ζέστη

 

sunny-day

 

Γαλαντόμος ήλιος έξω, το μέσα μου μυρίζει σαν φρεσκοσιδερωμένο, διπλωμένο φανελάκι. Το τσίπουρο σήμερα έχει γεύση από καλοκαιρινά σεντόνια. Δε χορταίνει η ψυχή μου να κυλιέται πάνω του.

 

Ποιός να το ‘λεγε ότι θα ‘ρχόταν κάποτε μέρες που θα λιμπιζόμουν είδη προικός..

 

 

Advertisements

κάτι που ο Vivaldi δεν είχε ποτέ φαντασθεί

24413752

Καθόμαστε και μετράμε βδομάδες και μέρες να βγει ο χειμώνας. Κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας με χαπάκια «πενήντα και σήμερα». Και μετά ρίχνουμε κλεφτές ματιές στο ημερολόγιο για το καλοκαίρι, υπολογίζοντας μεζούρες αντιβίωσης, «εκατονδέκα κι απόψε». Που και που καταπίνουμε καναδυο placebo αργίες -κάτι καθαροδευτέρες, πρωτομαγιές, πασχαλιές- ενδιάμεσα, οι τυχεροί. Είναι κι άλλοι πολλοί που έχουν αναγκαστική αργία μήνες, χρόνια.

Ο,τι και να ‘ρθει, για κάποιους, τους περισσότερους, θα είναι αλλιώς. Αγκαλιές σε διαθεσιμότητα, φιλιά σε εργασιακή εφεδρεία , σπέρμα φορολογημένο απ΄το πρώτο γραμμάριο, για να γελάσεις θα απαιτείται δίμηνη προειδοποίηση. Όλα αλλιώς θα είναι. Αφού από καιρό τώρα η αυθόρμητη χαρά σου ή το άθροισμα των μηνιαίων στιγμών ευτυχίας από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία κρίθηκαν παράνομα και καταχρηστικά.

Θυμήθηκα το Καζαβίτι όταν παρκάραμε κάτω, στο πλάτωμα, κι ανηφορίσαμε για τα πλατάνια. Παραγγείλαμε -Ιούλιος μήνας, το νησί έβραζε μα στο βουνό έβλεπες τους πόρους σου να ζωντανεύουν- μια φασολάδα για να τη μοιραστούμε κι από μια μοσχαρίσια μπριζόλα, αλλά «μη τις καρβουνιάσεις, ας στάζουν λίγο αίμα». Είπα να φέρουν μια καυτερή, του φώναξες «κι ένα κομμένο κρεμμύδι και θρούμπες, με λίγο λάδι, ξύδι και ρίγανη, δεν κατεβαίνει σκέτη η φασολάδα».

Μαζί με τα πιάτα ήρθαν στο τραπέζι και οι σφήκες. «Μη τις πειράζεις» μου είπες, «μυρίστηκαν σάρκα και κατηφόρισαν απ τις φωλιές τους, θα βάλουμε ένα κομμάτι κρέας παραδίπλα και θα μας αφήσουν να φάμε».

Είχες και δεν είχες δίκιο. Δεν ήταν εύκολο να μοιράζεσαι το πιάτο σου με τις σφήκες, προσέχοντας όταν φέρνεις τη μπουκιά στο στόμα να μη βάλεις κι ένα τέτοιο αγρίμι μέσα σου κι έχεις άσχημα ξεμπερδέματα μετά. Αλλά -είπαμε- μισή ώρα είναι, θα φύγουν τα πιάτα από μπροστά μας κι όταν μείνουμε μόνοι μας με τις μπίρες δεν θα μας καταδεχτούν άλλο, θα πιούμε και θα νυχτωθούμε με την ησυχία μας. Θα βλέπουμε από δω πάνω τα φώτα απ’ το λιμάνι χαμηλά, δεν θα σηκωθούμε απ’ τις ψάθινες καρέκλες -παρά μόνο για να αδειάσουμε την κύστη μας- κι όταν το πάρουμε απόφαση θα ΄χεις στον κώλο και στα μπούτια σου τα ωραιότερα ψαθοtattoo του σύμπαντος και θα ‘ναι δέκα το βράδι, σε μια πλατεία καρτ-ποστάλ, με δέκα γερόντια τριγύρω κι άλλους πέντε σαν κι εμάς, να πίνουν μπίρες, ούζα, μαλαματίνες και να γελάνε με το volume στα κόκκινα. Tότε, αν θυμάσαι, δεν είχε «κόφτη» στο γέλιο.

