οινοπνευματί για τον πόνο των άλλων

 

30792771.ast

 

 

 

Δεκατρία ευρώ τα δυο μακώ μπλουζάκια, ένα άσπρο κι ένα οινοπνευματί, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να με πείσω ότι θα ΄ρθει καλοκαίρι. Κάθε χρόνος που περνάει τα πράγματα δυσκολεύουν, ανεβαίνω μισό νούμερο εγώ, κατεβαίνει μισό νούμερο το μέγεθός τους, το περυσινό L είναι απλά ένα λίγο ξεχειλωμένο M φέτος. Στις κρεμάστρες ορδές τα S και τα XS. Δεν μπαίνει ανθρώπινη ράτσα σ’ αυτά, άρα μας στέλνουν μηνύματα οι ζάρες και οι ειτσεντέμ, «θα πεινάσετε». Πληρώνω και μετανιώνω, απ΄το παζάρι θα έπαιρνα τρία στο δεκάρικο. Αλλά, σκέφτομαι, δεν θα ‘χε οινοπνευματί. Εκείνο που εκτός απ’ τα γδαρσίματα στο πετσί σου, απολυμαίνει και τον πόνο στα μάτια των άλλων.

Κάποτε αυτά τα χρωματιστά πανιά ταξιδεύαν. Είτε κατάσαρκα, είτε μέσα σε σακ βουαγιάζ (στην αρχή) και βαλίτσες, αργότερα. Τότε τα ράβαν εδώ τριγύρω -άντε μέχρι Τουρκίες και Βουλγαρίες- και το βάζαν στόχο ζωής να φύγουν όσο γίνεται μακρύτερα πριν πεθάνουν ατιμωτικά σαν ξεσκονόπανα. Το καταφέραν, τα περισσότερα. Και θάλασσες μακρινές είδαν και νησιά με φως κιμπάρικο και αεροδρόμια και μεγάλες πλατείες και στενάκια με παράξενα ονόματα, καταφέραν και τρυπώσαν και τριφτήκαν ανάμεσα σε χορταστικές αγκαλιές των αφεντικών τους, πετάχτηκαν σε καρέκλες, πατώματα και αμμουδιές, κάμποσες φορές πέσαν για ύπνο μαζί μου και ξυπνήσαμε κι οι δυο ωραία γουμίδια, μερικές φορές βραχήκαμε παρέα και στεγνώσαμε μαζί, δεν κακοπέρασαν πάντως. Ζήσαν, μυρίσαν, είδαν, ευτυχώς τις ιστορίες τους τις πήραν μαζί φεύγοντας. Ευτυχώς.

Τώρα πια τα περισσότερα τα ράβουν σε κάτι γκρεμούλια δεκαώροφα στο Μπανγκλαντές. Όσο γκρι και ζοφερά τα βλέπεις τα κτίρια απ’ έξω, τόσο χρώμα κρύβουν στα σωθικά τους. Σε πανί, κλωστή, ύφασμα. Γιατί κι οι άνθρωποι μέσα γκρι είναι. Μπαίνουν πριν χαράξει και φεύγουν όταν έχουν ανάψει όλες οι λάμπες στα ταβάνια, αφού πρώτα έχουν έρθει οι επόμενοι τυχεροί, του αόρατου μεροκάματου. Αυτού που ξεψυχάει πριν καν φτάσουν σπίτι, αν υπάρχει και σπίτι δηλαδή. Κάθεσαι λοιπόν και ψευτοπαρηγοριέσαι ότι τα δεκαπεντάχρονα (πονάει το μυαλό σου και αποδιώχνεις τα μονοψήφια) πίσω απ΄ τα βαφεία και τις μηχανές και τα βελόνια μπορεί να μη ξέρουν τι θα πει σχολειό -ίσως και παιχνίδι- αλλά με λίγα τάκα εξαργυρώνουν το γκρι που τους καταπίνει κάθε μέρα, ανάμεσα σε πενήντα αποχρώσεις του μπλε. Έτσι κοροϊδεύεσαι. Με το οινοπνευματί XL, που φωτίζει μια στάλα τον πάγκο μπροστά τους.

Όσο πιο μακριά τα ράβουν πλέον, τόσο πιο κοντά ταξιδεύουν τα ρούχα. Τα πιο πολλά ούτε σε μεγάλο καράβι αξιώθηκαν να μπουν, μεσοπέλαγα δεν βρέθηκαν, δεν κατάφεραν να τα ξεθωριάσει ο ήλιος, για αεροδρόμια κουβέντα, όσο για αγκαλιές δεν νομίζω ότι ζουν πολλές πρόθυμες και γαλαντόμες τριγύρω. Αυτή, σκέφτομαι, είναι η εκδίκηση των μικρών ραφτάδων.

Βγαίνω στο δρόμο,  άνοιξη δεν ανταμώσαμε ακόμη, βροχή ξανά. Στο Seven λιγότερο νερό έπεφτε.

Θυμάμαι εκείνο το «yes, price is cheap but guilt is priceless». Με τέτοιες σκέψεις δεν πας μακριά, γυμνός θα μείνεις στο τέλος.

 

Advertisements

4 thoughts on “οινοπνευματί για τον πόνο των άλλων

  1. Τώρα, εγώ που βλέπω τα όνειρα στα μπλουζάκια ;

  2. είδος σε έλλειψη το βαμβάκι και στα μπλουζάκια και μέσα μας.
    (τυχεροί όσοι το αισθάνθηκαν σε αυτά/αυτές/αυτούς).

  3. “Κάθε χρόνος που περνάει τα πράγματα δυσκολεύουν, ανεβαίνω μισό νούμερο εγώ, κατεβαίνει μισό νούμερο το μέγεθός τους, το περυσινό L είναι απλά ένα λίγο ξεχειλωμένο M φέτος. ”

    Οταν η επιλογη σου φτανει να ειναι αναμεσα στο XL και στο XXL, τοτε σταματας! Δεν υπαρχει επεκεινα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s