πανωαποστρατού, κατωαποπαπάφη

26727158 (1)

Ασανσέρ δεν υπήρχε. Τα σκαλιά μέχρι τον δεύτερο όροφο ήταν εικοσιτέσσερα. Συν άλλα οκτώ μετά την εξώπορτα της οικοδομής, σύνολο τριανταδυό. Εξ αρχής δηλαδή χαμένη παρτίδα. Από κείνες τις κάλπικες, που παίζαμε με φασόλια πάνω στα ρετάλια της «καλής» τσόχας των μεγάλων.

Εικοσιέξη

Δώσε

Τριανταέξη, κάηκες

Μπαίνοντας πάντα η ίδια μυρωδιά, να πλανιέται σε κάθε κοινόχρηστη γωνιά. Είτε στις εννιά το πρωί, είτε στις εννιά το βράδι. Τσιγαρισμένο κρεμμύδι, πατάτες γιαχνί, κάτι σαν βρασμένο λάχανο ή κουνουπίδι, φτηνές χημικές βόμβες. Κρέας, μια τσίκνα της προκοπής δεν θυμάμαι να συναντήθηκε ποτέ με τη μύτη μου στους διαδρόμους και στις σκάλες. Ούτε ένα κέικ, μια πίτα, ένα τσουρέκι, ένα ρεβανί, κάτι που να χαϊδεύει πρώτα την ψυχή σου και μετά την όσφρηση. Το καλό βούτυρο κι η ζάχαρη θαρρείς και ήταν επικηρυγμένα στη Θεαγένους Χαρίση.

Η Βίκυ Λέανδρος όμως δεν ήταν. Ούτε ο Αλ Μπάνο. Όταν ήταν «κατάλληλη» η ώρα, δηλαδή μεταξύ δέκα και δώδεκα το πρωί και έξη με εφτά το απόγευμα, χτυπούσα το διπλανό κουδούνι με όλο το θράσος των έντεκα χρόνων μου, άνοιγε η Μαρία -σπάνια η Αρετή, οι μεγάλες αδερφές δεν κάνουν τέτοιες αγγαρείες-, το σπίτι τους μύριζε βουτυρόμελο, φυτίνη και λακ,  με πέρναγε στο σαλόνι, καθόμασταν στο πάτωμα (δρύινο βήτα διαλογής ή μουσαμάς, θα σε γελάσω) και τα 45ρια ξεδιπλωνόταν σαν ακορντεόν, μέσα σε μια θήκη που χώραγε καμιά εικοσαριά, μπορεί και παραπάνω. Ποτέ ακορντεόν, ή πρωτοξάδερφό του, δεν ακούστηκε τόσο όμορφα ως σήμερα. Ποιος Lagrenne, ποιος Πιατσόλα και ποιος Bentos.

«Διάλεξε» έλεγε. Πήγαινα να πιάσω Gianni Morandi ή ένα του Adamo που πολύ με μέλωνε, μα προλάβαινε εκείνη να βρει άλλο. Πάντα προλάβαινε.

Δεν με πείραζε, δεν μ’ ένοιαζε να διαλέξω. Τα πόδια της χάζευα. Τέσσερα ή πέντε χρόνια μεγαλύτερη από μένα ήτανε. Είχε αληθινά πόδια, όχι τσακνιά σαν τα συνομήλικά μου. Αληθινά πόδια και πικάπ Philips, με καπάκι που γινόταν ηχείο. Για να ακούω, πρωί απόγευμα, το «Πες μου πως μπορείς», το «après toi» και το «Μυστικό». Και μετά το «Io di notte», το «Nel sole» και το «Pensando a te». Κατά τα άλλα εγώ διάλεγα. Αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Αρκεί που έβλεπα τα απλωμένα πόδια της μια σπιθαμή μακριά απ’ τα δικά μου και ψευτοτραγούδαγα μαζί της Io di notte sono qui, e ripenso ancora a te κι ας μη καταλάβαινα ποιος io και τι ancora αλλά καταλάβαινα ότι η Μαρία αγαπούσε. Άλλον.

