route 66

2012-1-7-david_bowie_the_next_day

Με τόσους -διόλου τσιγκούνικους- διθύραμβους, τέτοια ανυπόκριτη συγκίνηση  που είδα απλωμένη σε μπαλκόνια, ρετιρέ, ντουβάρια, πεζοδρόμια, είπα να μπω να δω προς τι τέτοια ανατριχίλα, τόση υγρασία, σε δάχτυλα, σε στόματα, σε μάτια. Πέρασε καιρός πολύς, δυσκολεύτηκα να βρω την πόρτα.

Δέκα χρόνια μετά το Reality, για όσους μετράνε άσκοπα. Για μένα που όλα σταμάτησαν στο Lodger (το Absolute beginners το 1986 και το Derranged -εννιά χρόνια μετά- δεν μετράνε, ήταν δυο σπάνια αδέσποτα σε έρημα χωράφια, κάτι σαν κομμένη στο μοντάζ εικόνα απ΄το Stalker), στο μέτρημα βγήκαν τριαντατέσσερα χρόνια. Ένα ένα και ολογράφως, για να τρομάξω καλύτερα.

Δυο βδομάδες μετά, εξακολουθώ να μη μπορώ να καταλάβω.

Μπορεί να φταίω εγώ, όχι αυτός. Σίγουρα εγώ, αφού όσο κύλαγε το δισκάκι προς το τέλος του, μια ώρα δρόμος, τριαντατόσα χρόνια χωρίς δρομολόγιο,  τόσο σκεφτόμουν με τι ευφυολόγημα, με ποια noble ξινίλα θα ξεκινήσω και με ποια θα κλείσω αυτό που θα έγραφα σαν αντίδοτο στο «οργασμικό comeback του 66άρη».

Έγραψα τριάντα αράδες -με μια και μόνη καλή κουβέντα για το Heat– και τις έσβησα αμέσως μετά. Αυτό, τουλάχιστον αυτό, οφείλεις στους παλιούς έρωτες. Ξέφτια πάθους δεν βρήκα πρόχειρα για ν’ ακουμπήσω στο μαξιλάρι δίπλα του, ξέρω πως δεν θα ξαναμοιραστώ τα ίδια σεντόνια, που κάποτε ποτίστηκαν όχι ως το στρώμα αλλά ως τα πατώματα και το ταβάνι και τα υπόγεια ακόμη. Ούτε όμως και το λέει η καρδιά μου να πετάξω τα σεντόνια αυτά στα άπλυτα ή -ακόμη χειρότερα- στον πρώτο κλίβανο που θα βρω στο δρόμο μου πηγαίνοντας να ξαπλώσω σε άλλα.

O Βowie -my own private Bowie- είναι χαμένος κάπου εκεί πίσω, το ξέρει κι ο ίδιος, δεν υποκρίνεται ούτε μια στάλα όταν τραγουδάει κουρασμένα «Where are we now ?». Το ‘πε άλλωστε κι ο ποιητής. Αν τα σβηστά κεριά πίσω πληθαίνουν, ποτέ δεν φταίνε τα κεριά. Πάντα υπάρχει η next day, μπορεί μεν τα -όχι και τόσο- boys να έχασαν το singing αλλά -όσο πεινάει η ψυχή- ένα έστω αχνό keep swinging θα το βλέπεις και θα το ακούς (σαν από παλιό Sanyo κασσετοφωνάκι) εκεί στο βάθος της γραμμής..

