freaks peaks

4balconi

 

Ψιχαλίζει. Στη μέση του μονόδρομου μια σκεβρωμένη γριά βλέπει τον κόσμο (έστω, αυτόν που ζει ανάμεσα Μπιζανίου και  Σαρανταπόρου) απ’ το ένα και τριάντα, ίσως και χαμηλότερα, με άσπρο (κάποτε) παντελόνι πιτζάμας, ρόμπα βυσσινί (άσχημο βυσσινί, σάπιο δέκα μέρες στα τελάρα), μπαστούνι στο ένα χέρι, τσιγάρο στο άλλο. Όλες κι όλες δέκα ξανθιές τρίχες ανταριασμένες, είναι διπλωμένη στα δυο, παλεύει ένα βήμα κάθε δέκα δευτερόλεπτα. Μα το τσιγάρο τσιγάρο. Περπατησιά και ρουφηξιά, μια ατέλειωτη τζούρα, για να πάρει κουράγιο πριν το επόμενο βήμα. Έχω δει τον Μάρλει να ρουφάει αλλά αν ο σχωρεμένος αντίκριζε αυτή τη γριά, θα μπλάβιαζε απ’ τη ντροπή του. Παλεύω να παρκάρω με την όπισθεν, δεν την βλέπω, παγώνω και βγαίνω έξω, είναι στη μέση του δρόμου, έχει βάλει ρότα για το πεζοδρόμιο που έχει τη μοναδική τρύπα ανάμεσα σε διακόσια αυτοκίνητα στη σειρά, από την Καυτατζόγλου ως την Κατσιμίδη. Ευτυχώς δεν εμφανίζεται άλλο αυτοκίνητο, στα τρία-τέσσερα λεπτά που χρειάζεται για να ανέβει στο πεζοδρόμιο και να χαθεί πίσω από τον κάδο με τα σκουπίδια, παρκάρω με σφυγμούς τριψήφιους, παίρνω τα μπαγκάζια μου, κλειδώνω, η γριά δεν υπάρχει πουθενά. Έχει γίνει καπνός η ίδια. Δεν άνοιξα τον κάδο, το ομολογώ, δεν είχα κουράγιο και για άλλα.

 

Μέσα στην οικοδομή, δέκα σκαλιά μέχρι το πλατύσκαλο του ισόγειου. Με υποδέχεται η γνώριμη πατατίλα γιαχνί, ίδια κι απαράλλαχτη εδώ και σαρανταπέντε χρόνια. Έχουν ποτίσει τα πάντα μ΄αυτή τη μυρωδιά, σε κάθε κοινόχρηστο χώρο, σκάλες, μωσαϊκά, εξώπορτες, φώτα, διακόπτες, γραμματοκιβώτια, πατάκια, ακόμη και τα κουδούνια. Παίρνω όρκο πως και οι άνθρωποι που ζουν από το ημιυπόγειο ως τον τέταρτο, το ίδιο μυρίζουν. Να τελειώσει στην ώρα της η μικρή να φύγει από δω μέσα, δεν θ΄αντέξω να μυρίζει σύβραση και καμένα λάδια αντί  αφρόλουτρα και Silver Rain. Έχω φτάσει στον πρώτο, μικρή στάση για μισή ανάσα, ρημάδια χρόνια. Από την πόρτα απέναντι, ξεπροβάλλει γέρος με τόσο βαμμένο μαλλί που αν ζήσει δυο χρόνια ακόμη είναι ικανός να εξαντλήσει όλα τα στοκ της L’Oreal, ίσως και της Koleston αν ζήσει τέσσερα. Eίναι ντυμένος σαν τον Τζεπ Γκαμπαρντέλα αλλά δείχνει -στα σίγουρα- καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος. Περνάει δίπλα μου, σχεδόν ώμο με ώμο, χωρίς να ανταποδώσει το «γειά σας», μυρίζει κλεισούρα, ναφθαλίνη, ληγμένη κολώνια, βιάγκρα, μα πάνω απ΄όλα πατάτες γιαχνί. Λυγίζω απ΄ την τόση ομορφιά αλλά βρίσκω κουράγιο να συνεχίσω για τον δεύτερο.

