a night at the Opera *

 

kiss-the-canvas

 

Nα πω ότι ζηλεύω εκείνους που ζήσαν έστω και μια νύχτα παθών και λαθών σε επαρχιακή μπουζουκλερί, ψέματα θα πω και δεν το θέλω, ήταν -πάντως- λίγο μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (έναν απ’ όλους) όταν δοκίμασα να βάλω το χέρι μέσα στο βάζο με το μέλι και τις σφήκες για πρώτη φορά.

Αντροπαρέα, μισή ντουζίνα ψεύτικα αντράκια, με αναψoκοκινισμένες ορμόνες, τάχα μου ατίθασα νιάτα. Φλώροι που ούτε το τσιγάρο ξέραν να κρατάνε, ξεπατικώναν το πώς έριχνε τη στάχτη ο Bowie και νομίζαν πως έκανε κι ο Παναής καΐκι, οτι θα ρίχναν αληθινές γυναίκες με τέτοια κόλπα. Όσες συχνάζαν εκεί που θα πηγαίναμε, μόνο τη Μαριάνθη Κεφάλα, τον Κώστα Κόλλια και το Γιώργο Σαλαμπάση ξέραν, όχι τον Ziggy.

«Θα περάσουμε κατά τις 11, πάρε και κανένα Stop, ποτέ δεν ξέρεις». Καλά. Κι εγώ ήξερα κι όλοι ξέραμε πως όπως έμπαινε στην τσέπη έτσι ξανάβγαινε για το -κρυφό- συρτάρι και τούμπαλιν, αν είχαν τα προφυλακτικά αυτά λίγη τσίπα θα ‘χαν αυτοκτονήσει από ντροπή που γεννήθηκαν και πεθάναν τόσο άδοξα.

Η φωτεινή επιγραφή μας φώναζε από μακριά «Μον Αμί», ο κολοφώνας της πρωτοτυπίας. Ένα μαγέρικο «Κληματαριά» σε κάθε πόλη κι ένα «Μοναμί» με τραγουδιάρες γάμα διαλογής, χωμένες μέσα σε βάτες και μασαζοκαλσόν, γι αυτές τα είχαν εφεύρει από τότε. Aυτής της κλάσης οι επαρχίες μας ανάθρεψαν αλλά επιβιώσαμε. Θαρρώ.

Δεν θυμάμαι ούτε μισό ρεφρέν, ούτε ένα μπούτι, ούτε το χρώμα των ματιών της (αποκοιμήθηκα, ομολογώ), ούτε καν πώς βγήκα. Το πώς μπήκα το θυμάμαι, με τριάμιση χιλιάρικα στην τσέπη, άλλες εποχές, τότε που τα χιλιάρικα ήταν πιο πολλά κι από γλάρους σε χωματερή.

Θυμάμαι ακόμη πως ήπια τη μισή Σκωτία (η άλλη μισή κάτω απ’ τη Γλασκώβη κρύφτηκε τρομαγμένη), πέταξα με περίσσεια αγαρμποσύνη δέκα σκάφες λουλούδια, προσπάθησα να πιάσω στον αέρα μια δωδεκάδα ρεφρέν που πρώτη φορά συναντήθηκα μαζί τους εκείνη τη νύχτα (το βλαμμένο απόφοιτο σχολής  Πετρίδη-Ζήλου) κι όταν σηκώθηκα για το – ποθητό- κατούρημα ήμουν πιο λιώμα κι από πατημένο σταφύλι δέκα ημερών που ξεχάστηκε, πρώτα, ένα μήνα πάνω στο κλήμα.

Τα πρώτα τέσσερα βήματα, κόβοντας εξ ανάγκης δρόμο διαγώνια  μέσα απ΄την πίστα γιατί η κύστη ήταν στα όρια του big bang, έγιναν με τον πρέποντα τρόπο: λεβέντικα, σταθερά, προσανατολισμένα. Το πέμπτο θα το ζήλευε κι ο πελαργός του Αγγελόπουλου. Tα λουλούδια ήταν υγρά, τα πιάτα ασταθή και ο θεός συνωμότης. Μετά η ντιζέζ έχασε το κουπλέ, εγώ το φως μου και οι οχιές οι φίλοι μου μέχρι και σήμερα το διηγούνται σε όποιον περαστικό  βρουν μπροστά τους: «και που λες, τρώει μια χύμα ο μαλάκας και σαβουρντιέται πάνω στην πίστα, πήρε μάτι και την κυλότα της ο παπάρας». Τότε είχε μόνο κυλότες, τα string δεν είχαν ακόμη νυχτοπερπατήσει στα σκυλοκωλάδικα.

