St Jenna

27779638

 

Η συνάντησή του με την υπεύθυνη εκδόσεων κράτησε εφτά λεπτά συν τον χρόνο αναμονής (σαράντα λεπτά μετρημένα δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο) μέχρι να τελειώσει με τον προηγούμενο, κάποιον που έμοιαζε περισσότερο με μελαχρινό Ρέντφορντ στα νιάτα του παρά με γουοναμπή συγγραφέα. Βγαίνοντας απ’ το γραφείο της, την ώρα που πέρασε δίπλα του μύρισε φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο -Merito μαμάς, σίγουρα- και νέο, ατσαλάκωτο δέρμα ραντισμένο με μια στάλα Creed (δεν πρόλαβε να καταλάβει αν ήταν Royal Water ή η Royal Oud). Mούδιασε η οσχεϊκή ραφή του. Μ’ αυτούς πήγαινε να παραβγεί; και νέοι και ωραίοι και μυροβόλοι και γεννήτριες λέξεων; μ’ αυτούς που η φωτογραφία τους και μόνο πάνω στο οπισθόφυλλο θα έδινε από χέρι τρεις με τέσσερις εκδόσεις παραπάνω;

Ξάφνου ένιωσε πολύ άβολα με τις ρυτίδες που είχε φορτωμένες πάνω του, με τα παραπανίσια κιλά του, με την αληθινή εικόνα του. Ωραία ήταν τα άβαταρ και τα ψευδώνυμα μα δεν κρατάνε ισόβια.  Τώρα στον προθάλαμο ήταν αργά για όπισθεν, υποταγή ή θάνατος. Όχι τόσο τραγικά δηλαδή αλλά πάντα του άρεσε να παρασταίνει την drama queen, ανέκαθεν προτιμούσε η μετεμψύχωση να τον βρει κομπάρσο σε b-movie παρά πρωταγωνιστή σε μιούζικαλ.

Για να γραφτεί με λεπτομέρειες το τι έγινε εντός του μέσα στα επτά αυτά λεπτά, χρειάζεται τόσο μελάνι όσο έχει ένα κοπάδι σουπιές σε ωορρηξία. Για όσους δεν έχουν εμπειρία με καυλωμένα μαλάκια, αυτό σημαίνει «πάρα πολύ». Ας συνοψιστούν, όμως, τα βασικά : η λεγάμενη ήταν προσωποποιημένη η Ingrid Thullin στο Salon Kitty. Χωρίς τις ζαρτιέρες, έχει και το kinky τα όριά του καταμεσής Αυγούστου. Υπήρξε σαφής, σύντομη και απόλυτη :

Διαβάσαμε αυτό που έστειλες. Ίσως μας κάνει. Κανείς δεν ζει από τα βιβλία σήμερα, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα βγάλεις ένα χαρτζιλίκι όσο οι βενζίνες δυο μηνών, στην ιδανική θα αγοράσεις δυο εισιτήρια με τη Ryanair χωρίς εξτρά βαλίτσες, στην πιο πιθανή θα δεις το βιβλίο σου να κυλιέται σε κάθε πάγκο και πανηγύρι απανταχού της επικράτειας, στην χειρότερη θα το δίνουν δώρο με κάθε τσελεμεντέ μέχρι να ανακυκλωθεί. Είμαστε σοβαρό μαγαζί, λεφτά δεν θα σου ζητήσουμε για την έκδοση, βγάζουμε χίλια κομμάτια, πληρώνεις και παίρνεις 100 και τα κάνεις ο,τι θες. Απρίλιο το θέλω τελειωμένο, μπας και προλάβουμε τις ξαπλώστρες και τις μεγαλοκοπέλες, σύμφωνος;

Ήταν εξίσου αποφασιστικός :

Στους ιρλανδούς δεν μπαίνω ούτε για να με πάνε απ΄το ένα τέρμιναλ στο άλλο, οι πάγκοι δεν με πληγώνουν αρκεί να μην πουλιέται στις λαϊκές στην πόλη μου και ξεφτιλιστώ βαριά, οι βενζίνες για δυο μήνες καλά μου ακούγονται, με την ανακύκλωση έχω καλές σχέσεις. Είκοσι αντίτυπα θα χρειαστώ, δεν έχω λεφτά για εκατό. Σύμφωνος.