 

Ένα αγόρι με μαλλί σαν του Χένρι Σπένσερ, χώνει κάτω από κάθε χαραμάδα πόρτας φυλλάδια από μια ακόμη πιτσαρία που αγωνίζεται να βρει ξέμπαρκα φοιτητάκια για να ταΐσει. Στις δυο οικογενειακές δώρο ενάμιση λίτρο πέπσι, στις δυο μακαρονάδες δώρο τρία σκορδόψωμα, με μια πίτσα και μια μακαρονάδα σπέσιαλ δώρο ένα κουτάκι μπίρα, ατέλειωτα δώρα με φτηνιάρικη γκούντα και γλιτσιασμένα μανιτάρια κονσέρβας. Είναι σκυμμένος στη δικιά μας πόρτα, στέκομαι όρθιος μισό μέτρο πίσω του, βγάζω τα κλειδιά, σηκώνεται ατάραχος και μου χαμογελάει. Φοράει σιδεράκια, είναι αξύριστος, το μαλλί έχει να λουστεί από την περιφορά του Επιτάφιου, τα μισολιωμένα σταράκια του μυρίζουν ποδαρίλα αλλά τίποτε δεν μπορεί να κατατροπώσει τις πατάτες γιαχνί σ’ αυτή την οικοδομή. Μοιράζει ακόμη λίγα σκορδόψωμα δώρο σε δυο άλλες εξώπορτες και συνεχίζει απτόητος για τον τρίτο, στο Γκουαντάναμο -που λέει και η μικρή-. Εκεί που ο μέσος όρος ηλικίας κοντεύει τα ενενήντα. Στον όροφο των αποκλεισμένων, αφού μέχρι ν΄ ανέβουν και να κατέβουν τρεις ορόφους με τα πόδια -όσοι είναι όρθιοι ακόμη- τελειώνει η μια εποχή και έρχεται η επόμενη. Μέχρι να μη ξημερώσει άλλη εποχή.

 

Πολλές -πάμπολλες- φορές, τα άπαντα του Ντέιβιντ Λιντς κυκλοφορούν λυτά σε δρόμους και δρομάκια που δεν τα χωρά ο νους σου. Μερικές νύχτες σαν έχει υγρασία στους δρόμους και μυρίσεις πατάτες γιαχνί, μου περνάει απ’ το μυαλό ότι  κι ο Tod Browning αμολάει κάθε νύχτα το τσίρκο του -που το πρωί κρύβεται στα γκρεμούλια τριγύρω- σ’ αυτή τη γειτονιά, καταπάνω μου..

 

 

φωτογραφία : arcphotodays

ανάσκελα

26064994

 

Όσο περνά -όπως περνά- ο καιρός, νομίζω ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι είναι πια σκεπασμένοι με φολίδες απ’ την κορφή ως τα νύχια, ούτε δέρμα, ούτε ιδρώτας, ούτε μάτια, τίποτε. Μια ψευτοπανοπλία, ένα δονκιχωτικό αλουμινόχαρτο, μια ξεθωριασμένη επιγραφή στα κάγκελα -έξω απ’ το απεριποίητο κλουβί- «κοιτάτε-μην αγγίζετε». Κι ακόμη χειρότερα, «do not feed».  Όχι, δεν λέει «the animals» μετά. Ποια κατσαρίδα τολμά να παραστήσει το αγρίμι;

Ελπίζω να μην είναι μεταδοτικό. Μη ξυπνήσουμε όλοι ένα πρωί Γκρέγκορ Σάμσα. Δεν είναι η ζωή ορός, για να τον θωρείς να στάζει, ανήμπορος, ανάσκελα…

ƪ

τρόπαια

25847915 (1)

Διαβάζοντας στο μπαλκόνι. Από τη μια κατεβασμένες τέντες για να γλιτώσω απ’ τον ήλιο και τους τριανταένα βαθμούς στις μια το μεσημέρι, στον αντίποδα δωμάτια που μυρίζουν grey flannel ανάκατο με γεροντίλα,  ατέλειωτη βροχή και μουσκεμένα σακάκια που περιφέρονται με και δίχως αφεντικά στα πάρκα και τα στενά της Γλασκώβης. Οι σελίδες φεύγουν γρήγορα, με κάποια αναπόφευκτα διαλείμματα για να απαντήσω στις καθιερωμένες κλήσεις της Κυριακής, «τι τρώτε σήμερα;», «τα παιδιά καλά;», «η πίεση του μπαμπά ψηλή, θα πάει στον γιατρό αύριο να του ρυθμίσει τα χάπια». Θα λείψουν πολύ αυτά τα γνώριμα τηλεφωνήματα, κάποια στιγμή.

