το γούντστοκ των πτωχών

 

10153157_700732119948024_633631648_n

 

 

 

1979, 1980, εκεί. Στο προτελευταίο ρετιρέ της Νάξου. Κάθε φορά που ‘μπαινα ή έφευγα απ΄ την οικοδομή πλησίαζα με συγκρατημένη λαχτάρα το -άδειο, πάλι- γραμματοκιβώτιο μέχρι που το πήρα απόφαση, με τρόμαζε ο 815 που απειλούσε να με στείλει μια ώρα αρχύτερα στο σπίτι μου απ’ όπου έφτυσα αίμα και κατάπια χιλιάδες σελίδες για να φύγω, ξεχνιόμουν με τσιγάρο και φραπέ στην πλαγιά του Λιλιμπάγια, ποτιζόμουν σανγκριές στον Ιπποπόταμο ώσπου να γίνω ένα με το πάτωμα (άσπρο-μαύρο πλακάκι, αν θυμάμαι καλά με τόσες απόπειρες αυτοκτονίας του συκωτιού μου που προηγήθηκαν), αγόραζα Πετρόπουλους -απ’ την Πρωτοπορία θαρρώ- με ένα βλακώδες ρίγος ανάλογο των κρυφοχριστιανών στη Ρώμη, διάβαζα σαν τζάνκι Κολούμπρα (όλη η συλλογή χαμένη σήμερα), θυσίασα χιλιάρικα, αίμα και ιδρώτα σε Happening, Music Corner και το «Δισκάδικο», αποκοιμιόμουν ακούγοντας Eloy σε κάποιο ραδιόφωνο που κατασκήνωσε στα – έρημα, τότε- FM, μελετούσα με προσήλωση Ζήλο, Βιάν και λίγο Στατιστική ΙΙ, στο τέλος της εξεταστικής ακολουθούσε η μαλαματίνεια ιεροτελεστία (το αγίασμα κατέβαινε με το ΚΤΕΛ, ειδική παραγγελία) με κοτόπουλα γειτονιάς, κρύες τηγανητές πατάτες και μπουκάλια σπασμένα σε χίλια κομμάτια στο πάτωμα, στο μπαλκόνι, μέσα στα βρακιά μας, παντού, αντί για πατώματα είχαμε μια βροχή από γυαλιά και μετά μου κάναν αξιοθέατο τους αναστενάρηδες, οι άτεχνοι..

 

Για μερικά είμαι σίγουρος, κάποια είναι πιο αχνά στη μνήμη (ακόμη κι όσα είχαν άρωμα γυναίκας, κοριτσιών δηλαδή, για να ακριβολογούμε), εκείνο που δεν ξεχνάω είναι η παραμονή της μέρας που ήρθε το τρίκυκλο για να μεταφέρω τα λιμά υπάρχοντά μου στην Τσόχα. Άφηνα την Κυψέλη νιώθοντας πως εγκαταλείπω ένα κουκούλι που μέσα του ασφυκτιούσα αλλά και ένιωθα ασφαλής. Ο Ηρακλής έλειπε απ’ το σπίτι, τα είπαμε και αποχαιρετιστήκαμε από νωρίς, θα ΄φευγε κι εκείνος από Σεπτέμβρη για το σπίτι της Ελένης, «για λίγο» είπε «μέχρι να βρω ένα μικρό», μόνιμα ήταν τελικά. Νύχτωσε στο μπαλκόνι, τα πακέταρα όλα -τι όλα δηλαδή, οι πρόσφυγες σήμερα περισσότερα κουβαλάνε μαζί τους- καπνίζοντας ατέλειωτα ΚΕΝΤ, ήπια τόσες άμστελ που κάποια στιγμή παραδομένος άρχισα να κατουράω -παίρνοντας κάποιες στοιχειώδεις προφυλάξεις- στη γλάστρα παραδίπλα γιατί βαριόμουν το πηγαινέλα στην τουαλέτα, κουράγιο να σηκωθώ απ΄το πάτωμα δεν είχα (στο πάτωμα πεταμένα ένα κιλίμι και τρεις μαξιλάρες, όπως Μπάροουζ και Τανγκέρη, άμα είσαι ντίρλα μεγαλοπιάνεσαι ακόμη και με κουρελούδες), άνοιξα το ραδιόφωνο γιατί η τελευταία νύχτα εκεί άρχισε να με πλακώνει. Δεν κατάλαβα πότε με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα ακούγοντας I came upon a child of god, he was walking along the road, με πήγε ως το ρεφρενάκι κι ας μην ήταν η Τζόνι, ωραίο ήταν, γαλήνεψα, «σπίτι είναι ρε, όχι ψυχή, θα συνηθίσεις», έτσι είναι οι σαχλαμάρες οι καρκίνοι, sentimental όντα, ξανάκλεισα τα μάτια. Στις οκτώμισι ο τρικυκλάς ήταν εγγλέζος στο ραντεβού και πατούσε το κουδούνι με υποδειγματικά εκνευριστικό τρόπο. Εκεί δεν ξαναγύρισα έκτοτε. Ποτέ.

