ιστορίες από τον πέμπτο (και τέταρτο και τρίτο και πρώτο) όροφο

 

31946656

 

 

 

Προχτές μπήκα διαδοχικά σε δυο ασανσέρ (σε κτίριο που στεγάζει  δικηγόρους, γιατρούς, και  λογιστές), λέγοντας “καλημέρα”. Στο πρώτο ήταν άλλος ένας μέσα που κατέβηκε στον τρίτο όροφο, στο δεύτερο μια μαμά με το δεκάχρονό της κι ένας παπάς που πάτησαν «ισόγειο». Κανείς δεν μου απάντησε.

Ή βλέπω ανθρώπους που δεν υπάρχουν ή δεν με βλέπουν. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι είναι ανησυχητικότερο.

*

Κάθε Πέμπτη απόγευμα -λίγο πριν, λίγο μετά τις έξη- την ώρα που επιστρέφω στο σπίτι, το ασανσέρ μυρίζει Escape. Καμιά άλλη μέρα. Μόνο τα απογεύματα της Πέμπτης. Τη μέρα που θα δω και τον καθρέφτη του να δακρύζει, θα προτείνω στη συνέλευση να το χρησιμοποιούμε τις Πέμπτες 6-8μμ σαν παρεκκλήσι. Θα ειδοποιήσουμε και την γειτονιά, είναι ανόητο να μην εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα κεριά των λαβωμένων από την Escape.

*

Μετά την κρίση, στον δεύτερο όροφο της πενταόροφης οικοδομής μας είναι άδεια και τα τέσσερα διαμερίσματά του. Περιμέναμε μάταια επί δυό χρόνια και εφτά μήνες να ξανακούσουμε πόρτα στον δεύτερο να ανοίγει. Ένα μεσημέρι Κυριακής οι υπόλοιποι, παρά τις αντιρρήσεις μου, το πήραν απόφαση και ξήλωσαν με μανία την πινακίδα 2 από την πόρτα του ασανσέρ. Και μετά το κουμπί 2 από κάθε πίνακα.  Με τη φόρα που πήραν φοβάμαι ότι κάποια μέρα που θα ανηφορίζω προς το σπίτι, θα κοιτάξω προς τα πάνω και θα μετρήσω τέσσερις ορόφους.

*

Όλον τον Αύγουστο ο πίνακας ήταν χαλασμένος και για να πας στον τέταρτο έπρεπε να ανέβεις στον πέμπτο, να βγεις από το ασανσέρ, να ξαναμπείς και  να πατήσεις 4. Είχα έτσι την ευκαιρία να δω για πρώτη φορά ότι και ο πέμπτος όροφος έχει ωραίο μακρύ φοβιστικό διάδρομο, πόρτες  και κουδούνια έξω από τα διαμερίσματα, παλιοκαιρίσια φωτιστικά και το ίδιο άσχημο χρώμα στους τοίχους. Κάποια μέρα είχα την παρόρμηση να βγω στον τρίτο και να μπω μετά για να πατήσω 4 αλλά δεν ήμουν προετοιμασμένος για το τι θα αντικρύσω και ξαναπάτησα 5. Ντρέπομαι για την ατολμία μου, μα ανέκαθεν με τρόμαζαν οι μεγάλες προκλήσεις.

*

Είναι κάποιες στιγμές που τρέμω σαν σκέφτομαι το πώς χειρίζονται αυτό το πολύπλοκο μηχάνημα οι αναλφάβητοι. Νομίζω πως πρέπει να προσθέσουμε ένα άρθρο στον κανονισμό της οικοδομής ώστε να απαγορεύσουμε τη χρήση του σε όσους δεν γνωρίζουν αποδεδειγμένα αριθμητική. Δεν είναι πρέπον, μα ούτε και ασφαλές, να τριγυρίζουν διάφοροι αμόρφωτοι στις σκάλες της οικοδομής.

*

Αντιπαθώ τα γυάλινα εξωτερικά ασανσέρ. Από μιαν ηλικία και μετά το αυχενικό (και ένας ελάχιστος αυτοσεβασμός) σε εμποδίζει από το να παρατηρείς -εκστασιασμένος, από την υψηλή τεχνική του κατασκευαστή- το σάρκινο περιεχόμενό του.