Την ώρα που την αποχαιρετούσε (κι αφού η συμφωνία έκλεισε στα πενήντα), του είπε -κοιτώντας αδιάφορα και παγωμένα τις σημειώσεις πάνω στο γραφείο της- : κοίτα στο μεταξύ να σουλουπωθείς λιγάκι, οι εποχές άλλαξαν, δεν είναι όλοι Βέλτσος, ούτε Θεοδωρόπουλος. Φτιάξου λίγο κι όταν είμαστε έτοιμοι για την έκδοση θα φροντίσω εγώ προσωπικά για το photoshop, μη σε δουν και τους πέσουν στα πατώματα οι ορμόνες πριν φτάσουν στο ταμείο.

Από εκείνο το αγέλαστο απόγευμα εγκατέλειψε τα πάντα : γυναίκα, παιδιά, το βλογ, το φέισμπουκ, τις -λιγοστές πια- μπίρες και τα τσίπουρα έξω, ακόμη κι όλες τις μικρές χαρές που μόνον ένας καναπές και μια δίωρη μελέτη του ταβανιού -στο ίδιο σημείο- μπορεί να προσφέρει απλόχερα. Έγραφε κι έσβηνε ασταμάτητα. Πιο πολύ έσβηνε παρά έγραφε, αν η ιστορία διαδραματιζόταν σαράντα χρόνια πριν, θα στέναζαν οι παραγωγοί συνθετικού καουτσούκ απανταχού της γης, απελπισμένοι που δεν θα μπορούσαν να καλύψουν την υπερβάλλουσα ζήτηση. Σκότωνε κάθε μια λέξη που έγραφε κι έβρισκε αμέσως μετά άλλες τρεις για να την αντικαταστήσει και μετά άλλες τρεις κι άλλες τρεις και τελειωμό δεν είχαν οι φόνοι, κάθε ιστορία που ξεκινούσε κατέληγε ένα μικρό τέρας κι αυτός ένας επίδοξος ατσούμπαλος Φρανκεστάιν.

Μια βδομάδα μετά άρχισε να του ανεβαίνει η πίεση στο 18 και το ζάχαρο στο 190 σαν έφερνε στο μυαλό του την κουβέντα του Ραπτόπουλου «υπάρχουν πόρτες για να μπεις σε μια ιστορία», ενώ αυτός ούτε από τον φεγγίτη μπορούσε να βάλει έστω και μισή βλεφαρίδα μέσα. Θυμήθηκε πως κάποτε διάβαζε -καγχάζοντας- για τον τρόμο του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι, του μελλοθάνατου πριν την ένεση, του αρσενικού πριν την πρώτη τζούφια στύση, της σαρανταπεντάρας τη μέρα της αμετάκλητης εμμηνόπαυσης, της πεθεράς απέναντι στην νέα κι όμορφη νύφη, τον πρώτο απλήρωτο λογαριασμό (μετά από αυτόν οι άλλοι είναι συνήθεια). Kανείς όμως από αυτούς δεν μπορούσε -πλέον- να συγκριθεί με τα κομμένα γόνατα απέναντι σε μια παρθένα λευκή σελίδα που πεισματικά αρνιόταν να κηλιδωθεί.

 

Δυο μήνες μετά, ακόμη και η Αγία Τερέζα έμοιαζε Τζίνα Τζέιμσον μπροστά σ’ αυτή τη σελίδα…

δεν

27732424 (2)

Δεν μπορώ να προσποιούμαι, μου ‘πε.

Δεν μπορώ να γράψω. Εμένα οι ιστορίες μου είναι μικρές, τελειώνουν πριν καν αρχίσουν γιατί κουράστηκα, βαρέθηκα να βάζω τις σκέψεις μου σε μια σειρά ολημερίς και το άλλο πρωί να λείπουν οι μισές -αφού πήγαν να πηδηχτούν με κάποιον πιο καπάτσο- και οι άλλες μισές να κάνουν ότι πρώτη φορά με βλέπουν.