 

Σήμερα ανοίγω τα μέιλ χωρίς την παραμικρή λαχτάρα, με τρομάζουν όλοι αυτοί οι αλήτες που θέλουν να με βγάλουν μια ώρα γρηγορότερα κι απ’ το σπίτι μου κι απ΄τη χώρα, ο Χαρχούδας συνταξιοδοτήθηκε, το ίδιο και τα τσιγάρα και τα πιώματα, σε αληθινό δισκάδικο έχω να μπω από τότε που η Σινίντ Ο΄ Κονορ είχε πλεξούδες, με Ζήλο, Βιάν και Οικονομετρίες έκοψα παρτίδες, μελετώ Ξυδάκη και λίγους σεσημασμένους -μετρημένους σε δυο παλάμες- στα βλογς, βιβλία δανειζόμουν απ’ τον φίλο μου που έφυγε πια, τώρα αγοράζω μόνον όταν -πολύ σπάνια- περισσεύει κάτι αλλιώς πάλι στη ζητιανιά και στο δανειλίκι και στην καλοσύνη των φίλων, στο μπαλκόνι ζουν τα άπαντα του ΙΚΕΑ κι αν κάνω πως κάθομαι καταγής θα νομίσουν οι εντελώς καθωσπρέπει γειτόνοι πως λιποθύμησα και θα στείλουν κανένα 166 στα καλά του καθουμένου, ανοίγω μια μπίρα και όταν τελειώνει κοντεύει να γίνει ζεστή σα κάτουρο, αλλά αν μου ‘λεγες να ξαναπάω στην Νάξου ή στην Τσόχα θα σου ‘λεγα «ούτε για όλα τα καλά του κόσμου». Έφτυσα αίμα -ναι, και ιδρώτα και δάκρυα, πώς να το κρύψει κανείς; – για να φτάσω ως εδώ, κατάφερα ο,τι κατάφερα, απέτυχα σε ο,τι απέτυχα, κέρδισα και έχασα, είναι νωρίς ακόμη για τελεσίδικους απολογισμούς και -πάλι sentimental- ετυμηγορίες, μα πίσω δεν έχει κι ας λυσσάξαν να μας χώσουν ντε και καλά στο δικό τους στημένο monopoly. Γερός να είναι εκείνος ο ξαπλωμένος στα κιλίμια και στα μαξιλάρια, με τις μπίρες και τις μουσικές παραμάσχαλα. Αυτός εκεί, εγώ όμως εδώ, έτσι έλεγε και το τραγουδάκι της τελευταίας νύχτας στην Νάξου:  and I don’t know who I am, but life’s for learning.

 

 

 

Advertisements

10 thoughts on “το γούντστοκ των πτωχών

  1. ρε don’t look back, μ’ αυτά και μ’ αυτά περνάει ο καιρός. Κι εγώ στην Λήμνου τι κατάλαβα, στην άλλη πλευρά της θάλασσας, ίδια νερά, ίδια απόνερα..

  2. Αναρωτιέμαι αν είναι τα βασικά μοτίβα ή οι λεπτομέρειες που σας συγκινούν. Και καμιά φορά, σκέπτομαι να σας στέλνω σκηνές από τη δική μου ζωή για να μου τις ζωγραφίζετε post: Ο Πουαρό των αφελών, Η brit-pop των αφελών κα.

    1. αν αναρωτιέστε μία, αναρωτιέμαι δέκα
      παραγγελιές δεκτές, τι προσφέρετε για ανταλλακτισμό;

  3. οκ ήρθε ένα μνημόνιο, κατάστρεψε την καθημερινότητα πολλών και χάλασε τη γραμμική εικόνα εξέλιξης άλλων που δεν καταστράφηκε τελείως η καθημερινότητά τους. Αφ ενός αυτοί που δεν έχουν να τη βγάλουν δεν έχουν την τάση να πέφτουν σε μεμοραμπίλια, επικεντρώνουν στην επιβίωση. Οι άλλοι που πέφτουν σε μεμοραμπίλια δεν έχουν βρει θέση στο τώρα και προσπαθούν να φτιάξουν γέφυρες. Η Νάξου του 2014 δεν έχει σχέση με την Νάξου του 1980. Τα Βριλήσια του 2014 δεν είναι ακριβώς ίδια με τα Βριλήσια του 2009. Το θέμα είναι αυτό που συμβαίνει να απενοχοποιεί, να λειτουργεί απελευθερωτικά. Το ίδιο ποτάμι δεν περνιέται 2 φορές. Ποτάμια όμως είναι εκεί να περαστούν, το καθένα με τον δρασκελισμό και το βήμα της στιγμής. Τα άπαντα του ΙΚΕΑ θα μπορούσαν να είναι στον μπλε κάδο που ακόμη και στο 6ο διαμέρισμα του Δ.Αθηναίων -Κυψέλη-υπάρχει σε κάθε σχεδόν δρόμο…..Η γραφή του κειμένου πολύ όμορφη και με παρακίνησε να στείλω το σχόλιο.
    Φιλικά
    Φαίη

    1. καμμία “γραμμική”, μια χαρά είναι και οι τεθλασμένες αρκεί να μην διακόπτονται
      (τα άλλα με τις γέφυρες είναι θέμα μηχανικής, αγνοώ)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s