Τη μέρα που ετοιμαζόμασταν να επιστρέψουμε σπίτι μας -πεντέξη μέρες καθόμασταν, που φαινόταν μια αιώνας και μια δευτερόλεπτα- και η μάνα μου φιλιόταν με δάκρυα με την αδερφή της (εκείνα τα χρόνια ήταν μεγάλη υπόθεση τα διακόσια χιλιόμετρα που τις χώριζαν), της είπα μόλις τέλειωσε με τους αποχαιρετισμούς «θέλω να βάλω γυαλιά». Μάλλον ταράχτηκε γιατί με ρώτησε με λαχτάρα «γιατί αγόρι μου; τι συμβαίνει; δεν βλέπεις καλά;» και της απάντησα «δεν βλέπω καθόλου, να τώρα τη θεία δεν μπορώ να τη δω για να τη χαιρετήσω» και ξαναδάκρυσαν και οι δυο αδερφές με το αόμματο και μετά η μάνα μου είπε «τότε να πάμε σε γιατρό αύριο, να δει τι έχεις, να μας πει τι γυαλιά θα πρέπει να βάλεις» κι απάντησα «σε γιατρό εγώ δεν πάω, σαν του Αλ Μπάνο πες του, θα καταλάβει» και κατάλαβαν όλοι και μετά φορτώσαμε το Ρενώ 10 και αφήσαμε πίσω μας τη Θεαγένους Χαρίση, βάζοντας ρότα για μια πόλη που ούτε Μαρίες είχε, ούτε Αλ Μπάνο, ούτε Βίκυ Λέανδρος.

Μετά από λίγα χρόνια, δεν θυμάμαι πόσα, πληγώθηκα πολύ όταν άκουσα πως κάποιος Τζιν Πίτνει, κάπως έτσι, είχε κλέψει το «Μυστικό» της Βίκυ Λέανδρος, ξεδιάντροπα κι απάνθρωπα. Οι πίσω μέρες μου ξηλώθηκαν για τα καλά όταν έμαθα ότι η Μαρία μετακόμισαν.

Τις προάλλες ξανανέβηκα στον δεύτερο όροφο, πάω συχνά εκεί πλέον. Τα σκαλιά είναι ακόμη τριανταδύο. Η θειά μου δεν ζει πια εκεί. Το διαμέρισμα ξηλώθηκε και ξαναφτιάχτηκε απ΄την αρχή. Οι μυρωδιές στην είσοδο, στους διαδρόμους, στις σκάλες είναι ίδιες, σα να μη πέρασε μια μέρα. Ησυχία παντού, θαρρείς και πίσω απ΄τις πόρτες ζουν και παραμονεύουν αράχνες κι όχι άνθρωποι. Μερικές φορές νομίζω πως θ’ ακούσω -την ώρα που ξεκλειδώνω για να μπω στο σπίτι- κανένα Perchè, ma perchè questa notte να ξεγλιστράει απ την διπλανή πόρτα, να ΄ρχεται κοντά μου και να περιμένει να ανάψω το φως για να καθήσει στον καναπέ και να τα πούμε σαν δυο παλιά φιλαράκια, που βρέθηκαν ξανά μετά από αιώνες. Νομίζω, μα μουσική δεν άκουσα ποτέ. Ποτέ. Μόνο πατάτες γιαχνί.

Μπαίνοντας αφήνω πάντα στο ράφι κάτω απ΄τον καθρέφτη, κλειδιά, γυαλιά και ρίχνω λίγο νερό στο πρόσωπό μου για να πάρω ανάσες. Όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο τα τριανταδυό σκαλιά ψηλώνουν και ψηλώνουν και ψηλώνουν.

Τα γυαλιά…

Α ναι. Ίδια με εκείνου είναι. Μα άργησα καμιά σαρανταριά χρόνια.

η φωτογραφία  από arcphotodays

mice or monster

tarkovsky-stalker-mystical-dog

Την Δευτέρα λίγο πριν τα μεσάνυχτα ήταν, σιγουρεύτηκε πια, η πρώτη φορά που άνοιγε το Word, στάθηκε αμήχανος μπροστά του άγνωστο για πόσο και κάποια στιγμή το έκλεισε χωρίς να συναντηθούν τα ακροδάχτυλά του με κανένα πλήκτρο. Αυτό έγινε τρεις, τέσσερις, μπορεί και περισσότερες φορές. Από κάπου το ξέρω αυτό, ας μη κοροιδευόμαστε με εύοσμες σκέψεις σκέφτηκε ψιθυριστά. Γρήγορα συνειδητοποίησε πως ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο με μια πανάρχαιη και διόλου σπάνια φυσική διαδικασία «παραλίγο» κένωσης, όταν έχεις τη δυσάρεστη αίσθηση πως κάτι τριγυρνάει αλαφιασμένο στα σωθικά σου ψάχνοντας έξοδο μα την κρίσιμη ώρα αρνείται να σε αποχωριστεί. Αφήνοντάς σε διπλωμένο, ιδρωμένο, πελιδνό, να μετράς ανάσες σαν σε τζούφια γέννα κι όταν το πάρεις απόφαση πως τίποτε δεν θα σου κάνει τη χάρη να σου αδειάσει τη γωνιά, να ξαναπέφτεις στο άλλο πλευρό περιμένοντας τις επόμενες ωδίνες.