Ο Ρίλκε σκουπίζει με το χέρι του το στόμιο ενός Λαγκαβούλιν, σελίδα και γουλιά. Εδώ είναι η χώρα του χύμα, ονειρεύομαι τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο και παγάκια που κάνουν φασαρία. Απέναντι τηγανίζουν κεφτέδες, η μυρωδιά είναι εκμαυλιστική αλλά σιχαίνομαι κιμάδες που τους μάλαξαν άγνωστα χέρια, με επαναφέρω στην τάξη. Επιστρέφω στη σελίδα 30, ιώδιο ανακατεμένο με τύρφη, όχι στις αναθυμιάσεις του απορροφητήρα του δεύτερου όροφου. Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτό το βιβλίο. Βάζω σελιδοδείκτη, το αφήνω να ξεκουραστεί.

Έβρεξα αστραγάλους σήμερα. Η θάλασσα είναι ακόμη αφιλόξενη για κάποιους σαν και μένα που αν δεν βγαίνει Ιούνιος δεν αποφασίζουν να χωθούν μέσα της. Ή να την αφήσουν να χωθεί μέσα τους. Αυτό δεν το ξεκαθάρισα ποτέ μου, ποιος μπαίνει σε ποιόν. Η μόνη αδιευκρίνιστης πατρότητας διείσδυση. Η πιο προβλέψιμη, μα και πολύτιμη, ανατριχίλα. Τριγύρω όλοι γαλακτόχρωμοι, μετράω οκτώ κεφάλια, δεν κοιτάζω παρακάτω. Τα μαγιώ δεν κρύβουν, ακόμη, κανέναν υπαινιγμό άξιο δεύτερης ματιάς. Πετσέτες μονόχρωμες, μουντές. Η παραλία των πεθαμένων χρωμάτων. Σε μισή ώρα έφυγα αφού πρώτα έβαλα στην τσέπη δυο καύκαλα σουπιάς και ένα βότσαλο που με ενοχλούσε στη μέση όσο ξάπλωνα στην -καθαρή, ακόμη- άμμο, σαν άλλο μπιζέλι. Άχρηστα λάφυρα της πρώτης επιδρομής. Ίδια κι απαράλλαχτα με τα περσινά, τα προπέρσινα, τα πολύ παλιά.

Σταράκια που εκλιπαρούν για πλυντήριο, καφέ ξεχρωμιασμένη κι ένα νούμερο μεγαλύτερη βερμούδα, πράσινο ευάερο τι σερτ basic organic cotton blend -λέει η ετικέτα-, στολή θέρους. To organic cotton με μάρανε, το made in Bangladesh το κατάπια αμάσητο όταν πλήρωνα πεντέμισι ευρώ περήφανος για το κελεπούρι. Πρέπει να το λύσω αυτό, αν είναι να μη μπορώ να απολαύσω ούτε μια βύθιση αστραγάλων στο νερό χωρίς να με δαγκώνουν δεύτερες και τρίτες σκέψεις, καλύτερα να κυκλοφορώ γυμνός στο σπίτι. Και πάλι κάτι θα βρω να φαγωθώ. Μπορεί να με πιάσουν οι τύψεις για τα πεθαμένα δέντρα που η μετεμψύχωση τα βρήκε σαν χαρτοπολτό πριν καν φτάσω στη σελίδα 31.

