Ο Καμύ των πτωχών

Περπατάω Σάββατο πρωί στην πόλη των παλιών, δεν μου κολλάει το παλιά πόλη. Πιο ζωντανή από΄ όλους μας είναι κι ας συναντήθηκα μόνον με έναν άνθρωπο, ούτε ματιά ανταλλάξαμε, από εκεί που άφησα το αυτοκίνητο μέχρι εκεί που με περίμενε ο δεύτερος καφές της ημέρας.

Κάθε κυβόλιθος και μια ιστορία. Δικιά μου και μερικών χιλιάδων άλλων. Αν σκεφτείς ότι κάτω από τα πόδια μας ζουν -σιωπηλοί μάρτυρες της ασήμαντης ζωής μας- κάμποσες χιλιάδες κυβόλιθοι, τύφλα να ΄χουν όλοι οι συγγραφείς, ποιητές, βάρδοι και τροβαδούροι από καταβολής σύμπαντος. Δεν σου λέω ότι οι ιστορίες μας είναι άξιες περιγραφής ή καταγραφής αλλά προσποιούμαι πως μιάν αξία την έχουν, όσες υποτιμήσεις κι αν πέρασαν από πάνω τους.

Εκεί φίλησα μέχρι που είπε «μας περιμένουν» και είπα «ας φίλαγαν κι αυτοί», εκεί θύμωσα πολύ (μου φαίνεται απίστευτο αυτό το «πολύ» σήμερα), εκεί της άνοιξα -άγαρμπα, ομολογώ- το πουκάμισο και “με σάλιο θα το ράψω τώρα;” (γελώντας, ευτυχώς), εκεί ίδρωσα με δέκα διαφορετικές αφορμές (σήμερα ζήτημα να ίδρωνα με μια), εκεί το δάγκωσα χειμωνιάτικα γιατί τα στενά είναι καταψύκτης όταν φυσάει σ’ αυτήν την πόλη, εκεί έψαχνα ένα πορτοφόλι με τεσσεράμισι χιλιάδες δραχμές στο μισοσκόταδο (χαλάλι σου, όποιος κι αν είσαι που το βρήκες, καργιόλη), σε κείνη την γωνία περίμενα τον Παναγιώτη με τους δίσκους του, σήμερα το πρωί έμαθα ότι ο Παναγιώτης πέθανε πριν δυο βδομάδες με πολύ πόνο, δέκα χρόνια νεότερος από μένα, εκεί κρατούσα την πιτσιφρίκα μου από το χεράκι της και όταν καθήσαμε και είπα «καφέ» εκείνη είπε «βαρέθηκα βυσσινάδα, μπορώ να πάρω πρασινάδα σήμερα;», εκεί κάπνισα μισό πακέτο τσιγάρα σε ένα τέταρτο και δεν ήρθε τελικά, εκεί της σήκωνα το πεσμένο τιραντάκι και κρατούσα το μέτωπό της όσο εκείνη άδειαζε το στομάχι της κι εγώ έλεγα, σάμπως με άκουγε, «σου είπα μην πιείς τέταρτο», εκεί ζήλεψε που με είδε να κρατάω το ξένο ξανθό μέτωπό και είχε ένα ύφος «ευκαιρία γύρευες» αλλά -το αναγνωρίζω- λέξη δεν είπε, εκεί έψαχνα επί δυόμιση χρόνια να παρκάρω για να προλάβω το «4 με 5, ραδιοφονιάδες» (πόσο άθλια μαρκίζα, πόση αγάπη σ’ όσα διαλέγαμε, πόσο ξύλινα όσα λέγαμε) σε ένα στουντιάκι που έμοιαζε με σαλόνι γιαγιάς (είχε και καρεδάκι με δαντέλα, ναι) , εκεί έλεγα «όχι ρε πούστη μου, νόμιζα τους είχα βάλει στη σακούλα τους Triffids», εκεί στραγγίξαμε μια στρατιά Calliga και ξεπαστρέψαμε μια ταξιαρχία Mateus, εκεί θέλαμε να φέρουμε τον Wim Mertens με το πιάνο του αλλά μας σακάτεψε το μπάτζετ, εκεί τσακίστηκα με το δίτροχο γιατί τα βρεγμένα γυαλιστερά στενά δεν είναι τρυφερά με τις σάρκες