ένα και είκοσι

29352605 (1)

 

Δυο Δεκέμβριους μετά, οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν ξανά, εντελώς τυχαία. Σε μια άσχετη πόλη. Όπως γίνεται στα φιλμάκια ή -σε πιο σπάνιες περιπτώσεις- σε μια παραλλαγή της ζωής που θέλει τους ανθρώπους μονόχρωμα πιόνια, σε μια σκακιέρα την ώρα που βρέχει και φυσάει και γλιστράει και κάνει κρύο και όλοι τρέχουν να γυρίσουν-με ή δίχως σακκούλες στα χέρια- στα σπίτια τους ή στα δωμάτιά τους.  Άδεια ή γεμάτα. Όλα σπίτια τα λένε κάποιοι.

Αυτοί δεν βρέθηκαν στο δρόμο. Στο σαλόνι ενός ξενοδοχείου βρέθηκαν. Απ’ αυτά που τα χαλιά και οι μοκέτες στους διαδρόμους τους είναι τόσο παχιά που και το πιο λεπτό κρύσταλλο να ρίξεις χάμω, θα μείνει ακέραιο.

Κανείς δεν ρώτησε τον άλλον «τι κάνεις εδώ;». Δεν πρόλαβε να φτάσει η ώρα του ερωτηματικού δηλαδή. Μετά τα τυπικά, by the book -και λίγο ψεύτικα- δεν άλλαξες, καλά είμαι, σου πάει ο καινούριος σκελετός, παλιός είναι τον ρώτησε αν έχει λίγη ώρα για να πιουν έναν καφέ. Ήταν νωρίς για αλκοόλ μα και αψέντι να της πρότεινε εκείνος, δεν θα ‘λεγε όχι. Κατά βάθος είχε μια κρυφή ελπίδα -μπορεί και γινάτι, μετά από δυο χρόνια σιωπής του- οτι την ώρα της δεύτερης γουλιάς θα γυρίσει και θα της πει να ανέβει μετά στο δωμάτιό του. Ή να πάει εκείνος στο δικό της, δεν θα τα χάλαγαν στον αριθμό, ούτε στον όροφο.

Πατώντας το κουμπί για τον δεύτερο, σκεφτόταν αν εκείνο το «τους έκοψα τους καφέδες» που της είπε κοιτάζοντας λίγο αφηρημένα τα πόδια της ή το όλο και πιο ερημωμένο  πίσω μέρος του κεφαλιού του -την ώρα που της έσφιξε το χέρι και έφυγε για να μπει στο ταξί που τον περίμενε έξω- ήταν αυτό που την πείραξε περισσότερο.

Χρειάστηκε να περάσει τέσσερις φορές την κάρτα της μέχρι ν’ ανάψει το πράσινο φωτάκι. Έβγαλε παλτό και παπούτσια, πήγε στο μίνι μπαρ, έπιασε δυο μπουκαλάκια, κάθησε στην πολυθρόνα και καταράστηκε την ώρα και τη στιγμή που απάντησε «non smoking» την ώρα του check in..