Εκεί λέει «είναι αποκαλυπτικό το πώς τακτοποιούν οι άνθρωποι τα βιβλία τους». Κάποιοι τα τακτοποιούν κατά ύψος, το ψηλότερο πρώτο, στο πάνω ράφι, στην αριστερή γωνία, κατεβαίνοντας βαθμιαία ως το πιο μικρό, στο κάτω κάτω ράφι. Κάποιοι άλλοι τα βάζουν μέσα σε μια σφραγισμένη πλαστική σακούλα, ένα προς ένα, με τη ράχη προς τα μέσα και τις σελίδες προς τα έξω, για να μη καταστραφούν απ’ τον ήλιο. Σαχλαμάρες. Να με σχωρέσει η Welsh μα είναι πιο αποκαλυπτικό το πώς δεν τακτοποιούν οι άνθρωποι τις σκέψεις τους. Οι καλύτερες είναι πεταμένες φύρδην μίγδην. Σε μαξιλάρια στο μπαλκόνι, στο πίσω κάθισμα ενός άπλυτου αυτοκίνητου, πάνω σε μια πετσέτα για τη θάλασσα που ξεχειμώνιασε μέσα σε μια στενόχωρη τσάντα στο πατάρι. Χωμένες σε ποτήρια, σε παλιά πουκάμισα, σε λερωμένα -από coppertone- βιβλία. Μη σου πω και χαμένες για πάντα.

Εκείνο το Λαγκαβούλιν που δεν ήπιαμε, τις μέρες της ευμάρειας, ίσως να ‘ναι τελικά ο σελιδοδείκτης.

η άγνωστη και το αγνοούμενο ξ

 

                                                                                                                                                       Κυριακή, 22 Μαίου

αγαπημένο μου βλογ

σχεδόν καλοκαίργιασε, το καταλαβαίνω απ’ τα κοινόχρηστα

άρχισα να κσυπνάω πολύ νωρίς τις κυριακές, πριν καν οι παπάδες φορέσουν τα άμφια, σήμερα δηλαδή κσύπνησα νύχτα και μες στη σκέπση μου άναπσαν φώτα, δεν ηύρα πού ήταν το κουτί με τον καφέ και τα πήρα πολύ άσχημα που όλα τα τιμαρέβει χωρίς να με ειδοποιήσει, δεν την κσύπνησα μα την τιμώρησα αφήνοντάς την μόνη της στην άδεια κάμαρα, στ’ άδειο κρεβάτι,  για να ρίκσω την πίεση που σίγουρα πήγε δεκάκση άπλωσα την ώρα που κσημέρωνε ένα πλυντήριο με σκούρα, άμα προλάβω, άμα, θα βγάλω τα φυτά απ το διάδρομο έκσω στο μπαλκόνι να τα δει και ήλιος, όχι μόνο η Σεγκιούλ -η σφουγκαρίστρα της οικοδομής- , συρτά θα τα βγάλω γιατί αν ακούσω «κρακ» από τη μέση -σαν πέρσι- τους χάσαμε τους σπόνδυλοι, μετά θα γυαλίσω τραπεζάκια, καρέκλαι και κάγκελα, άμα προλάβω, άμα, θα ρίκσω ένα όρθιο πλύσιμο στα μπαλκόνια γιατί δεν θέλω να σέρνομαι στα τέσσερα σφουγκαρίζοντας σαν τη δούλα και να με προγκάν τα γειτόνια, αντάουμπντεντλι θα με σοδομίσει η αλλεργία μου με τόση γύρη και σκόνη και θα μεταμορφωθώ σε άνθρωπο-πασχαλίτσα, κσέχασα να δγιαβάσω το σημείωμα που άφησε για να βγάλω αποβραδίς τον κιμά απ την κατάπσυκση αλλά εφτυχώς το μεσημέρι με τραπεζώνει εκσω το αδέρφι μου και μετά επιστρέφω για τα μπίζνες ες γιούζουαλ, έχω να απλώσω κι ένα πλυντήριο λεφκά, με τα παπάτζω ck μπροστά μπροστά για να γυαλίσει το μάτι της κσινής απέναντι

