεν άνοιξα ραδιόφωνο, ούτε cd έβαλα. Όλες οι διαδρομές φέτος ήταν mute. Σαν το χειμώνα. Μόλις δω τα πρώτα γυμνά πόδια στους δρόμους, χωρίς καλσόν και παντελόνια, θα ψάξω και για τραγούδια. Όχι πριν. Τίποτε King of Convenience, καμιά Feist, ίσως Slowdive ή σκέτον Neil Halstead, τέτοια ψυχοχάδια.

Βγαίνοντας απ’ την πυλωτή με την όπισθεν, που κάθε χρόνο με δυσκολεύει στη μέση και στον αυχένα όλο και περισσότερο, πάτησα απότομα φρένο. Νόμισα πως απ’ το δρόμο περνούσε ένα καράβι. Έκλεισα μάτια και όταν τα ξανάνοιξα ήταν η σκουπιδιάρα. Ευτυχώς, γιατί με τα απόνερα έχεις πολλές φορές άσχημα ξεμπερδέματα. Με τα σκουπίδια  μάθαμε, κουτσά στραβά, να πορευόμαστε.

Το απόγευμα θα ξανανέβω στο βουνό. Ελπίζω να μη μ΄ακολουθήσει κι εκεί το πλεούμενο. Τις φοβάμαι τις παροιμίες. Μερικές φορές τις πιστεύω κιόλας..

—-

Advertisements

25 thoughts on “ντουλάπες

  1. μην εκληφθεί ως δείκτης ουρίας, κρεατινίνης, PSA αλλά ..τα σέβη μου και υπόκλιση βαθιά. really. πιο really δε γίνεται :-))

  2. Τί υπαινίσσεσθε όταν λέτε “…αγχωμένοι εξηντάρηδες που παλεύουν να ξορκίσουν χοληστερίνες, τριγλυκερίδια και εμφράγματα στον ορίζοντα…” ?
    Ψιλοχαλάστηκα , τώρα …
    Πάω στην ντουλάπα μου να δω , αν ξεθώριασαν οι φόρμες μου , τόσα χρόνια καλοσιδερωμένες και κρεμασμένες εκεί …
    Κι ανοίγοντας , λέει , την ντουλάπα , να πέσω πάνω σε ένα ολόλευκο περήφανο ιστιοφόρο μέσα σε μια γλαυκή ατμόσφαιρα να πλέει χαμογελώντας προς το μέρος μου και να με διαπερνάει ολόκληρη …
    …………………
    Α , ρε Sigmund … Θα έχεις όλα τα δίκια του κόσμου , αν μου σιγοτραγουδήσεις στο αυτί τον πανανθρώπινο ύμνο “Εγώ καλά σου τά’ λεγα , μα τά’ κουγες παράλογα” .

    1. έτσι είναι η νεολαία, άμα δεν έχεις αυχενικό ή στραμπουληγμένο σπόνδυλο τα πάντα γίνονται

    1. εκείνο που δεν ξέρω -βέβαια- είναι αν και ο Halstead επιβεβαιώνει τη φλωροσύνη μου 😛

    1. Τρανσαμιναση καλει χοληστερολη (την κακη εννοειται). Μεσα στην ντουλαπα μου ειδα ενα τζην που δεν με χωραει πια και μυριζε ακομα θαλασσινη αυρα απο την Αμοργο, πιο διπλα κρεμασμενο ενα σουτιεν μεγαλου μεγεθους που μυριζε κλιμακτηριο κι ομως καποτε μυριζε κυμα και φικια και το λαχταριστο της στηθος που ηταν πιο ζουμερο κι απο φραουλες Μανωλαδας. Παω να διαβασω Λενα Μαντα.

  3. Αλί και τρισαλί.
    Οι παροιμίες είναι σαν τις κατάρες. Όταν δεν πιάνουν τα επιχειρήματα.

  4. Διαβάστε στο επόμενο: η αγωνία του καπετάνιου που προσπαθεί να καταλάβει πώς βρέθηκε να μανουβράρει σε μια θάλασσα από πουλόβερ.
    +Ιδέα: post σκυταλοδρομίες.

    1. να λέει κι ευχαριστώ ο καπετάνιος που δεν βρέθηκε να βολοδέρνει μέσα σε μια ομίχλη από πουκάμισα

    1. εσύ είσαι ευγενικός
      χτες πήρα μέιλ -αγνώστου πατρός- που έλεγε “είσαι αξιολύπητος, φαντάζομαι ποτέ δεν έζησες σε μια μεγάλη ολόφωτη πόλη”

      oh well..

  5. Τελευταίο φύλλο αριστερά. Θα περιμένω, Ξέρεις, δα.Ο καθείς με τις αδυναμίες του, κι εγώ με τις δικές μου, ναι;

  6. προσπαθώ να φανταστώ το βλέμμα του υποψήφιου αγοραστή όταν θα δει εκατερωθεν της ντουλάπας τις σωσίβιες λέμβους να κρέμονται.

  7. αφου βρηκες και πικ να ταιριαζει με το κειμενο,δεν εμεινε κατι αλλο=)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s