τρόπαια

25847915 (1)

Διαβάζοντας στο μπαλκόνι. Από τη μια κατεβασμένες τέντες για να γλιτώσω απ’ τον ήλιο και τους τριανταένα βαθμούς στις μια το μεσημέρι, στον αντίποδα δωμάτια που μυρίζουν grey flannel ανάκατο με γεροντίλα,  ατέλειωτη βροχή και μουσκεμένα σακάκια που περιφέρονται με και δίχως αφεντικά στα πάρκα και τα στενά της Γλασκώβης. Οι σελίδες φεύγουν γρήγορα, με κάποια αναπόφευκτα διαλείμματα για να απαντήσω στις καθιερωμένες κλήσεις της Κυριακής, «τι τρώτε σήμερα;», «τα παιδιά καλά;», «η πίεση του μπαμπά ψηλή, θα πάει στον γιατρό αύριο να του ρυθμίσει τα χάπια». Θα λείψουν πολύ αυτά τα γνώριμα τηλεφωνήματα, κάποια στιγμή.

Ο Ρίλκε σκουπίζει με το χέρι του το στόμιο ενός Λαγκαβούλιν, σελίδα και γουλιά. Εδώ είναι η χώρα του χύμα, ονειρεύομαι τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο και παγάκια που κάνουν φασαρία. Απέναντι τηγανίζουν κεφτέδες, η μυρωδιά είναι εκμαυλιστική αλλά σιχαίνομαι κιμάδες που τους μάλαξαν άγνωστα χέρια, με επαναφέρω στην τάξη. Επιστρέφω στη σελίδα 30, ιώδιο ανακατεμένο με τύρφη, όχι στις αναθυμιάσεις του απορροφητήρα του δεύτερου όροφου. Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτό το βιβλίο. Βάζω σελιδοδείκτη, το αφήνω να ξεκουραστεί.

Έβρεξα αστραγάλους σήμερα. Η θάλασσα είναι ακόμη αφιλόξενη για κάποιους σαν και μένα που αν δεν βγαίνει Ιούνιος δεν αποφασίζουν να χωθούν μέσα της. Ή να την αφήσουν να χωθεί μέσα τους. Αυτό δεν το ξεκαθάρισα ποτέ μου, ποιος μπαίνει σε ποιόν. Η μόνη αδιευκρίνιστης πατρότητας διείσδυση. Η πιο προβλέψιμη, μα και πολύτιμη, ανατριχίλα. Τριγύρω όλοι γαλακτόχρωμοι, μετράω οκτώ κεφάλια, δεν κοιτάζω παρακάτω. Τα μαγιώ δεν κρύβουν, ακόμη, κανέναν υπαινιγμό άξιο δεύτερης ματιάς. Πετσέτες μονόχρωμες, μουντές. Η παραλία των πεθαμένων χρωμάτων. Σε μισή ώρα έφυγα αφού πρώτα έβαλα στην τσέπη δυο καύκαλα σουπιάς και ένα βότσαλο που με ενοχλούσε στη μέση όσο ξάπλωνα στην -καθαρή, ακόμη- άμμο, σαν άλλο μπιζέλι. Άχρηστα λάφυρα της πρώτης επιδρομής. Ίδια κι απαράλλαχτα με τα περσινά, τα προπέρσινα, τα πολύ παλιά.

Σταράκια που εκλιπαρούν για πλυντήριο, καφέ ξεχρωμιασμένη κι ένα νούμερο μεγαλύτερη βερμούδα, πράσινο ευάερο τι σερτ basic organic cotton blend -λέει η ετικέτα-, στολή θέρους. To organic cotton με μάρανε, το made in Bangladesh το κατάπια αμάσητο όταν πλήρωνα πεντέμισι ευρώ περήφανος για το κελεπούρι. Πρέπει να το λύσω αυτό, αν είναι να μη μπορώ να απολαύσω ούτε μια βύθιση αστραγάλων στο νερό χωρίς να με δαγκώνουν δεύτερες και τρίτες σκέψεις, καλύτερα να κυκλοφορώ γυμνός στο σπίτι. Και πάλι κάτι θα βρω να φαγωθώ. Μπορεί να με πιάσουν οι τύψεις για τα πεθαμένα δέντρα που η μετεμψύχωση τα βρήκε σαν χαρτοπολτό πριν καν φτάσω στη σελίδα 31.

Εκεί λέει «είναι αποκαλυπτικό το πώς τακτοποιούν οι άνθρωποι τα βιβλία τους». Κάποιοι τα τακτοποιούν κατά ύψος, το ψηλότερο πρώτο, στο πάνω ράφι, στην αριστερή γωνία, κατεβαίνοντας βαθμιαία ως το πιο μικρό, στο κάτω κάτω ράφι. Κάποιοι άλλοι τα βάζουν μέσα σε μια σφραγισμένη πλαστική σακούλα, ένα προς ένα, με τη ράχη προς τα μέσα και τις σελίδες προς τα έξω, για να μη καταστραφούν απ’ τον ήλιο. Σαχλαμάρες. Να με σχωρέσει η Welsh μα είναι πιο αποκαλυπτικό το πώς δεν τακτοποιούν οι άνθρωποι τις σκέψεις τους. Οι καλύτερες είναι πεταμένες φύρδην μίγδην. Σε μαξιλάρια στο μπαλκόνι, στο πίσω κάθισμα ενός άπλυτου αυτοκίνητου, πάνω σε μια πετσέτα για τη θάλασσα που ξεχειμώνιασε μέσα σε μια στενόχωρη τσάντα στο πατάρι. Χωμένες σε ποτήρια, σε παλιά πουκάμισα, σε λερωμένα -από coppertone- βιβλία. Μη σου πω και χαμένες για πάντα.

Εκείνο το Λαγκαβούλιν που δεν ήπιαμε, τις μέρες της ευμάρειας, ίσως να ‘ναι τελικά ο σελιδοδείκτης.

Advertisements

4 thoughts on “τρόπαια

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s