Μπορούμε εύκολα να ξαναπάμε εκεί και φέτος, το ξέρω, είμαστε απ’ τους τυχερούς, δεν το κάνω θέμα. Οι σφήκες όμως έχουν μπει πια μες στο σπίτι. Και για όπου και να ξεκινήσουμε, τρυπώνουν πρώτες πρώτες μέσα στη βαλίτσα. Με ήλιο, με φως, με γεμάτο τραπέζι, με άδειο, νύχτα, αυτές εκεί. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα και ξανά απ’ την αρχή. Στιγμή δεν μας αφήνουν μόνους.

Αν υπήρχε Ε.Σ.Ρ. για βλογς, σαν εκείνον τον θλιβερό Adam Sutler που λέει «δεν υπάρχουν σφήκες, άστεγοι, φτώχεια, πείνα και απελπισία αν δεν τα βλέπεις και δεν τα διαβάζεις, κόψε μαχαίρι την εικόνα και τις λέξεις λοιπόν», θα με είχαν ήδη κάψει ζωντανό. Για παραδειγματισμό.

Σήμερα -όμως- ήταν  μια ωραία μέρα. Βγήκα και περπάτησα στον ήλιο, ανάμεσα σε ανθρώπους που πίναν τον καφέ τους ή απλά βλέπαν τα παιδιά τους να τρέχουν ανάμεσα σε περιστέρια, παγκάκια, μπαλόνια και κούνιες. Ήταν μια ωραία βόλτα. Μια βόλτα Lou Reed. Μια perfect day στα σπλάχνα της wild side. Έτσι θα πορευόμαστε από δω και μπρος.

Να μη ξεχάσω να ρωτήσω τις σφήκες αν σκοπεύουν να την ποινικοποιήσουν κι αυτήν.

—–

κερασμένο στη Niemands Rose

someday

Γραμμή 4, στέκεσαι μπροστά στα σκαλιά της 12, δυο λεπτά τρελής τρεχάλας με τα πόδια να φτάνουν στους ώμους, είναι 09:29, φεύγει στις 09:31, ή παρατάς χάμω τη βαλίτσα και παίζεις με τις πιθανότητες -και την αντοχή της καρδιάς σου- ή περιμένεις το επόμενο στις 10:11 αλλά σου είπε στο τηλέφωνο «πάρε το πρώτο τρένο κι έλα, τρία χρόνια έχουμε να ειδωθούμε», το πρώτο που βρήκες μπαίνοντας λαχανιασμένος στο σταθμό είναι αυτό, όλα τα άλλα είναι επόμενα, άλλο ψέμα δεν θέλεις να της πεις, το πρώτο δεν το πήρες κι ας σου το ζήτησε, το πρώτο που σου ζήτησε τρία χρόνια μετά.