*

Κάθε εβδομάδα, πλάι στον πίνακα ανακοινώσεων στην είσοδο της οικοδομής, βρίσκουμε ένα κολλημένο χαρτάκι (πάνω απ’ τα προηγούμενα):

«ΕΛΕΓΧΘΗΚΕ, ημερομηνία, σφραγίδα, υπογραφή, ο συντηρητής του ανελκυστήρα»

Αν σκεφτείς ότι o συντηρητής έχει πεθάνει πριν ενάμιση χρόνο, το γραφείο του έχει γίνει πια τυροπιτάδικο και έκτοτε αποφασίσαμε να συντηρούμε το ασανσέρ μόνοι μας (με τακτικά ευχέλαια, εικονίτσες και σκόρδα που κρεμάμε μέσα του), νομίζω ότι θα πρέπει ν’ αρχίσω να παραμονεύω για να δω ποιος είναι αυτός που δεν θέλει να αφήσει το ασανσέρ μας να μάθει την πικρή αλήθεια.

*

Στις, όχι και πολύ σπάνιες πλέον, επισκέψεις μου σε κλινικές και νοσοκομεία, πάντα χρησιμοποιώ το ασανσέρ μεταφοράς ασθενών. Είναι λιγότερο κλειστοφοβικό και τυχόν συνάντησή σου με γεμάτο φορείο, σε πλημμυρίζει με ένα αίσθημα ανωτερότητας. Για να αποφύγω παρατηρήσεις από τους νοσηλευτές, φοράω πάντα γραβάτα και νομίζουν πως είμαι κάποιος πολύ σπουδαίος, οπότε πάντα μου χαμογελούν. Ευτυχώς δεν μου κάνουν παράπονα για τα μισθολογικά τους και το συνταξιοδοτικό.

*

Όταν πηγαίνω επίσκεψη σε σπίτια ανθρώπων που αντιπαθώ ( πηγαίνω όμως, άπαξ, δις του έτους, για να μην ενταφιαστεί οριστικά και αμετάκλητα η κοινωνικότητά μου) ξεκινάω πάντα ένα ημίωρο πριν την ώρα που με καλούν και χρησιμοποιώ το ασανσέρ τους ανεβοκατεβαίνοντας επί ένα εικοσιπεντάλεπτο σε τυχαίους ορόφους. Είναι η μικρή, ελάχιστη συμβολή μου στην οικονομική τους καταστροφή.

*

Παρακάλεσα επανειλημμένα (με, ευγενική αλλά σαφή, απειλή μείωσης αμοιβής) την καθαρίστρια της οικοδομής να ντύνει πιο σικάτα τα δίδυμα κοριτσάκια της που την βοηθούν στο σφουγγάρισμα του ασανσέρ. Οφείλουμε, της είπα, να χαρίσουμε έστω μια μικρή Λάμψη στη γκρίζα μας καθημερινότητα.

***

στα κόκκινα φανάρια

31919274

 

 

Με σταματήσαν ένα, δυο, τρία κόκκινα, το τέταρτο το πέρασα -αφηρημένος και εγκληματίας- με κατάρες πεζών και εποχούμενων, το πέμπτο ήταν αδύνατον να το αψηφήσω. Όταν φτάνω εκεί πάντα κόβω ταχύτητα, γυρίζω από συνήθεια το κεφάλι ψηλά και δεξιά, να δω τι είδους άνθρωποι κάθονται έξω στα μπαλκόνια, τι σχήμα και μορφή έχουν, ανθρώπους δεν είδα ποτέ, κάμποσα χρόνια μετά μου είπαν σχεδόν συνωμοτικά (έτσι λέγονται αυτά, ποτέ φωναχτά) ότι κανείς δεν βγαίνει στο μπαλκόνι, αφού τα τριπλοκλειδώνουν, για να μη σε βάλει η ανοιχτή μπαλκονόπορτα σε πειρασμό. Ο σατανάς -μπορεί κι ο Θεός, που δοκιμάζει-λένε- τις αντοχές των ανθρώπων, σαν τεστ κατάταξης στην άλλη ζωή, αυτά που μουρμουρίζουν για ψευτοπαρηγοριά οι παπάδες και οι απελπισμένοι- το ‘χει χούι να κάνει αστειάκια, να σε τσιγκλάει just do it!, αυτό που οι παπουτσάδες κόπιαραν ξεδιάντροπα χωρίς να του ακουμπήσουν φράγκο τσακιστό για τα royalties αλλά ποιος διάολος δίνει δεκάρα για τα εύσημα και τον τραπεζικό λογαριασμό του, αυτά είναι για τους μέτριους θεούς των ακόμη πιο μέτριων που πιστεύουν σ’ αυτούς.