Τρία ζευγάρια χέρια με πήραν και με αναστήλωσαν. The show must go on αλλά χωρίς εμένα …το μισό μαγαζί χειροκροτούσε όρθιο, κατουρημένο απ’ τα χάχανα, μερικά γαρύφαλλα που προσγειώθηκαν πάνω μου δεν είμαι σίγουρος πως είχαν στόχο την μπουτού, ο ορισμός της ξεφτίλας, anyway, αυτά είναι,  ιστορία, αμαρτία, λάθος μου μεγάλο…

Την ώρα που με άφησαν στην εξώπορτα, λίγο πριν τις έξη (αυτό το θυμάμαι γιατί παραλίγο θα διασταυρωνόμουν στο πεζοδρόμιο με τον πατέρα μου την ώρα που εγώ τέλειωσα βάρδια κι εκείνος έφευγε για τη δική του και ντράπηκα λίγο αλλά μόνο λίγο γιατί δεν ήξερα τότε τι πάει να πει πολύ) μπήκα όσο πιο διακριτικά μπορούσα στο σπίτι. Η διακριτικότητά μου πρέπει να ήταν ανάλογη αλεπούς σε κοτέτσι γιατί δυο πολύφωτα άναψαν και η μάνα μου στεκόταν ανάμεσα σε μένα και στο μπάνιο που ετοιμαζόταν να με φιλοξενήσει για την επόμενη ώρα (έπρεπε να αδειάσω στομάχι και κύστη, όποιο προλάβαινε πρώτο). Δεν παραμέρισε ούτε ίντσα. Τέτοια συμπεριφορά από μάνα μη την αξιωθείς ποτέ.

Μίλησε πρώτη. «Όλα καλά αστέρι μου; το κάψαμε; σας πλήρωσαν κιόλας για το οχτάωρο;». 

Βρήκα κουράγιο, ενώ η λεκάνη του μπάνιου μου φαινόταν μακρύτερα κι απ’ το Γαλαξία της Ανδρομέδας, να απαντήσω καταφανώς προσβεβλημένος…

«Αθε μαθ ρε μάνα, κι αυτό κθυνό θα μου το βγάλειθ; θκατά  ήταν αλλά δεν έβριθκα τακθί να γυρίθω νωρίτερα, κουφάλεθ ταρίφεθ». Θαραμάγκου σκέτος, φαινόταν από τότε οτι την λογιοσύνη την έπαιζα στα δάχτυλα.

Την παραμέρισα τρυφερά, μάνα είναι μόνο μία, την ώρα που βγάζοντας  πουκάμισο και λύνοντας ζώνη ταυτόχρονα (αξιοθαύμαστος συνδυασμός για την τραγική μου κατάσταση) χύμηξα προς την ανοιχτή πόρτα του μπάνιου.

Στη διαδρομή έστρωσα στο πάτωμα ίσα με 2 κιλά σπασμένα πιάτα (σε τεύχη) και μισό επιτάφιο γαρύφαλλα  που είχαν βρει τον τρόπο να μπουν μέσα σε παντελόνι, βρακί, πουκάμισο, σακάκι, πίσω απ τα αυτιά, μέσα στα μαλλιά, στις κάλτσες, στις βλεφαρίδες. Κι αλλού μπήκαν αλλά δεν είναι της παρούσης η σκληρή ανατομία. Ούτε γύρισα να κοιτάξω πίσω, έσπερνα πιάτα και άνθη στη διαδρομή (τόσο λουλουδικό ούτε στην Τήνο ανήμερα της Παναγίας) και θέριζα το γυαλιστερό βλέμμα της μάνας μου που όμοιό του δεν θυμάμαι να μου ‘χε αφιερώσει ως τότε.

«Χάλια πουλάκι μου; κι αν ήταν καλά δηλαδή, τι άλλο θα έφερνες στο σπίτι; και την τραγουδιάρα μαζί;».

Βρόντηξα την πόρτα πίσω μου και βούτηξα το κεφάλι μου μέσα στη λεκάνη. Όποιος και να την είχε ποτίσει νωρίτερα, με ο,τι και να την είχε ποτίσει, αίμα μου ήταν. Δεν ήταν καιρός για σιχασιές….