Δεν μου πάει εμένα το μεγάλο. Τέλος.

 

 

Λύσσαγα να του πω οτι ακριβώς το ίδιο λέγαν κι οι σκέψεις του γι αυτόν αλλά σιώπησα. Άλλωστε δεν είχαμε τίποτε πια να πούμε.

οταν (δεν) πηγαίναμε μαζί σχολείο

doisneau3

 

Τη νοσταλγία που σέρνουν ξοπίσω τους οι school days δεν την ένιωσα ποτέ. Ούτε το αντάμωμα με παλιούς -και σπανιότερα νέους- συμμαθητές, ούτε τους νέους δασκάλους στην τάξη (και το συνεπακόλουθο αναγνωριστικό διάστημα, μέχρι να σπάσει το αβγό και δούμε τι κρύβει μέσα), ούτε το «γλυκό σφίξιμο» της πρώτης (κάθε χρονιά) μέρας. Με κανονικό σφίξιμο πήγαινα που καμιά γλύκα δεν έκρυβε μέσα του και μ’ αυτό πορευόμουν κάθε μέρα μέχρι το τελευταίο κουδούνι.

Χωρίς αιδώ ομολογώ πως ούτε νοστάλγησα, ούτε πεθύμησα ποτέ να ξαναδώ παλιούς δασκάλους και καθηγητές. Αν τύχαινε να ανταμώσουμε έξω στην πόλη, χαιρετιόμασταν εγκάρδια (ή χλιαρά, όσο επέτρεπε η μεταξύ μας προϊστορία δηλαδή) και συνεχίζαμε καθείς το δρόμο του. Δεν είμαι σίγουρος αν νιώθω -αναδρομικά, έστω- ευγνωμοσύνη για κάποιον απ’ όλους τους. Κάποια καλά ή άσχημα κομμάτια μέσα μου μπορεί και να ‘χουν αυτούς σαν ηθικούς αυτουργούς, ως εκεί όμως. Αγάπησα ή μίσησα θανατερά μαθήματα με δασκάλους που (ήταν φανερό) είχαν τον τίτλο μα όχι και το χάρισμα. Σήμερα τους θυμάμαι όλους (εκτός από μερικούς άχρωμους που ξέβαψαν στη μνήμη μου) σαν πρωταγωνιστές ταινίας. Με μας κομπάρσους. Εμείς ήμασταν που μπαίναμε στο πλάνο για λίγο και μετά φεύγαμε για να χωρέσουν κι άλλοι, κι άλλοι, κι άλλοι, ως τη σύνταξη. Τα «ζην» και τα «ευ ζην» κρύβουν αλήθειες, κρύβουν και ψέματα. Κοστούμι που χωράει σ’ όλους δεν είναι. Καλή τους ώρα, πάντως, όπου κι αν βρίσκονται σήμερα.

Και τους χαμένους από καιρό συμμαθητές δεν λαχτάρησα να συναντήσω. Τα ανάλατα reunion μ’ αφήναν ανέκαθεν αδιάφορο. Από τα τέσσερα πήγα σε ένα, φοβάμαι πως ήταν επειδή δεν είχα τίποτε πιο ενδιαφέρον να κάνω κείνο το βράδυ. Ή από περιέργεια, για να δω αν μερικές όμορφες -και απαγορευμένοι καρποί, το φοιτηταριό τρυγούσε τις καλύτερες ρόγες αφήνοντάς μας με τις δεύτερες και τις σταφίδες- των δεκαοχτώ άξιζαν δεύτερη ματιά σήμερα (ήσαν δυο-τρεις που ο χρόνος τους φέρθηκε με το γάντι, πράγματι). Στη φωτογραφία εκείνης της νύχτας, που δεν θυμάμαι καν ποια χρονιά έγραφε στη λεζάντα, δεν θα με βρεις. Τα «αναμνηστικά» κι εγώ βρίσκαμε πάντα τον τρόπο να είμαστε σκοτωμένοι.

