ο Φίντσερ των πτωχών

32753008

Δεν ξημέρωσε στάλα σήμερα. Υγρασία, σαπίλα, νερό, λάσπη, στρατιές από μαύρα και γκρι πανωφόρια, κακώς ο Φίντσερ έτρεχε να φιλμάρει αλλού, απ’ όλα τα καλούδια είχαμε να τον τρατάρουμε στα μέρη μας. Με λίγη προσπάθεια θα άλλαζε και τον τίτλο σε Eight, Nine. Ten ενδεχομένως. Για ερασιτέχνες και δευτεράντζες αμαρτωλούς τα εφτά. Εδώ παλεύουμε φιλότιμα να αγγίξουμε το διψήφιο.

Νωρίς στην λαϊκή για ψάρια. Κοιταζόμαστε λοξά στα μάτια με δυο λαβράκια. «Μη τα κοιτάς, πρώτο πράμα, δέκα το κιλό, στα καθαρίζω και φεύγεις». Ρωτάω, αφελώς, αν είναι καλλιέργειας, «ε ναι αγορίνα μου, δεκατέσσερα τα αλανιάρικα». «Δεν έχουν και μεγάλη διαφορά» τολμάω να ξεστομίσω. Ένας παππούς που ψώνιζε χτεσινή σαρδέλα δυο κάσες παραδίπλα, δεν άντεξε «σιγά τη διαφορά;  κοντά ενάμιση χιλιάρικο το κιλό; να σε πω εγώ τι πέρναμε με ενάμιση χιλιάρικο; θες να σε πω;». Τελικά πήρα μισό κιλό γάβρο κι έφυγα άρον άρον, δεν είχα καμιά διάθεση να ακούω ιστορίες με χιλιάρικα στις εννιά παρά το πρωί. Καλύτερα να ψωνίζεις σιωπηλά, δείχνοντας, μόνο. Και απορώ, ύπνο δεν έχουν τα γερόντια; Ή καλό στασίδι θα πιάνουν ή σειρά στη λαϊκή; Βρέξει, χιονίσει;

Την ώρα που ξεπάρκαρα απ’ το μανάβικο μου χτύπησε το τζάμι ένα βαριά βαριά δεκάχρονο με ένα μωρό στο χέρι. «Μια ντραχμή θείο». Είχα ήδη ανεβάσει πίεση απ’ τον παππού. Άνοιξα παράθυρο, «δικό σου είναι», «ντικόμ», «γιατί λες ψέματα;», «αλήθεια, ντικόμ», κέρματα δεν είχα, γάβρο δεν θα έδινα, έκλεισα παράθυρο κι έφυγα. Ή οι γυναικολόγοι μας λένε μαλακίες ή κακώς ανοίγω κουβέντα με δεκάχρονα αφού χαλιέμαι μετά. Δεν θα σου πω ψέματα ότι έκανα τον κύκλο (αφού στο μεταξύ πλήρωσα ψωμιά και είχα ρέστα) για να τις ξαναβρώ, άρχισε να ξαναβρέχει πάρα πολύ και μαζί με τις βρώμικες λαμαρίνες ξέπλυνα και τις τύψεις μου.

Κάποιοι ισχυρίζονται πως η πόλη είναι στολισμένη για τα Χριστούγεννα. Περίπου με τον ίδιο τρόπο που ήταν ρυμοτομημένη η Δρέσδη όταν έβγαινε ο Φεβρουάριος του 1945. Βλέπω τα τσουρούτικα φώτα και κάτι λυσσασμένο δαγκώνει την ψυχή μου. Όλα εκεί βρίσκουν λίγη ψίχα να δαγκώσουν, δεν θα μείνουν πολλά πράματα στο τέλος. Φοβάμαι.

Δυο μέρες στους δρόμους, δεν νοιάστηκα να μάθω  τι έγινε στον κόσμο. Το λες και ευλογία. Περιμένοντας στην ουρά για να πάρω αυτά τα λατρεμένα χλωμά έμενταλ (ξαπλωμένα βαμπίστικα, φιλήδονα σχεδόν, κάτω από τα σκληρά άσπρα φώτα των ψυγείων), παίζω με την οθόνη, διαβάζω για τον Κουμανταρέα. Τα πιο σκληρά, τα πιο ρεαλιστικά βιβλία γράφονται ερήμην του συγγραφέα τους. Πενήντα μέτρα απ΄την παλιά μου φοιτητογειτονιά, τριανταπέντε χρόνια πριν. Τότε που θυμάμαι κι εγώ τι γλυκιά ζωή αγοράζαμε με ενάμιση χιλιάρικο, παπού.

Αφήνω σακούλες στον πάγκο, αδειάζω, τακτοποιώ. Σκοτάδι έξω, βρέχει δίχως οίκτο, σκοτάδι μέσα. Δεν ανάβω φως, γινάτι, όχι φως στις έντεκα το πρωί. Βάζω μούζικα και νερό να βράζει.

Δεν είναι τόσο το γαμημένο το πιεσόμετρο που πείσμωσε κάθε δυο και τρεις  να μου κολλάει δυο «εκτός προδιαγραφών» αριθμούς και την ταυτότητα με την ημερομηνία γέννησης στα μούτρα. Είναι που ανατριχιάζω πλέον από καύλα με το τσικ τσικ των καλοριφέρ που παίρνουν μπρος και όχι με το τσικ τσικ του Al Jackson,Jr και του Steve Cropper. Από melting pot σε recycle bin, τόσο γρήγορα.