Κοιτάζω την μπλε πινακίδα, πιάνει ίσα με τρεις, μπορεί και τέσσερις ορόφους ύψος, μη τυχόν και λαθέψεις στο τι κοιτάς. Το πρωί αντέχεται, κάποιες φορές το μάτι σου λοξοδρομεί, τις νύχτες όμως κολλάει πάνω στα γράμματα όπως οι πεταλούδες και τα μυγαράκια στη λάμπα στο μπαλκόνι.

Θ-Ε-Α-Γ-Ε-Ν-Ε-Ι-Ο

Τώρα που τα ξαναθυμάμαι και τα γράφω (ανάθεμά με κι αν ξέρω γιατί), πίνω ένα μάλλον φτηνό, μάλλον ισπανικό, μάλλον ροζέ. Σίγουρα μέτριο, μπορεί και λίγο κάτω απ’ το μέτριο, εκτός κι αν φταίει η μνήμη μου, μετά από τόσα μέτρια αρχίζεις να πίνεις αμήχανα. Ούτε από πού το αγόρασα θυμάμαι, μπορεί να ΄ταν και αδέσποτο, μερικές φορές αυτά βγαίνουν καλύτερα από ράτσας, τις πιο πολλές κοπριτάκια αλλά ποιος διάολος δίνει δεκάρα για το τι πίνεις όσο γράφεις. Ποιος δίνει δεκάρα για το τι γράφεις, δηλαδή. Τι κι αν είναι μελό, ξαναμασημένο, ασύνταχτο, ασυνάρτητο, μερικές φορές είναι λυτρωτικό να γράφω σαν πρωτάκι στο δημοτικό,  για μένα μόνο. Και καναδυό άγνωστους που αγνοούμε εκατέρωθεν (ή αμοιβαία; ένα απ΄τα δυο θα είναι σωστό) την ύπαρξή μας. Σιγά μη κάθεσαι να εφευρίσκεις λέξεις, να σκαρώνεις πιασάρικα τιτλάκια ή να φτιασιδώνεις παραγράφους στα φανάρια. Ας τα κάνουν οι λόγιοι αυτά.

Ματιά αριστερά.

Μ-Ι-Κ-Ε-L

Δεν ξέρω τι ράτσας άνθρωποι κάθονται να πιουν καφέ απέναντι από εφτά; οκτώ; εννιά πατώματα και δεν ξέρω (ούτε θέλω και να μάθω) πόσα υπόγεια γεμάτα καρκίνους με παράξενα ή οικεία ονόματα, απ’ αυτά τα καθημερινά κι εύκολα (εύκολα, λέξη κι αυτή) που ποτέ δεν μπορείς να μάθεις να προφέρεις σωστά χωρίς να κομπιάσεις και να χρειαστείς δυο γουλιές νερό για να κατεβούν οι συλλαβές ως τα χείλια σου. Δηλαδή, θέλω να πω, καλύτερα να κρυφτείς μέσα στο σπίτι σου, απέναντι από τέσσερα ντουβάρια που τα σιχάθηκες και μπούχτισαν κι αυτά να σε βλέπουν, παρά να κάθεσαι εκεί αντικρίζοντας Αυτό.