Με λίγα λόγια, κάθε φορά που πάω να ταΐσω τη μνήμη μου με μυρωδιά από σαραντάφυλλα τετράδια, σάκους γυμναστικής με ξεχασμένα ιδρωμένα, σβήστρες (τα μπλάνκο ζούσαν σε άλλον γαλαξία τότε), μελάνι στα χέρια και βρεμένο σπόγγο (που σκότωνε ακαριαία λέξεις και αριθμούς), με θολά πρόσωπα, καταχωνιασμένες φωτογραφίες και ξεχασμένες φωνές, εκείνη δεν κουνάει την ουρά της πέρα δώθε με λαχτάρα. Μεγάλωσε, άλλωστε, και νέα κόλπα δεν μπορεί να μάθει, ούτε να προσποιηθεί πως νοιάζεται. Παιδί του School’s out ήτανε ανέκαθεν. For summer, for Christmas, forever.

Τρίτες

27696667

Ήλιος κάπου κρυμμένος ανατολικά, δεκάξι βαθμοί έξω. Χλιαρή ψύχρα, αγκαζέ με υγρασία. Οκτωβριανή περισσότερο, παρά αυγουστιάτικα ξέφτια. Τα γνωστά γινάτια του βορά. Κακομαθημένο τσογλάνι, μια ζωή τα ίδια από τότε που γνωριστήκαμε.

Είχα βαρεθεί το προηγούμενο βράδυ να πατήσω λίγο το άσπρο πουκάμισο, αγορασμένο δέκα ευρώ από σούπερ μάρκετ. Στις εκπτώσεις. Άσχημα στριμωγμένο στη ντουλάπα, λίγο έλειψε να αφήσει εκεί την τελευταία του πνοή. Το έσωσα λίγο πριν κιτρινίσει και ξαναμπεί στο πλυντήριο για ανάνηψη. Με περίμενε όλη νύχτα υπομονετικά, φορεμένο σε μια καρέκλα στην κουζίνα. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό ονειρευόταν ως ύφασμα στα χέρια δεκαπεντάχρονων στο Μπαγκλαντές. Έχω άγχη μπόλικα όμως, δεν θα φορτωθώ και τα δικά του.

Τη στιγμή που ακούμπησε το καυτό μέταλλο πάνω του, αντί για κείνο ανατρίχιασα εγώ. Δεν είναι πως δεν το παθαίνω, σε αλλόκοτες στιγμές και περιστάσεις πλέον, μα δεν κατηγορώ τα χρόνια που σε κάνουν πιο ευάλωτο σε δερματικές ανωμαλίες. Είναι που έφταιγε η μυρωδιά. Ζέστη ανάκατη με βαμβάκι, υγρασία, συννεφιά, μια στάλα κρύο και ησυχία. Έξω και παντού. Άμα δεν μύρισες ποτέ την πρωινή ησυχία την ώρα που περνάει το σίδερο από πάνω της, τίποτε δεν χάρισες στο πετσί σου.

 

Να μπορούσε να με διαβάσει το πιτσιρίκι που γαζώνει τα στριφώματα στον έκτο όροφο σ΄ένα γκρεμούλι στη Ντάκα, θα με γάζωνε και μένα και το πουκάμισο και τις ηλίθιες τις λέξεις μου μ’ όποια βελόνα και κλωστή έβρισκε πρόχειρη. Δωρεάν θα το ‘κανε. Κερασμένο στην ψυχή του.

Κανείς δεν καταδέχτηκε να γράψει στιχάκια για τις Gloomy Tuesdays, αυτό το αναλφάβητο θα τα κένταγε κιόλας….