και τα κόκκαλά σου (συγγνώμη αδερφέ, δεν σου πλήρωσα ποτέ τα σπασμένα πλαστικά και τον καθρέφτη, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν θα ξεχρεώσω), εκεί ακούγαμε τον ιμάμη, εκεί και τις καμπάνες, εκεί και το Ashes to ashes, εκεί είδαμε το 1900, Δευτέρα το ένα μέρος, Πέμπτη το δεύτερο, εκεί είχα τον μικρό μου -δυο χρονών, ούτε- στους ώμους και μετά αγκαλιά σε σκαλάκια να του δίνω το τελευταίο γάλα της ημέρας την ώρα που αποκοιμήθηκε στα χέρια μου και μύριζα τον ιδρώτα στις δίπλες του λαιμού του, εκεί κατουρήσαμε τα εικοσάχρονα σε σκοτεινές γωνιές γιατί ένα βυτίο μπύρες δεν το επιστρέφεις σπίτι, εκεί ήταν το σπίτι του Φαίδωνα που στέγασε -με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα- τις πρώιμες κάβλες μας, εκεί δεν πατάω ποτέ όταν εισβάλλουν οι σεπτεμβριανές στρατιές, εκεί τα δυο θερινά σινεμά (μηδέν σήμερα) που φιλοξένησαν αμέτρητες νύχτες μας κι ας μην είχαμε ιδέα τι πάμε να δούμε -ο,τι κι αν έπαιζε μπαίναμε-, τώρα ανεβοκατεβαίνουμε πατώντας πάνω στις ίδιες πέτρες και δεν ξέρω αν ντρέπονται αυτές για την κατάντια μας ή εμείς που τις αντικρίζουμε τρέχοντας να βρούμε το αυτοκίνητο μετά από δυο ποτά (δεν παίζεις με τα alert των αιματολογικών) για να οδηγήσουμε γρήγορα πίσω στο σπίτι, «δεν άφησες κάτω το κινητό, μη δείχνεις ότι τους βαριέσαι τόσο, μια στις τόσες βγαίνουμε μαζί τους». Δεν ξέρεις, δεν ξέρουν, δεν τις αντέχω αυτές τις νύχτες, ούτε τα πρωινά, ούτε τα μεσημέρια, ελπίζω κάποια μέρα να περπατήσει ξανά λίγη ζωή σ’ αυτά τα δρομάκια. Το ωραίο με τα «ελπίζω» και τα όνειρα είναι να υπάρχουν, να τα πιστεύουμε κι ας αργούν ή κι ας μη γίνουν ποτέ. Δεν είμαστε πια δεκαοκτώ και είκοσι και εικοσιπέντε να μην μπορούμε να καταπιούμε το «δε θα γίνει», μεγαλώσαμε και ξέρουμε πως πιο πολύ μετράει το «κάτι θα γίνει», ίσως όχι το όνειρο ατόφιο, ίσως ούτε καν ένα μεγάλο κομμάτι του, μα και με ψιχουλάκια θα αντέξουμε. Θα βγει ο χειμώνας, ο,τι εποχή κι αν είναι αυτός.

Μην ανοίξετε το στόμα σας λατρεμένοι κυβόλιθοι. Κάποια μέρα θα το κάνω εγώ για λογαριασμό σας. Ξένος στην πόλη μου πια, εδώ και καιρό.  

One thought on “Ο Καμύ των πτωχών

  1. Κυβολιθους μέτρησα και εγώ αυτό το καλοκαίρι. Το πιο στέρεο πράγμα στη ζωή μου, τώρα που το σκέφτομαι. Είναι εκεί, με περιμένουν αδιαμαρτύρητα, τριάντα τόσα χρόνια, κάθε καλοκαίρι και ελπίζω να ζήσω, να γράψω την ιστορία τους. Τη δική μου, μαζί τους, ίσως ένας ωραίος επιτάφιος. Θα αρκεστω στην γενναιοδωρία των άλλων (ήθελα να γράψω των ξένων, αλλά δεν είμαι Μπλανς).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s