Αυτό το «κάτι» όλο και περίσσευε, εδώ και καιρό.

Στην αρχή ήταν στριμωγμένο σε μια γωνιά. Λούφαζε. Μόλις πήγαινε να δείξει δόντια, έβγαζε εκείνος τα δικά του, του ‘δειχνε τον δρόμο για έξω, σερνόταν ως εκεί απρόθυμα, φεύγοντας το «κάτι» έκανε μια τελευταία αδέξια προσπάθεια να του πει «θα μεγαλώσω και θα σου δείξω ‘γω ποιος κάνει κουμάντο δω μέσα», δεν του ‘δινε σημασία. Ποντίκι είσαι, έλεγε. Έχω ράμματα για τη γούνα σου.

Το ένα έφερε το άλλο. Δύσκολες εποχές. Bitter θα τις πεις, sour θα τις πεις, τέτοιας ράτσας. Τα τριξίματα, τα χρατς χρουτς και τα ροκανίσματα μέσα του πλήθαιναν. Τα ΄νιωθε να τον μασουλάνε και να κόβουν μικρά μικρά κομμάτια απ’ το μυαλό του, το στομάχι του, την καρδιά του, τα πνευμόνια του, μα ποντίκια είστε, έλεγε, θα απιθώσω κάπου εδώ έξω ένα κομμάτι τυρί και θα βγείτε τρέχοντας σα λιμασμένα για να το συναντήσετε. Μετά θα μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχος, δίχως θορύβους και δόντια να τριγυρνάνε ψάχνοντας αίμα στη νύχτα μου.

Ως τα χτες έβρισκε τυρί. Άνοιγε το Word, χυμούσαν αυτά στο άδειο λευκό, το γέμιζαν, τα ‘κλεινε μέσα, τα έστελνε μετά καταπάνω σε άλλους ανυποψίαστους. Για να μπορέσει να κλείσει μάτι. Ως τα χτες.

Τώρα το λευκό απέναντί του έμενε απάτητο. Ούτε ένας τόσο δα λεκές, ένα γράμμα, μια τελεία πάνω του. Τσάμπα η φάκα, τσάμπα το τυρί. Πάγωσε στη σκέψη ότι αυτό το «κάτι» μέσα του δεν ήταν πια ποντίκια, για να βρίσκει τρόπο να τα ξεφορτώνεται, να αδειάζει, να ανακουφίζεται, να παίρνει ανάσες. Μαγικός αυλός μόνο στα παραμύθια υπήρχε. Μέσα του μεγάλωσε ένα τέρας, πιο μεγάλο απ΄αυτόν. Σαν τριάντα γεφύρια ψηλό, σαν δέκα υπερσιβηρικούς μακρύ. Αν έκανε πως βγαίνει, θα τον έσκιζε σε χίλια κομμάτια. Κι αποφάσισε να κάνει ησυχία, να βγάλει μόνος του ένα προς ένα όλα τα δόντια του για να του δείξει ότι εκείνο πια κάνει κουμάντο κει μέσα και να του χαμογελά φαφούτικα μπας και τον λυπηθεί και τον αφήσει να κοιμηθεί ένα βράδι χωρίς να διπλώνεται απ΄τον πόνο των λέξεων που γίναν σκέψεις κι αρνιόταν να τον αποχωριστούν για να πάνε να τρομάξουν κι άλλους τις νύχτες. Θαρρείς κι οι άλλοι μπορούσαν να κλείσουν μάτι, πολεμώντας με τα δικά τους τέρατα.

Αποκοιμήθηκε πλάι στην οθόνη. Τον βρήκε στις πέντε το πρωί δυο κάτια, τσαλακωμένο, με το κεφάλι ένα ίσο με το ξύλο, χυμένο στην καρέκλα. «Σήκω, πήγαινε στο κρεβάτι» του είπε, «κάθε βράδι η ίδια ιστορία, μαξιλάρι δεν ξέρεις τι θα πει».

Πέρασε από δίπλα της, σύρθηκε ως το στρώμα.