Όταν άνοιξα μάτια ήμουν σίγουρος πως ήμουν νεκρός. Πιο νεκρός κι απ’ τον Μελκιάδες Εστράδα, αλλά αυτό το λέω σήμερα που μεγαλοπιάστηκα, τότε ήμουν ένας ανώνυμος νεκρός. Από πάνω μου, μάνα και μικρός αδερφός κουνούσαν τα κεφάλια τους όπως τα σκυλάκια στην πλαφονιέρα των αυτοκινήτων. Στάλα συγκατάβασης δεν διέκρινα σ’ αυτό το κούνημα, ούτε καν οίκτο. Δεν είχα και κουράγιο να συνεχίσω να τους κοιτάω. Το υποτιμητικό πέρα-δώθε των οικογενειακών κεφαλών με ξανανακάτεψε κι έτρεξα πάλι στο δωμάτιο πανικού .

«Μη ξανά!» στρίγκλισε η μάνα μου, «μου βγήκε ο πάτος να το απολυμάνω, να τα κάνεις και να τα φας τώρα, εγώ δούλα σας δεν είμαι».

Προσπάθησα να κλέψω ένα βλέμμα συμπόνιας ή έστω ουδετερότητας από το αδέρφι μου. Μάταια. Ακόμη κι ο Ηρώδης θα κοιτούσε ένα βρέφος με περισσότερη αγάπη. Του το χρωστάω αυτό.

Κάποια στιγμή κατόρθωσα και σύρθηκα ξανά μέχρι το κρεβάτι. Έδεσα τριπλόκομπο στομάχι και στόμα για να μη με προδώσουν, ικέτευσα για μισό κιλό Ντεπόν και μια γουλιά νερό, ήπια, έπεσα ξερός.

Κούτσουρο.

Πελεκημένο (μου είπαν -πού να θυμάμαι- ότι δανείστηκα κι ένα χιλιάρικο για να βγάλω σαν κύριος τη βραδιά, είπαμε ειλικρίνεια).

 

♫ ♪

 

* remake (2007), κάποτε τα blogs μπορούσαν -χωρίς να ντρέπονται- να είναι και αυτό

 

Advertisements

freaks peaks

4balconi

 

Ψιχαλίζει. Στη μέση του μονόδρομου μια σκεβρωμένη γριά βλέπει τον κόσμο (έστω, αυτόν που ζει ανάμεσα Μπιζανίου και  Σαρανταπόρου) απ’ το ένα και τριάντα, ίσως και χαμηλότερα, με άσπρο (κάποτε) παντελόνι πιτζάμας, ρόμπα βυσσινί (άσχημο βυσσινί, σάπιο δέκα μέρες στα τελάρα), μπαστούνι στο ένα χέρι, τσιγάρο στο άλλο. Όλες κι όλες δέκα ξανθιές τρίχες ανταριασμένες, είναι διπλωμένη στα δυο, παλεύει ένα βήμα κάθε δέκα δευτερόλεπτα. Μα το τσιγάρο τσιγάρο. Περπατησιά και ρουφηξιά, μια ατέλειωτη τζούρα, για να πάρει κουράγιο πριν το επόμενο βήμα. Έχω δει τον Μάρλει να ρουφάει αλλά αν ο σχωρεμένος αντίκριζε αυτή τη γριά, θα μπλάβιαζε απ’ τη ντροπή του. Παλεύω να παρκάρω με την όπισθεν, δεν την βλέπω, παγώνω και βγαίνω έξω, είναι στη μέση του δρόμου, έχει βάλει ρότα για το πεζοδρόμιο που έχει τη μοναδική τρύπα ανάμεσα σε διακόσια αυτοκίνητα στη σειρά, από την Καυτατζόγλου ως την Κατσιμίδη. Ευτυχώς δεν εμφανίζεται άλλο αυτοκίνητο, στα τρία-τέσσερα λεπτά που χρειάζεται για να ανέβει στο πεζοδρόμιο και να χαθεί πίσω από τον κάδο με τα σκουπίδια, παρκάρω με σφυγμούς τριψήφιους, παίρνω τα μπαγκάζια μου, κλειδώνω, η γριά δεν υπάρχει πουθενά. Έχει γίνει καπνός η ίδια. Δεν άνοιξα τον κάδο, το ομολογώ, δεν είχα κουράγιο και για άλλα.