ούτε χτες έφαγα σπιτικό φαΐ, ντάλα μεσημέρι πλακωθήκαμε στα τσίπουρα και στα σουτζούκια και στα τυροκαφτερά «κάτω», είχα καιρό να χτυπήσω κάρτα κι ο καφετζής έκανε λίγα μούτρα λέγοντας «απ’ τον επιτάφιο έχω να σε δω ρε» αλλά κσίδι είχε, ας έπινε, δυο καρέκλαι -μονίμων θαμώνων, ευγενών γερόντων- εκατέρωθεν της πύλης του καφενέ ήτο ντιπ κενές τιμής ένεκεν, ο ένας πέθανε την Πέμπτη και τον έτερον τον έθαπσαν στις δώδεκα, θεός σχωρέστους μποθ, το έπιασα το υπονοούμενο με τον επιτάφιο

αν και άνετα πίνουμε άνεφ αφορμής, ήπιαμε εις μνήμην αυτών και των μισθών μας και εις υγείαν μας και υπέρ υγείας των πέριξ ημών, ομοτράπεζων και ομόκλινων, για τους εχθρούς μας και τους κυβερνητικούς τους νυν και τους πρώην είπαμε «να πσοφήσουν οι γαμιόληδοι» και μετά το κάναμε πουέρτα ντελ σολ από την αγανάχτηση και τα μπινελίκια, εκεί που κόντεβε να πέσει η κυβέρνηση το κόπσαμε γιατί δεν κσέραμε τι λέει ο πάσχος επ’ αφτού και χωρίς καθημερινή καθοδήγηση δεν ξεκινάμε ούτε για κατούρημα, όχι επανάσταση

μετά ήρθαν δυο βούλγαροι με ένα ακορντεόν κι ένα κεσέ από γιαούρτι για τα τιπς, έπαικσαν ένα τακσίμι και μετά αρχίνησαν θλιβερό μπάλκαν σουίνγκ κι ένας από μας, ο πιο κσύπνιος, είπε «μπάστα γειτόνια, αν είναι να τις κόπσουμε τις φλέβες τις κόβουμε και με πλιάτσικα», οι υπόλοιποι τον κοιτάκσαμε λοκσά γιατί σιγά μη κσέρουν οι σμόλιαν τζίπσις τι είναι ο φίλιππας, κάτι τέτοια κσιπασμένα εφκολάκια κάνουμε με τους κσένους και δη τους καλλιτεχνικούς μετανάσται και κανείς δεν μας χωνέβει μετά

επειδή μερικά χαϊβάνια ηπγιαμε λίγο παραπάνω είπαμε να μη το κσανακάνουμε σύντομα γιατί χαΐρι δεν θα δούμε με τέτοια κσύδια, άμα είσαι πεντήκοντα το σκώτι σου νταλντίζει πιο έφκολα κι άμα μπλέξεις με ακσονικές πάει η βάρκα, μπάταρε

τρεις και δέκα ακριβώς πέρασε ανάμεσα μας, όπως ήμασταν σπαρμένοι σαν τους μαϊντανούς στις καρέκλαι, μια ωραία γυναίκα, μια άγνωστη με ωραία πόδγια και ωραίαι γόβαι και ωραίο κραγιόν και άλλα ωραία χαρίσματα μέσα και έκσω, κυρίως έκσω, και δεν μίλησε κανείς μας

κιχ

ούτε σ’ αφτήν μιλήσαμε γιατί σε άγνωστες που κουβαλάνε σακούλες με πσώνια που γράφουν ζάρα δεν μιλάμε, μόνο από μακς μάρα και πάνω, άμα είναι ιντιμίσιμι ή λα πέρλα σηκωνόμαστε απ’ τις καρέκλες και βαράμε προσοχή, άμα προλάβουμε, άμα

μετά όμως ήπγιαμε εις υγείαν και εκείνης και της άγνωστης αγαπημένης ενός εκάστου, όχι της επίσημης, της άλλης, που τόσα χρόνια είναι χαμένη

πάω να πσάκσω τον καφέ, πικρόν θα τον πγιώ, κσέχασα τι άλλο ήθελα να πω και να γράπσω καθώς κσάφνου μέσα στη σκέπση μου σβήσαν τα φώτα γιατί το παράχεσε η ΔΕΗ, ας περιμένουν και οι γυναίκες κι ο φύκος και οι φόροι κι ο ρεν κι ο μπιθικώτσης

άμα κσαναδιαβάσω εγώ Πετεφρή πριν κοιμηθώ, να μου τρυπήσεις το @