Πριν πάει να ξαπλώσει κι εκείνη, πρόλαβε και διάβασε στην οθόνη :

 

Αν βγεις ένα βράδι που δεν φυσάει πολύ, αργά, μετά τις τρεις τα ξημερώματα στο μπαλκόνι, θα ακούσεις τα χριτς χρατς από παντού ολόγυρα.  Ποτέ δεν σταματάνε.

η ιστορία μιας γκαρσονιέρας

26593013

Ήθελα να βγάλω πλυμένα-άπλυτα στη φόρα σήμερα. Όλα τα παρτάλια στο μεϊντάνι, που ‘λεγε η γιαγιά μου. Έτσι, για τους αργόσχολους ιστορικούς του μέλλοντος όταν εξαντλήσουν κάθε τι άλλο ασόβαρο και καταπιαστούν με τα λιμά για να σκοτώσουν την ώρα τους, εν είδει πασατέμπο. Μα σκέφτηκα ότι κανέναν δεν νοιάζουν τα νούμερα, ούτε πόσοι μπήκαν εδώ μέσα, ούτε πόσοι διάβασαν, ούτε ποια διάβασαν, ούτε πότε. Ιούλιο, μεσάνυχτα, καταμεσήμερο, ανήμερα Χριστούγεννα, ποια σημασία έχει;  Kαι εγκατέλειψα την κρυφοματαιόδοξη σκέψη αμέσως. Οι άνθρωποι δεν είναι νούμερα, ουδέποτε ήταν. Ούτε ξεφόρτωμα χύμα στην πλάστιγγα, μήτε τσουβάλιασμα τους αξίζει.

Η ιστορία ξεκίνησε Μάρτιο του 2011. Μετακομίζοντας από μια μεζονέτα που νοίκιαζα, σε μια γκαρσονιέρα που πήρα με δάνειο. Με μισή καρδιά, ομολογώ. Στο πέρα καθημερινά επισκέψεις, το σπίτι στιγμή δεν έμενε άδειο, καθάριζες αποτσίγαρα και σε τρία λεπτά βουνό οι νέες στάχτες. Εδώ στην αρχή φορούσα τα καλά μου κι άναβα τσιγάρο, περιμένοντας μπας και ακούσω θόρυβο στην εξώπορτα. Μάταια. Τα τασάκια πεντακάθαρα. Αεροδρόμια οι καναπέδες. Ανέγγιχτα τα ποτήρια.Πονούσε η ψυχή μου με τόση παστράδα.

Κάποια σημαδιακή στιγμή -Απρίλιος του 2011- χτύπησε το κουδούνι και μου κόπηκαν τα γόνατα. Ο μικρός θεούλης μου (1) στεκόταν μπροστά μου. Αυτοπροσώπως. Με κεράσματα στο χέρι. Μετά ήρθαν ένας ένας κι άλλοι Μικροί Ήρωες (2) στους οποίους όχι μόνο βλέμμα δεν κατόρθωνα ως τότε να σηκώνω μα ούτε και λέξη να απιθώσω στα κατώφλια τους. Και κατάλαβα πως ακόμη και με ένα παλιοπαντέλονο κι ένα μπλουζάκι να ΄σαι ντυμένος, αν ο άλλος βολεύεται να διαβάζει το παραμύθι του (που είναι ολωνών μας) στον -φτηνό, στενό μα και ευρύχωρο- καναπέ σου, θα ‘ρθει. Τα υπόλοιπα είναι μια συνηθισμένη -και πολυπαιγμένη- ιστορία. Όπως ότι κάποια ωραία μέρα του Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς είπα αυλαία, χωρίς καλά καλά να ξέρω τι ακριβώς έκανα πάνω στη σκηνή (ή μέσα στη γκαρσονιέρα, εν προκειμένω) άξιο τέτοιας μεγαλόσχημης δήλωσης. Πρακτικά δεν έκανα τίποτε περισσότερο απ’ το να βλέπω τις λέξεις να περνούν. Άλλες καθόντουσαν για λίγο, άλλες αδιαφορούσαν για την ύπαρξή μου επιδεικτικά, άλλες έμεναν. Οι πιο κουρασμένες. Αλλά μ’ αυτές τα πήγα καλά. Τις μεταχειρισμένες, τις δεύτερες, τις παρακατιανές. Ήταν, και είναι ως τα σήμερα, καλή παρέα τις ώρες που το ταβάνι γλυκοκοιτάζει το πάτωμα ή τα ουφ σκαλίζουν τα σωθικά για ν’ ανοίξουν τρύπα να δουν τι γίνεται στον έξω κόσμο.