δευτεριάτικο ξύπνημα

polaroid

Του ‘στειλε sms λίγο μετά τις εφτά το πρωί, «δεν έχω αυτοκίνητο σήμερα, θα ΄ρθεις;». Λατρεμένο αυτοκίνητο, τρεις μέρες περπατούσε, δυο έμενε ακίνητο λόγω γήρατος. Λεφτά για συνεργεία δεν της περίσσευαν, με δυσκολία φτάναν για ασφάλειες, δεκάρικα βενζίνης και τέλη. Άλλωστε μόνο για την πόλη το είχε, άντε και για καμιά κοντινή θάλασσα το καλοκαίρι, όπου πάντα βρίσκεται κάποιος φιλεύσπλαχνος να σε γυρίσει πίσω, ειδικά όταν κοντεύεις στα σύνορα των πρώτων -ήντα μόνη και με τέτοιο σώμα για διαβατήριο. Στις οκτώ παρά είκοσι την περίμενε κάτω από το σπίτι της κοιτάζοντας -με βλέμμα αδειανό- ψηλά προς τον δεύτερο, μακαρίζοντας τον άγνωστο τυχερό που θα έμπλεκε τα πόδια του με τα δικά της και το στόμα του με το λαιμό της. Αυτές οι σκέψεις κρατάνε συνήθως λίγα δευτερόλεπτα, τις σκοτώνεις πριν αρχίσεις να σκέφτεσαι ψηλότερα από τα γόνατα και τελειωμό δεν έχουν μετά τα μπλεξίματα. Στις οκτώ παρά τέταρτο την είδε να περπατάει προς το μέρος του φορώντας ένα τζιν και μια λεπτή ζακέτα με κουμπιά, κρύωνε, φαινόταν καθαρά πάνω στο ύφασμα. Οι πρωινές ψύχρες είχαν ήδη αρχίσει μετά τα εννιάμερα της Παναγίας και σκότωσαν μέσα σε μια νύχτα τα γυμνά γόνατα. Γι αυτή τη σφαγή, γι αυτή την άγρια νύχτα δεν έγραψε ποτέ κανείς, καμιά Ιστορία δεν ασχολήθηκε, καμμιά ημερομηνία δεν κατοχυρώθηκε.

Κάθησε δίπλα του και καλημερίστηκαν μάλλον τυπικά, εκείνη κατέβασε το καθρεφτάκι και κοίταξε αν το κραγιόν της ήταν αρκετά υπάκουο. Κι εκείνος κοίταξε λοξά, διακριτικά, όσο μπορούσε. Ωραία χείλια, γεμάτα, κρεατένια, χείλια-παγίδα, αν έπεφτες μέσα τους δύσκολα ξανάβγαινες μα δεν είχες και λόγο να βγεις, σκέφτηκε ανακουφισμένος με μια τόσο θετική σκέψη. Ξαναμακάρισε τον τυχερό που τα εξερευνούσε. Λέξη δεν της έπαιρνες, μα αποκλείεται το σπίτι να έμενε άδειο κάθε βράδυ. Όταν εκείνη είπε «χάλια είναι τα χείλια μου, μάλλον φταίει ο καιρός που άλλαξε» δεν απάντησε, αφηρημένος, χαμένος και βαθιά χωμένος μέσα τους. Ούτε όταν τον ρώτησε «τι έκανες τελικά με τα συντάξιμα; το ξανάψαξες;» την άκουσε, απάντησε όμως στην ερώτηση -δεν δυσκολεύτηκε να καταλάβει πως ερώτηση ήταν- με ένα «όχι» και σταμάτησε στο τρίτο -ήδη- κόκκινο φανάρι της Δευτέρας, μέσα σε λιγότερο από μισό χιλιόμετρο. Στις ζέστες, τότε που τα παντελόνια μένουν μουτρωμένα από την εγκατάλειψη στις κρεμάστρες τους, το κόκκινο ήταν ο σύμμαχός του. Ο καλύτερος φίλος του. Συνωμοτούσε, θαρρείς, με τα μάτια του για να τα χορτάσει με ωραίο δέρμα και γυαλιστερά πόδια -που αν ο παράδεισος έβγαινε σε κρέμα σώματος, έτσι και καλυτερα θα μύριζαν – πρωινιάτικα. Τώρα τίποτε περισσότερο από μια παραπανίσια καθυστέρηση, αχρείαστη, ανώφελη, εκνευριστική.