 

….

national geographic

32730011

Έχω χαρτογραφήσει κάθε σπιθαμή, κάθε χιλιοστό σου μέσα και έξω. Με αίμα, ιδρώτα, δάκρυα, υπομονή κι επιμονή, μέρα, νύχτα, χρόνια τώρα. Ανταμείφθηκα όμως, κανένας δεν θα το αμφισβητήσει ποτέ αυτό. Κανένας, ούτε καν εσύ. Όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουν οι γεωγράφοι ή οι δορυφόροι του μέλλοντος, κανένας, ναι κανένας δεν πρόκειται να μάθει τίποτε καινούριο για σένα που δεν το ξέρω ήδη εγώ και που δεν με εκπλήσει κάθε -μα κάθε- φορά που το αντικρίζω, σαν να ‘ναι η πρώτη, πάνω σου.

 -ΤΕΛΟΣ-

Ο κύριος Μπράουν διόρθωσε βαριεστημένα (αλλά ακραιφνώς επαγγελματικά) το εκπλήσσει στην τελευταία από τις 476 χειρόγραφες σελίδες (συνεπαρμένος από τον οίστρο, ο άγνωστός του νεαρός επίδοξος συγγραφέας είχε παραλείψει ένα σίγμα) και παρά τις ρητές εντολές του εργοδότη του, αποφάσισε – σφόδρα ενοχλημένος από τα απανωτά και υπερφίαλα «κανένας» – να απαντήσει.

time (κι άλλο)

intime_head

 

Στην αίθουσα αναμονής. Τριγύρω  αραδιασμένοι σε καρέκλες και καναπέδες (και καναδυό όρθιοι) φάκελοι με ανθρώπους. Δεν βλέπω πρόσωπα ή σώματα, μόνο φακέλους. Όλοι οι φάκελοι σιωπηλοί. Το ίδιο και οι άνθρωποι, άλλοι από φόβο, άλλοι από σεβασμό στο φόβο των διπλανών. Aνοίγει η πόρτα, βγαίνει ένας φάκελος που σέρνει έναν άνθρωπο ξοπίσω του, περνάει ανάμεσα από άλλους φακέλους, παίρνει το δρόμο για τα σκαλιά ή το ασανσέρ, μετά κανείς δεν ξέρει ποιός πάει ποιόν πού. Είναι η σειρά άλλου φάκελου να μπει μέσα, παρέα με τον άνθρωπό του. Για να ξεκινήσει αυτή η σιωπή των δέκα, είκοσι, τριάντα, άντε σαράντα δευτερολέπτων, που διαρκεί -σαν βουβός ρόγχος- μερικούς αιώνες. Αυτή η επικοινωνία των ανθρώπων με τα άσπρα με τους φακέλους των άλλων, είναι ο επανακαθορισμός του χρόνου, η αληθινή -μια και μόνη- Διαστολή του. Μαθηματικοί τύποι, ρολόγια, κλεψύδρες, καμπάνες, φως, σκιά, άχρηστα όλα.

 

**

 

Την κοίταζε όσο ντυνόταν. Εκείνη προσπαθούσε, αν και πριν λίγα λεπτά δεκάρα δεν έδινε για τη γύμνια της καθισμένη πάνω του, να βρει μια γωνιά τέτοια που να κρύψει απ’ τα μάτια του τις δίπλες στην κοιλιά, τα σημάδια της χαλάρωσης, την επέλαση της κυταρίττιδας. Σε λιγότερο από ένα λεπτό ήταν ντυμένη, η βιασύνη της να οχυρωθεί ξανά μέσα σε πανιά ήταν τέτοια που χτύπησε άσχημα το γόνατό της στην άκρη του κρεβατιού. Bόγγηξε, μούδιασε, ο πόνος υποχώρησε, μετά δεν νοιάστηκε. Καρφί δεν σου καίγεται για τις μελανιές όταν αφήσεις πίσω σου τα τελευταία -άντα, όλο και κάπου θα ΄χει σακατευτεί το κορμί σου κάνοντας την παρτ τάιμ δούλα στο σπίτι, μετά τη δουλειά. Σιγά μη το πρόσεχε κιόλας το σημάδι. Ο άλλος, στο σπίτι. Αυτός εδώ την ξέντυνε, ακόμη. Όσα ρούχα και να ΄ριχνε πάνω της, τα μάτια του τα πέταγαν στο πάτωμα.

Τι ώρα είναι; τον ρώτησε, χτενίζοντας το μαλλί

Κοντεύει εφτάμιση

Όχι ρε πούστη μου, όχι, όχι. Με περίμεναν στις εφτά, πότε πέρασαν δυο ώρες; Και στο είχα πει γαμώτο μου, γιατί δεν μιλάς τόσην ώρα;

Αυτή η ερήμην του μυαλού επικοινωνία των ανθρώπων με το δέρμα -κι ακόμη παραμέσα- των άλλων, είναι ο επανακαθορισμός του χρόνου. Μαθηματικοί τύποι, ρολόγια, κλεψύδρες, φως, σκιά, ρούχα, άχρηστα όλα.

 

**