Παρά τις απιστίες μου, σε ντουβάρια φτηνά και ακριβά, μερικές δεν με εγκατέλειψαν. Ξέρουν ότι ακόμη κι όταν κάνω μέρες να φανώ στο σπίτι, εκεί ξαναγυρνάω. Ακόμη κι όταν εξαφανίζομαι χωρίς να τους πω κουβέντα, πάλι θα βρουν παρέα για να ανταλλάξουν δυο ματιές, η γκαρσονιέρα πια σπάνια ως ποτέ μένει άδεια από ευγενικούς ανθρώπους που τα αφήνουν όλα τακτοποιημένα όταν σβήνουν το φως και φεύγουν. Γιατί επιμένουν αυτές οι λέξεις να μένουν μέσα, περιμένοντας ν’ ακούσουν κλειδί στην πόρτα, δεν το ‘χω καταλάβει ακόμη. Προκοπή με μένα δεν θα δουν, το γνωρίζουν. Μα κακός μαζί τους δεν θα γίνω ποτέ, κι αυτό το ξέρουν. Έτσι θα συμβιώνουμε μαζί, χλιαρά, ήσυχα, ήρεμα, ως το τέλος.

(All characters appearing in this post -1 & 2-  are flesh & blood. Any resemblance to real persons, living, dead or living dead, is not coincidental at all)

Pantone rain

26536692

 

Ο ουρανός είναι μωβ. Ανταριασμένο. Pantone 274C. Μόνο λίγο Pantone 5275C στις άκρες τον ξανοίγει. Δεν με πτοούν οι αποχρώσεις, βγαίνω να περπατήσω στο βουνό παρέα με το Pantone 442C εντός μου. Να γαληνέψει μια στάλα, όχι πως θα γίνει ποτέ λευκό μα σ’ ένα Pantone Warm Gray 1C μπορείς πάντα να ελπίζεις.

Ανηφορίζω, όσο χώνομαι πιο βαθιά το χώμα μυρίζει Pantone 466C. Πέφτουν πάνω του οι πρώτες ψιχάλες, παίρνω τη στροφή, σε τρακόσια μέτρα ξεκινά η κατηφόρα. Τελειώνουν γρήγορα, παίρνω το δρόμο της επιστροφής. Τέσσερα χιλιόμετρα ακόμη. Λίγος ιδρώτας ακόμη. Λίγες ανάσες ακόμη.

Ανάμεσα σε μένα και το σπίτι, υψώνονται δυο κουρτίνες βροχής, εκεί χαμηλά. Η μια αριστερά βάφει τη γη Pantone 400C, η άλλη δεξιότερα δεν μπορώ να διακρίνω με τι, βγαίνει από μέσα της ένα απρόσκλητο ουράνιο τόξο και μου κρύβει τη μονοχρωμία.

Σε λίγα λεπτά συναντιέμαι με τις κουρτίνες. Με τυλίγουν. Είμαι ο άνθρωπος νερό. Στάζω από κάθε πόρο. Στάζω βροχή και Ευτυχία. Βγάζω τα ακουστικά, μόνο νερό, χώμα κι εγώ τώρα. Βγάζω και τη μπλούζα. Δεν με νοιάζει Τίποτε, δεν υπάρχει στον κόσμο Κανείς. Η βροχή ξεβάφει τα πάντα. Τα πάντα. Ειδικά τις σκέψεις. Που λούφαξαν κι εξαφανίστηκαν, σκιαγμένες απ΄το αγίασμα που τρύπωσε μέσα μου από κάθε πόρο, κάθε ουλή, κάθε σημάδι.

Στο σπίτι απλώνω τα ρούχα να στεγνώσουν, πετάω τα παπούτσια στο μπαλκόνι να ξεκουραστούν. Είναι κρίμα κι άδικο που μπαίνω στο μπάνιο να ξεβγάλω τον αγιασμό με νερό της βρύσης, μα ευτυχώς -σκέφτομαι για να παρηγορηθώ- το μέσα μου ποτίστηκε καλά, κανένα φτηνόνερο δεν μπορεί να το μαγαρίσει. Ανέκαθεν αφελής.