 

Μέσα στην οικοδομή, δέκα σκαλιά μέχρι το πλατύσκαλο του ισόγειου. Με υποδέχεται η γνώριμη πατατίλα γιαχνί, ίδια κι απαράλλαχτη εδώ και σαρανταπέντε χρόνια. Έχουν ποτίσει τα πάντα μ΄αυτή τη μυρωδιά, σε κάθε κοινόχρηστο χώρο, σκάλες, μωσαϊκά, εξώπορτες, φώτα, διακόπτες, γραμματοκιβώτια, πατάκια, ακόμη και τα κουδούνια. Παίρνω όρκο πως και οι άνθρωποι που ζουν από το ημιυπόγειο ως τον τέταρτο, το ίδιο μυρίζουν. Να τελειώσει στην ώρα της η μικρή να φύγει από δω μέσα, δεν θ΄αντέξω να μυρίζει σύβραση και καμένα λάδια αντί  αφρόλουτρα και Silver Rain. Έχω φτάσει στον πρώτο, μικρή στάση για μισή ανάσα, ρημάδια χρόνια. Από την πόρτα απέναντι, ξεπροβάλλει γέρος με τόσο βαμμένο μαλλί που αν ζήσει δυο χρόνια ακόμη είναι ικανός να εξαντλήσει όλα τα στοκ της L’Oreal, ίσως και της Koleston αν ζήσει τέσσερα. Eίναι ντυμένος σαν τον Τζεπ Γκαμπαρντέλα αλλά δείχνει -στα σίγουρα- καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος. Περνάει δίπλα μου, σχεδόν ώμο με ώμο, χωρίς να ανταποδώσει το «γειά σας», μυρίζει κλεισούρα, ναφθαλίνη, ληγμένη κολώνια, βιάγκρα, μα πάνω απ΄όλα πατάτες γιαχνί. Λυγίζω απ΄ την τόση ομορφιά αλλά βρίσκω κουράγιο να συνεχίσω για τον δεύτερο.

 

Ένα αγόρι με μαλλί σαν του Χένρι Σπένσερ, χώνει κάτω από κάθε χαραμάδα πόρτας φυλλάδια από μια ακόμη πιτσαρία που αγωνίζεται να βρει ξέμπαρκα φοιτητάκια για να ταΐσει. Στις δυο οικογενειακές δώρο ενάμιση λίτρο πέπσι, στις δυο μακαρονάδες δώρο τρία σκορδόψωμα, με μια πίτσα και μια μακαρονάδα σπέσιαλ δώρο ένα κουτάκι μπίρα, ατέλειωτα δώρα με φτηνιάρικη γκούντα και γλιτσιασμένα μανιτάρια κονσέρβας. Είναι σκυμμένος στη δικιά μας πόρτα, στέκομαι όρθιος μισό μέτρο πίσω του, βγάζω τα κλειδιά, σηκώνεται ατάραχος και μου χαμογελάει. Φοράει σιδεράκια, είναι αξύριστος, το μαλλί έχει να λουστεί από την περιφορά του Επιτάφιου, τα μισολιωμένα σταράκια του μυρίζουν ποδαρίλα αλλά τίποτε δεν μπορεί να κατατροπώσει τις πατάτες γιαχνί σ’ αυτή την οικοδομή. Μοιράζει ακόμη λίγα σκορδόψωμα δώρο σε δυο άλλες εξώπορτες και συνεχίζει απτόητος για τον τρίτο, στο Γκουαντάναμο -που λέει και η μικρή-. Εκεί που ο μέσος όρος ηλικίας κοντεύει τα ενενήντα. Στον όροφο των αποκλεισμένων, αφού μέχρι ν΄ ανέβουν και να κατέβουν τρεις ορόφους με τα πόδια -όσοι είναι όρθιοι ακόμη- τελειώνει η μια εποχή και έρχεται η επόμενη. Μέχρι να μη ξημερώσει άλλη εποχή.

 

Πολλές -πάμπολλες- φορές, τα άπαντα του Ντέιβιντ Λιντς κυκλοφορούν λυτά σε δρόμους και δρομάκια που δεν τα χωρά ο νους σου. Μερικές νύχτες σαν έχει υγρασία στους δρόμους και μυρίσεις πατάτες γιαχνί, μου περνάει απ’ το μυαλό ότι  κι ο Tod Browning αμολάει κάθε νύχτα το τσίρκο του -που το πρωί κρύβεται στα γκρεμούλια τριγύρω- σ’ αυτή τη γειτονιά, καταπάνω μου..

 

 

φωτογραφία : arcphotodays