Άναψε το πράσινο. Τον ρώτησε αν πήρε την Παρασκευή τις αιματολογικές του, «τις πήρα» είπε, «και; με το τσιγκέλι θα στα βγάζω;», «τα γνωστά, λίγο πάνω, λίγο κάτω, μεγαλώσαμε και δεν βγαίνουν πάντα ακέραιες οι πράξεις». Tα γαμημένα τα μαθηματικά των γκρι και αποψιλωμένων κρανίων. Πουθενά δεν τα διδάσκουν αυτά, μόνο ολοκληρώματα, συναρτήσεις, αξιώματα, θεωρήματα πληρότητας και πραγματικά κλειστά πεδία. Παιδεία σου λέει μετά. Τυφλά τα στέλνουν τα άμοιρα αγόρια στους λαβύρινθους όπου δεν τα περιμένει μόνο ένας Μινώταυρος. Και η μυθολογία για τα μπάζα.

Περνώντας το τελευταίο φανάρι ενδιαφέρθηκε -πολύ χλιαρά, είναι αλήθεια- να μάθει αν ξεμπέρδεψε με τα χαρτιά του ΙΚΑ, του είπε «μέσα στη βδομάδα μάλλον, μου λείπει ένα». «Μακάρι να κάνεις χρόνια να το βρεις» σκέφτηκε από μέσα του αλλά η γλώσσα του βιάστηκε να δείξει ποιος είναι το αφεντικό στο σπίτι, «εντάξει, πες ότι τέλειωσες κιόλας». Εδώ και χρόνια μυαλό και γλώσσα ήταν μαλωμένα, όσες προσπάθειες κι αν έκανε να τα μονιάσει στάθηκαν μάταιες. Ο πιο αποτυχημένος διαπραγματευτής όλων των εποχών. Αν μοιράζαν βραβεία γι αυτό, δικά του όλα, πρώτα, δεύτερα, τρίτα, τιμητικά, όλα.

Στη μεγάλη ευθεία με τα πλατάνια, βουνό τα φύλλα δεξιά κι αριστερά και παντού, σα να είχε η άσφαλτος ηπατίτιδα και ιλαρά μαζί. Ακούμπησε το κεφάλι της στο τζάμι αλλά δεν την άκουσε να λέει «όμορφα είναι εδώ» γιατί εκείνος είχε ήδη βάλει όπισθεν -χωρίς την παραμικρή τύψη- προς τον Ιούλιο και  τους καθαρούς από φύλλα δρόμους, τα γυμνά γόνατα, τα αφηρημένα κουμπιά στα πουκάμισα, μακριά από ΑΜΚΑ, κοινόχρηστα, πρωτογενή πλεονάσματα, ένσημα, ουρίες και τριγλυκερίδια.

ο κόσμος του

Clifford Harper of a man writing at a desk

 

Ξέρω έναν άνθρωπο που είχε χάρισμα με τις λέξεις. Τον κοιτούσαν με τις ώρες, σαν υπνωτισμένες, στα μάτια. Τεντώναν -όπως τα κορίτσια του Newton- το κορμί τους, σαν τον βλέπαν ν’ ανοίγει το word. Σκουντιόντουσαν για να φτάσουν δίπλα του, να του πουν «εδώ είμαι». Του κάναν όποια μα όποια χάρη τους ζήταγε. Ήταν πολλές που εξαφανιζόταν απ΄ την οθόνη πριν καν τους το ζητήσει, σαν καταλάβαιναν πως δεν ήταν αντάξιες αυτού που περίμενε. Ερχόταν στο μυαλό του όσο καθαρές ή βρώμικες εκείνος ήθελε. Ξαπλώναν μπροστά του -με σκέλια και στόματα ανοιχτά- δυο, τρείς, πενήντα ή εκατό μαζί, χωρίς να βαρυγκομήσουν, ποτέ. Και μετά τις έστελνε σε μας. Πεσκέσια πανάκριβα.

Να πω ότι ήταν οι πουτάνες του δεν τολμώ. Μα μυαλό και μάτια για άλλον -το βλέπαμε, το νιώθαμε- δεν είχαν.

