Η πόλη μου είναι μια σταλιά. Άντε δυο. Θες δεν θες, πάνω στα χνώτα του άλλου θα πέσεις, όλοι γνωριζόμαστε κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη.
‘Ωρα τρεις, σταματημένος στα φανάρια της μικρής πλατείας (έχουμε και μεγάλη, όπως κάθε επαρχία που σέβεται την χωροταξία της). Πέντε μέτρα δεξιά, μπουκάλια από μαλαματίνες και τσίπουρα λαμποκοπάνε κάτω απ΄τον ήλιο. Γεμάτα τα τέσσερα τραπεζάκια στο θεόστενο πεζοδρόμιο. Στο μαγαζί του -πιο διάσημου, εξ ανάγκης- πεθαμενατζή της πόλης, να με συγχωρεί ο κλάδος αλλά τρυφερά το λέω. Από τότε που ΄μασταν εξάχρονα έτσι τους λέγαμε· και τον κυρ Σάββα και τον Ηρακλή, θεός σχωρέσ’τους. Πεθαμενατζήδες. Δυο είχαμε τότε, σήμερα περισσεύουμε και οι ζωντανοί και αυτοί.
Τον βλέπω να τσουγκρίζει, να ανοίγει μπίρες, να γελάει. Πριν μια ώρα ξεπροβόδισε τους πεθαμένους, σειρά έχουν οι ζωντανοί. Αυτή είναι η ζωή. Με τόσον ήλιο, της τα συγχωρείς όλα. Αλλά, σκέφτομαι, με τόσον ήλιο κρίμα να φεύγεις. Μια τζούρα άνοιξης, ακόμη, ποιός δεν την λαχταρά;
Σπαρταράει η ψυχή μας απλωμένη στον ήλιο….η δική μου ήδη ξεγυμνώθηκε κι ας έχει λίγα παραπανίσια κιλά, βγήκε απ΄το αμάξι και πάει δίπλα να βρει ένα καθαρό για να πιει παρέα με τους άλλους.
Ανάβει πράσινο, οι από πίσω κορνάρουν. Πού βιάζονται να πάνε; Εκεί δεξιά, στα πέντε μέτρα, τσουγκρίζουν ποτήρια η ζωή κι ο θάνατος μαζί. Aγκαλιά, λιάδα. Και κάνουν χάζι, με μας τους βιαστικούς.
♫
έχω μπλεχτεί μεταξύ αγκα(λιά)δα και λι(ακ)άδα…
τλκ μια αγκαλιακάδα πρέπει να ψάχνουμε…
καλύτερα δεν θα μπορούσατε να το διατυπώσετε
μπα… υπάρχουν τόσα και τόσα…
Να χωρεύει η ψυχή και να πετά. Όλα μια μπύρα δρόμος…
Αν πω πως το “ο” είναι μικρό για να χωρέσει την ψυχή μου συγχωράτε το ορθογραφικό…?
ναι, με τέτοιον ήλιο ώλα συγχωρούνται