sci-fi

25633252

Από μια απροσδιόριστη βλάβη χρόνου, τύχης και συμπτώσεων, ξέμειναν για πρώτη φορά μόνοι. Για δέκα λεπτά.

Δεν χρειαζόταν καν δέκα λεπτά, ακόμη και τρία θα ‘ταν αρκετά. Δεν τον έβλεπε, πίσω της ακουγόταν η ανάσα του, τον ένιωθε. Ήξερε τι ερχόταν να κάνει, προσευχόταν σ’ όποιον θεό βρήκε πρόχειρο εκείνη τη στιγμή να μη το μετανιώσει.

Όσο πιο κοντά πλησίαζε τα χείλια του στο λαιμό της, τόσο λιγοστεύαν οι δόσεις απ’ το χαράτσι μέχρι που εξαυλώθηκαν. Καμιά άλλη σκέψη δεν τόλμησε να υψώσει ανάστημα ανάμεσα στη γλώσσα του και το χνούδι της.

Ψιθύρισε «μη γαμώτο», γέρνοντας το κεφάλι από την άλλη πλευρά, για να κάνει περισσότερο χώρο στο στόμα του τη στιγμή που το ‘νιωσε στο δέρμα της. «Μη γαμώτο, μη ψυχή μου, μη μου αφήσεις σημάδι, πρόσεχε».

«Ψυχή μου»

Δεν ήταν και κακό. Για αρχή. Λίγο όμορφα παλιομοδίτικο μα η αχαριστία είναι άσχημο πράμα, τόσα χρόνια μόνο το όνομά του άκουγε να βγαίνει απ΄το στόμα της. Τώρα προβιβάστηκε. Πήρε ένα «μου», δεν τον χόρτασε όμως.

Όσο ανέβαινε προς το αυτί της, τα λεφτά στον φάκελο πίσω (εκείνα τα λίγα, για να ψευτοπληρωθούν οι κάρτες) γινόταν περισσότερα, αυγάτιζαν με κάθε εκατοστό ανάβασης. Μύριζε όμορφα, εκατό φορές την είχε ρωτήσει «τι άρωμα φοράς;», εκατόν μία το ξέχασε. Δεν τον ένοιαζε στ’ αλήθεια το όνομα, μόνο να γινόταν εκείνος το άρωμα της για μια ώρα ήθελε. Για δυο ώρες, για έξη. Για όσο. Για να της πει «ωραίο, μα φόρα εμένα μια φορά, θα μυρίζεις καλύτερα μετά». Δεν το είπε ποτέ, το ΄βρισκε σαχλό και επιτηδευμένα παρακλητικό.

Όταν το χέρι του ανασήκωσε το φόρεμά της και τρύπωσε ανάμεσα στα πόδια της, λίγες πιθαμές πάνω απ΄τα γόνατα , του ‘πε «όχι ρε γαμώτο, θα μπλέξουμε άσχημα αγόρι μου» και άξαφνα μηδενίστηκαν οι δόσεις στην εφορία, παρόλο που απέμεναν δυο ακόμη. Τα πόδια μια άνοιγαν, μια σφράγιζαν, μίλαγαν στο χέρι του χωρίς ν’ ακούγεται η φωνή της, «σταμάτα εδώ, τώρα που θα σταματήσω να σε σφίγγω θα σκαρφαλώσεις πιο ψηλά, λίγο όμως, μετά θα ξανασταματήσεις μέχρι να σου πω ξεκίνα».

«Αγόρι μου».

Δυο «μου». Καύσιμο για τη διαδρομή. Οι ψυχές και τ’ αγόρια ήταν συνοδευτικά. Το «μου» ήταν το κυρίως πιάτο και το επιδόρπιο μαζί κι ας ήταν δανεικό.

Την ώρα που έφτανε στο τέρμα και ικέτευε -από μέσα της- να παραμερίσει το λευκό βαμβακερό ύφασμα σαν νήμα τερματισμού, σαν κορδέλλα εγκαινίων, δεν απέμεινε λογαριασμός απλήρωτος. Με το που ένιωσε τα δάχτυλά του να την ανοίγουν, για κείνη δεν υπήρχε ούτε γαμώτο, ούτε μη, ούτε σταμάτα. Ούτε εξετάσεις παιδιών, ούτε χαλασμένο πλυντήριο, ούτε στοίβες ασιδέρωτα, ούτε μαλάκες συνάδελφοι στη δουλειά, ούτε ρίζες που άρχισαν να ξαναξεμυτίζουν άβαφες, ούτε περυσινή φούστα με ανυπάκουο φερμουάρ. Ούτε γυμνό πρόγραμμα στο κρεβάτι, κάθε Παρασκευή. Και κυρίως ούτε άδειο πορτοφόλι. Για δέκα λεπτά, για μισή ώρα, για λιγότερο από μια. Για όσο.

Μετά θα είχαν όλον τον καιρό να μετανιώσουν και να ξαναβάλουν τους φακέλλους με τα ουφ και τους λογαριασμούς στη θέση τους. Τώρα έπρεπε να ξοφληθούν άλλοι λογαριασμοί, χρόνων. Τυχαίων αγγιγμάτων στα μπράτσα, στα γόνατα, στη μέση, στην πλάτη. Φιλιών στα μάγουλα που θέλαν σα λυσσασμένα να λοξοδρομήσουν, ματιών που διασταυρωνόντουσαν -ανάμεσα σ’ άλλα μάτια- κάθε φορά που η φούστα της σηκωνόταν λίγα εκατοστά πιο ψηλά, μ’ εκείνη να μη λέει «κοίτα με» κι εκείνον να μην ικετεύει «δώσ’ μου κι άλλο». Ανάμεσα σε κουβέντες μπαλκονιού, υπέρβαρα ουφ, λειψά γέλια, νούμερα που δεν βγαίνουν, ώρες που δεν φτάνουν, δουλειές που δεν υπάρχουν, ποτήρια αδειανά, σταχτοδοχεία γεμάτα. Και -όσο κι αν την ξορκίζεις, ως ασύμβατη με τις μέρες που ζούμε- αχόρταγη καύλα. Για πέντε λεπτά, για δέκα, για μισή ώρα. Για όσο.

Άμα το καλοσκεφτείς, είναι κι αυτό μια Ανάσταση.