Κοιτάζω αυτούς που κάθονται στα τραπέζια, με έναν καφέ κι ένα νερό μπροστά τους. Κάνω συνειρμούς κι αντιστοιχίσεις. Κανείς τους δεν είναι καθαρός, το βλέπω στα μάτια τους, στον τρόπο που σταυρώνουν τα χέρια τους, στα κουρασμένα ρούχα τους, στα σβηστά τσιγάρα μπροστά τους.  Όλοι κουβαλάνε κι έναν Δαίμονα μέσα τους, που τον αφήσαν για λίγο παρέα με τον ξενιστή του σε κάποιο δωμάτιο, τρίκλινο, τετράκλινο, δενξερωγωτι, απέναντι. Πετάγομαι για ένα νερό και ξανανεβαίνω. Ντρέπονται, ίσως, να πουν καφέ. Και τσιγάρο. Και πετάγονται απέναντι, παραγγέλνουν, ζάχαρη, αφρόγαλα, κρέμα κι άλλη ζάχαρη να κοντράρει την πίκρα, ή σκέτο, για να μη τους δαγκώσουν οι τύψεις. Επειδή στερούν την παρουσία τους δέκα λεπτά, δεκαπέντε, απ’ τις ματιές των άλλων, των ανήμπορων να βγουν παραέξω. Κι επειδή κανείς δεν ξέρει -ούτε καν εγώ, που μετά από τρία ποτήρια θαρρώ ότι τα ξέρω όλα, ακόμη κι αυτά που δεν έγιναν ακόμη- αν αύριο αυτά τα δέκα λεπτά, τα δεκαπέντε θα είναι ακόμη εξαργυρώσιμα. Ή αν δεν υπάρχει καν ματιά απέναντι, κάτσε να σε δω λίγο ακόμη, άσε με να φύγω γιατί δεν αντέχω να σε βλέπω να λιώνεις.

Ένας ανυπόμονος κορνάρει, πίσω μου. Λογικό, αφού αν ήταν μπροστά δεν θα ΄χε κανένα λόγο να βιαστεί να με βγάλει απ’ το δρόμο του. Δεν ξεκινάω αμέσως, δεν έχεις λόγο να βιάζεσαι σε τέτοια φανάρια. Να κάθεσαι με τις ώρες πρέπει, να διαβάζεις τις μπλε επιγραφές, και τα μάτια των ανθρώπων που μπαινοβγαίνουν σ’ Αυτό. Κι εκείνων που κάθονται και παραγγέλνουν έναν καφέ, κοιτάζοντας μια το κινητό, μια τον τρίτο, πέμπτο, έκτο όροφο απέναντι, μια εκείνον που κάθεται πλάι τους, που φοράει μαύρα γυαλιά και καπνίζει τσιγάρα με τέσσερις ρουφηξιές, τα φτάνει στη μέση και τα τσακίζει, τα κάνει δυο κάτια στο τασάκι που δεν προλαβαίνει ν΄αδειάσει. Αν μπορούσαν αυτά τα συγκεκριμένα σταχτοδοχεία να γράφαν την ιστορία όσων τα γέμισαν, θα ΄πρεπε να τα γκρεμίσουμε τα blogs και να τα αποτεφρώσουμε μετά. Πληρώνοντας αν χρειαστεί, όσο όσο.

Ξεκινάω για να μη με πυροβολήσει ο πίσω. Πριν βάλω πρώτη, κατεβάζω το καθρεφτάκι. Όχι για να δω τον ανυπόμονο, μα εμένα. Για να  βεβαιωθώ πως έχω είδωλο. Και να υποσχεθώ (πάλι ψεύτικα, το ξέρω) πως μέρα φεύγει, μέρα μπαίνει, θα κόψω τη γκρίνια και τα ναι μεν αλλά. Για χάρη εκείνων που είναι ξαπλωμένοι και κουρασμένοι δεξιά, μόνο τα ναι πρέπει να κοιτάς. Τα μεν αλλά είναι παραπανίσιες, ηλίθιες, άχρηστες πολυτέλειες.

Περνάω αργά αργά δίπλα απ’ το «Πωλούνται περούκες παθήσεων». Δέκα, είκοσι, τριάντα μέτρα μπροστά, ζωή ξανά. Αυτή που συνεχίζεται, ερήμην κάποιων. Kαι των παθήσεων. Σιγά μην σου αποκάλυψα και κάτι καινούργιο δηλαδή.

 

—–