the Miranda Warning

Αυτό θα έπρεπε να είναι η ενδέκατη εντολή ή εν πάση περιπτώσει ένα είδος ευαγγέλιου τσέπης για κάθε έναν -σαν και μένα καλή ώρα- που νομίζει πως περιμαζεύοντας απ’ το δρόμο αδέσποτες σκέψεις κάνει κάτι πολύ σοβαρό, αντίστοιχο του να κάνει κι ο Παναής καΐκι δηλαδή.

Αδέσποτες, όπως το λέω. Από κείνες που σε κοιτάζουν με  μάτια δήθεν θλιμμένα  κουνώντας περαδώθε την ουρά τους, σα να σου λένε «γράψε μας κάπου, να μείνουμε σε ένα χαρτί, σε ένα word, σε ένα ποστ, σε έναν κάδο απορριμμάτων έστω, αλλά γράψε μας, να μας δει κάποιος». Ή από τις άλλες που σαν τις βάλεις σε μια σειρά, με το που θα σκεφτείς να τις πλησιάσεις δηλαδή, δαγκώνουν άσχημα κι ας νομίζεις πως γνωρίζεστε καλά. Είτε μία είτε εκατόν μία, μείνε μακριά τους, δεν είναι ντίσνεϊ η ζωή.

Το καλύτερο που έχεις να κάνεις μ’ αυτές είναι να τους γυρίσεις την πλάτη επιδεικτικά. Λέγοντάς τους, με τον τρόπο σου, καθήστε εκεί μέσα που κάθεστε, αν καθενός το  μυαλό έτρεχε δεξιά κι αριστερά γυρεύοντας αδέσποτες σκέψεις για να τις περάσει κολάρο και λουρί, όλα τα ωραία ανείπωτα στον κόσμο αυτό θα είχαν χαθεί.  

Ε λοιπόν κόσμος χωρίς ανείπωτα δεν γίνεται να υπάρξει. Απ’ αυτά τρέφεται, μ’ αυτά μεγαλώνει, μ’ αυτά ζευγαρώνει, μ’ αυτά πεθαίνει, παίρνοντάς τα μαζί του. Όσο περνάνε τα χρόνια καταλαβαίνω πως οι άνθρωποι ανοιχτά βιβλία είναι αβάσταχτα βαρετοί.

————–

 

 η ενδέκατη εντολή

μάι ψυ ιζ ντεντ

 

Η πρώτη ψιχάλα έπεσε στο κεφάλι του την Πέμπτη στις 08:42 ακριβώς, την ώρα που ήθελε άλλα δέκα βήματα για να μπει στο αυτοκίνητο. Αν βρισκόταν διακόσια μέτρα μακρύτερα, μπορεί να είχε πέσει στις 08:41. Ή στις 08:43. Θέμα τοποθέτησής του στο χώρο ήταν, η ψιχάλα έτσι κι αλλιώς δεν είχε άλλη επιλογή από το να κατέβει. Δεν ήρθαν -ακόμη- τα πάνω κάτω στον κόσμο.

Ήταν μια πολύ βαριά σταγόνα, η ηχώ της έμεινε στο εσωτερικό του κρανίου του ως τις 08:42:34, οπότε και έσβησε. Ένας μαθηματικός ή φυσικός θα μπορούσαν να μας πουν πολλά για τη χωροταξία του μυαλού του από αυτήν την πληροφορία και μόνο αλλά οι ιστορίες με μαθηματικά μοντέλα, τύπους και εξισώσεις με ζ και χι και ψι ποτέ δεν με συγκινούσαν.

Τι είχε στο κεφάλι του εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστο. Ίσως αυτή η πληροφορία υπάρχει μέσα σε ένα άλλο ποστ, μιας άλλης μέρας που ‘βρεχε, μα είναι αδύνατον να το ψάξω τώρα που γράφω, η μπαταρία του λαπτοπ αδειάζει σε λιγότερο από δυο λεπτά όταν σκαλίζω παλιές ιστορίες. Τροφοδοτικό δεν έχω μαζί, γράφω κάτω από ένα κιόσκι στη μέση του πουθενά. Ωραία έκφραση αυτή, γερό στάνταρ γραφής, μα εφόσον δεν προσδιορίζεται το «πουθενά» πώς μπορείς να ορίσεις τη μέση του;  κι εδώ θα μπορούσαν να με βοηθήσουν ο μαθηματικός ή ο φυσικός αλλά μόνον αν βγάζαν απ’ την τσέπη τους τύπους και εξισώσεις με ζ , με χι και ψι. Τέτοια βοήθεια δεν θέλω.

Η πιθανότητα να μη σκεφτόταν κάτι, οτιδήποτε, είναι καταστροφική. Σε ένα άδειο από σκέψεις κεφάλι η ηχώ θα ήταν τερατώδης, θα διαρκούσε τουλάχιστον ως τις 08:43:12 και θα τον ακολουθούσε μέχρι την ώρα που θα έβαζε μπρος για να φύγει. Είναι σίγουρο πως και σ’ αυτή την περίπτωση οι δυο θετικοί επιστήμονες θα μπορούσαν να δώσουν ακριβή στοιχεία για το κεφάλι του και την εσωτερική του διαμόρφωση (για να μας λύσουν κάποιες άνευ σημασίας διαδικαστικές απορίες) αλλά άκρη με το πού πήγαινε και κυρίως γιατί έδιωξε από το μυαλό του κάθε μα κάθε σκέψη της δεν θα έβρισκαν, όσα ζ και  χι και  ψι κι αν επιστράτευαν.

Άλλωστε το σωστό ψι ποτέ δεν γράφεται με γιώτα. Και με λάθος δεδομένα, αυτή η άσκηση θα έμενε εσαεί άλυτη.