Κάποια μέρα, χρόνια μετά, αποφάσισε πως δεν θα τις ξαναστείλει εκεί έξω, στους πέντε δρόμους. Διάλεξε μετρημένους στα δάχτυλα ανθρώπους, τις έντυσε με τα καλά τους -και γυμνές να τις έστελνε, εκείνοι θα τις καλοδεχόντουσαν, αφού ήταν δικές του λέξεις- και τις άφησε στην πόρτα τους. Και χωμένες μέσα στα μυαλά τους.

Αν δεν είσαι μέσα σ’ αυτούς μη ψάχνεις άδικα. Άλλες -κάθε ράτσας- θα βρεις να τριγυρίζουν, τις δικές του δεν.

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που οι λέξεις τον ποθούσαν πολύ. Κι αυτός τις άφησε να φύγουν ώστε να μείνουν για πάντα κοντά του.

ένα -κάπως απρόθυμο- καλωσόρισμα

september_road_by_noisecraft-d5dzx48

 

Βγάζοντας απ’ το μυαλό και το διάβα σου μια σειρά «αν δεν» (που σ΄αναγκάζουν να λοξοδρομείς, ν’ αλλάζεις μονοπάτι ή να κοντοστέκεσαι αλαφιασμένος ώσπου να το πάρεις απόφαση ότι πίσω δεν έχει), αυτοί οι δυο μήνες που έπονται μπορεί και να ‘ναι η ωραιότερη διαδρομή.

Αν δεν σου κλείνουν το δρόμο λόφοι λογαριασμών που άξαφνα γίνονται βουνά απροσπέλαστα, μικρά και μεγάλα παιδιά σε κλειστά ή ανοιχτά σχολειά, μέρες που το φως κλείνει την πόρτα πίσω του απ’ τις πέντε το απόγευμα (μερικές φορές που τα σύννεφα το τρομάζουν φεύγει και νωρίτερα), τζούφιες αργίες που δεν σε υπολογίζουν μέσα τους, σαββατοκύριακα που περνάνε σαν TGV μπρος απ΄τα μάτια σου. Αν δεν σ’ ενοχλεί ότι ψάχνεις στην αρχή το σεντόνι (και μετά τις λινές κουβέρτες, πριν υποταχθείς στα παπλώματα) τις νύχτες και κάτι να ρίξεις στους ώμους για προστασία νωρίς το πρωί ή αργά το βράδι. Αν δεν νοτίζει το μέσα σου η πρώτη βροχή που δεν μοιάζει καλοκαιριάτικη και σε στέλνει για στέγνωμα στην απλώστρα που φιλοξενεί τις –έτοιμες για αποκαθήλωση στο πατάρι της ντουλάπας- πετσέτες που ξάπλωσαν πλάι σε θάλασσα και γυμνό δέρμα και φέτος. Λίγο ή πολύ, ξάπλωσαν πάντως. Δεν το λες και λίγο για μια ταπεινή πετσέτα αυτό.

Ως και οι μούζικες ακούγονται αλλιώς. Έρχονται με κάλτσες, πουλόβερ και χοντρά παπούτσια , δύσκολο να σε πείσεις μετά να ξεγυμνωθείς μπροστά τους.

Μια στοίβα από «αν δεν», κάθε χρόνο -τέτοιαν εποχή- εκεί. Κι εσύ πάλι στο δρόμο, απέναντί τους. Ή αυτά απέναντί σου, όπως το δεις. Αλλά στο δρόμο, ξανά. Που μπορεί να μη μοιάζει στάλα μ΄αυτούς τους ωραίους κιτρινοκόκκινους φιδίσιους που ποζάρουν φιλάρεσκα σε αφίσες και σε screensavers και σε εικονίτσες καρφιτσωμένες πάνω σ’ ευαίσθητους τοίχους στο φέισμπουκ. Πιο πιθανό να είναι ένας μουντός μονόχρωμος, μα είναι δρόμος που περπατάς πάνω του, ακόμη ένα φθινόπωρο. Δεν το λες καθόλου λίγο αυτό.