Την ίδια μέρα, μπορεί και την ίδια ώρα, μια δεκαπεντάχρονη και μια δεκαεξάχρονη, πολλά πολλά χιλιόμετρα μακριά απ’ τη δικιά μου βροχή, χορεύουν Ευτυχισμένες κάτω απ΄τη δικιά τους, την καταδικιά τους βροχή. Την αφήνουν να μπει μέσα τους, για να τις καθαρίσει απ’ ότι σκουραίνει και βρωμίζει τη ζωή τους, εκεί στο άγνωστό μου Chilas. Ντυμένες με τα καλά τους ρούχα, τα γιορτινά, τα φρεσκοπλυμένα. H Ευτυχία τους, τα καλά φτωχικά τους ρούχα είναι η κόλαση των άλλων. Που ζηλεύουν τη χαρά, που λυσσάνε με τα μικρά, απλά, καθημερινά.

Τα βρεγμένα τους ρούχα είναι το χρώμα του αποχαιρετισμού. Μ’ αυτά τις θάψαν την επόμενη μέρα. Τυλιγμένες μ’ ένα Pantone Black C, σαν το μέσα μου. Που το ‘βαλε γινάτι και δε λέει να πάει να ζήσει κάπου αλλού. Μόνο του.

(γι αυτό – και γι αυτό – μα πιο πολύ γι αυτό)

οι σπονδές

26517909

 

Σήμερα την ώρα που ξεπάρκαρα από την πυλωτή, οι απέναντι του τρίτου όροφου -νέα, ωραία παιδιά- έφευγαν για να συναντήσουν το θέρος αλλού. Το κατάλαβα γιατί γέμιζαν το αυτοκίνητο, από τα πίσω καθίσματα ως το πορτ μπαγκάζ, με τα ωραία αχρείαστα που κάποτε κουβαλούσα κι εγώ μαζί μου όταν έφευγα. Κάποτε, όταν.

Και τώρα φεύγω. Μα με το αυτοκίνητο σχεδόν άδειο. Με τόσα παραχωμένα μέσα στο μυαλό -άλλα σιδερωμένα, άλλα γουμίδια- ούτε αναρτήσεις, ούτε λάστιχα θα μπορέσουν να το κρατήσουν στο δρόμο αν το φορτώσω και με παραπανίσια. Δεν θέλεις και πολλά μαζί, άλλως τε. Με τον καιρό το μαθαίνεις κι αυτό.

Σκέφτομαι τις μέρες που ξεκινούσαμε με τρία, τέσσερα χιλιάρικα στην τσέπη, μπορεί και λιγότερα. Περπατούσαμε ως το -κατά φαντασία- ξενοδοχείο με το γυναικείο όνομα, βίλα τάδε, Νικολέτα, Κατερίνα, Αλεξάνδρα, κάποια τέτοιας ράτσας πάντως, ξεκλειδώναμε τα δωμάτια με τα σουηδικά φτηνοέπιπλα, αφήναμε το σάκκο στη ντουλάπα, πετάγαμε τα ρούχα μας στην μια και μοναδική καρέκλα και ως σπονδή στις μέρες που θ’ ακολουθούσαν πηδιόμασταν χωρίς καθυστέρηση πάνω σε σεντόνια κρύα, που μύριζαν ΟΜΟ, ντουλαπίλα και υγρασία. Εδώ είναι βοράς, ακόμη κι ο Ιούλιος ανέκαθεν αργούσε να ‘ρθει. Κάποιες χρονιές δεν ήρθε καθόλου, μα δεν του κράτησα μούτρα όταν ξανασυναντηθήκαμε.

Χρόνο με το χρόνο όσο πιο ακριβά γινόταν τα έπιπλα, όσο πιο φαρδιά η ντουλάπα, όσο η καρέκλα γινόταν πολυθρόνα, τόσο οι σπονδές μας χλώμιαζαν. Μέχρι που κανείς θεός δεν καταδέχτηκε να ασχοληθεί με τα παλιά καλοκαίρια μας που θέλαμε ντε και καλά ν’ αναστήσουμε κι επιτέλους καταλάβαμε, χωρίς αδιέξοδες πικρίες, πως ο,τι ήταν να πάρει από μας το πήρε. Και σταματήσαμε να ψάχνουμε βωμούς να μας φιλοξενήσουν.

Δεν τα είπα αυτά στους απέναντι την ώρα που πέρναγα, με ανοιχτό παράθυρο, από δίπλα τους. Πρέπει να είσαι πολύ κακόψυχος για να θες να καταστρέφεις τα παραμύθια των άλλων, από την πρώτη κιόλας σελίδα.