Πατάει κουμπιά στο μηχάνημα. Τα ρέστα που πέφτουν ακούγονται σαν να βρέχει, έτσι κι αλλιώς βρέχει έξω, τα παπούτσια της πήραν νερά, τα μαλλιά της στάζουν, τα μάτια της είναι κόκκινα, δεν είναι το ξενύχτι που φταίει, τα χέρια της παγωμένα, έβγαλε για ένα λεπτό τα γάντια και τα δάχτυλα τρέμουν, τρεις φορές χρειάστηκε να πατήσει ακύρωση στο Εinfache Fahrkarte, δεν πρόκειται να κοιμηθεί εκεί, θα πάρει το ICE απ’ τη γραμμή 4 στις 09:31, δεν είναι ώρα για πολλές πολλές σκέψεις στη διαδρομή, ένα ταξί για το σπίτι του, ένα γαμήσι ακόμη, μισό πακέτο τσιγάρα, ένας πόντος που έφυγε απ’ το βιαστικά φορεμένο καλσόν, τα παπούτσια μισοστέγνωσαν, «σ’ αγαπώ, πότε θα σε ξαναδώ;», «δεν ξέρω, θα δούμε», εδώ και καιρό νομίζει πως λύνει την εξίσωση σπέρματος, αγάπης και απουσίας με ένα κομμάτι χαρτί που γράφει Rückfahrkarte πάνω του.  Εξίσωση με τρεις αγνώστους κι έναν ακόμη που μένει πίσω δεν λύνεται. Ειδικά όταν η καύλα δεν είναι -πια- ο άγνωστος x.

«Κάνει στάση στο Rheindorf αυτό;», μια τελευταία ερώτηση πριν βάλει το πόδι του στα σκαλιά. Δεν κάνει. Κάνει το άλλο, απ’ την γραμμή 4, στις 10:11. Πολύ αργά. Είπε ότι θα τον περιμένει στο σταθμό μέχρι τις δέκα και μισή, μετά θα πρέπει να φύγει. Ανόητοι, άμυαλοι νέοι, αν δεν πάρεις το πρώτο μη βασίζεσαι στο γρήγορο. Τις πιο πολλές φορές -συνήθως πάντα- δεν σταματά εκεί που θέλεις να πας. Μα ακόμη κι αν σταματάει, εκείνη πάντα μπορεί να φύγει πιο γρήγορα απ΄ όσο θα χρειαστείς εσύ για να φτάσεις.

«Λυπάμαι, όλα τα δρομολόγια μέχρι τις πέντε το απόγευμα έχουν ακυρωθεί. Απεργούμε». Δεν έχει first, δεν έχει fast, δεν έχει καν train. Μερικά τραγούδια ούτε που παίρνουν υπ’ όψη τους την πραγματική ζωή. Ούτε καν τους ανθρώπους, κι ας λένε πως γράφτηκαν γι αυτούς.

(είπαμε, στο τέλος όλοι θα πτωχεύσουμε)

being Norman Bates

Τρεις μήνες μετά, ξέχασε τη γεύση απ’ το σάλιο της. Σε έξη μήνες στέγνωσε στη μνήμη του ο ιδρώτας της. Οκτώ μήνες πέρασαν και δεν θυμόταν πώς δάγκωνε τα χείλια της λίγο πριν τελειώσει. Εννιά μήνες αργότερα χάθηκε και η αλμύρα από τα δάκρυά της. Kύλησαν δέκα μήνες και το στήθος της εξαϋλώθηκε. Όταν έκλεισε χρόνος είχε κιόλας ξεχάσει τη γεύση ανάμεσα στα πόδια της. Στους δεκατέσσερις μήνες σβήστηκε το χαμόγελό της. Στους δεκάξι ούτε που θυμόταν πως ακουγόταν το γέλιο της. Στους δεκαεφτά σίγησε η τελευταία ηχώ απ’ τα τακούνια της. Στους είκοσι πήρε δρόμο η εικόνα της γυμνής πλάτης της. Στους εικοσιδυο έφυγε και το τελευταίο βογγητό. Στους εικοσιτρείς ξεθύμανε η κολώνια γύρω απ’ τον αφαλό της. Στον δεύτερο χρόνο πάνω την κήδεψε.

(έτσι κι αλλιώς όλοι θα πτωχεύσουμε)