—-

vinyl ντέιζ

Δίσκος εισαγωγής -απ’ τους ορθόδοξους, μέσα-έξω, όχι τους γιαλαντζή με φάκελο μόνο- σήμαινε ότι η πρωτευουσιάνα αδερφή του πατέρα μου θα έβλεπε τον επαρχιώτη φοιτητή ανηψιό της τουλάχιστον τρία Σάββατα το μήνα στο μεσημεριανό τραπέζι. Ίσως και καναδυό Παρασκευές. Ο,τι καιρό και να έκανε, ο,τι φαγητό και να έβγαζε στα πιάτα. Σφάζοντας στο γόνατο τον μηνιαίο προϋπολογισμό επειδή ο Ζήλος έσταζε καύλα για το Thirst των Clock DVA, όφειλα να γνωρίζω ότι δεν θα με τάιζε ο Ζήλος μετά. Ούτε ο μπαμπάς μου. Η αδερφή του όμως ήταν αγία γυναίκα κι ας μην έμοιαζε στη Ντέμπι. Έμοιαζε στη μπίγκ μάμα-Κας και μύριζε Tosca, κανείς δεν είναι τέλειος. Κανείς.

Μόνον ο Syd όταν τραγουδάει  I knew a girl and I like her still

Κυψέλη-Ακαδημίας και σερί Ακαδημίας-τέρμα Χολαργού. Λεφτά για τα εισιτήρια είχα πάντα φυλαγμένα γιατί ήταν μεγάλη ξεφτίλα να πεθάνεις από ασιτία τότε στην Αθήνα, σήμερα άνετα ψοφάς και δεν σε παίρνει χαμπάρι κανείς. Το 1981 ήταν τραγική χρονιά για το μπάτζετ μου, το φθινόπωρο ο Ζήλος παραληρεί για το Thirst, κυλιέται στα χώματα σαν επιληπτικός με το Deceit των This Heat και χύνει με τους Medium Medium και το Glitterhouse. Κι εγώ μαζί. Εκείνο το δίμηνο έφαγα τόσο ιμάμ θείας που έκανα πέντε χρόνια να μπορέσω να ξανακοιτάξω μελιτζάνα στα μάτια. Το 1981 ήταν η χρονιά του θανάτου του 815, της μελιτζάνας και του Guru Maharaj Ji. Kαι του μπαμπά του Γιώργου, μη ξεχνιόμαστε. Κανείς μπαμπάς δεν είναι τέλειος.

love hurts, love scars, love woundsμε κομμένη την ανάσα περιμένουμε το σόλο του Manny Charlton για να βάλουμε το χέρι κάτω απ’ τη μπλούζα της, χαμηλά, στα λακάκια της, εκεί που σφίγγει η φούστα

Κάποιον Ιούνιο εν μέσω εξεταστικής βρίσκομαι -μαζί μ’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο που με πάντρεψε χρόνια μετά- σε ένα μεγαλοαστικό ρετιρέ (μεγαλοαστικά ήταν αυτά που για να βρεθείς από το χωλ στη βεράντα έκανες τρία λεπτά χρονομετρημένα) κάπου στου Παπάγου ή στην Αγία Παρασκευή, δεν θυμάμαι τόσο καλά σήμερα, δεξιά ή αριστερά απ’ τη θειά μου πάντως ήταν, ο δολοφόνος θέλει δεν θέλει εκεί τριγυρνάει. Η κόρη του ιδιοκτήτη του ρετιρέ φοράει λιβάις ψάθα κι ωραία κολώνια, δεν θυμάμαι τι, μιλάει σαν βλαμμένο, φέρεται σαν νευρωτικό. Κι ακούει Bob Seger και Jackson Browne. Tώρα που το ξανασκέφτομαι μπορεί και να ήμασταν στo Ντιτρόιτ κι όχι στην Αγία Παρασκευή. Το σπίτι μυρίζει κέικ, μπαντίντα και σερβιέτες με άρωμα χαμομήλι. Aν υπήρχε άρωμα χαμομήλι το ’82. Ξαφνικά νοσταλγώ τις μελιτζάνες και τους Theatre of Hate.

Και το παγωτό Άσος. Κασάτο. Με Nel Sole, σαρανταπεντάρι, στο σπίτι της Αρετής και της Μαρίας στη Θεαγένους Χαρίση, δεκάξη και δεκατρία αυτές, οκτώ εγώ, ήττα.

Diamonds, Fur Coat, Champagne. Με μια μεζούρα cocaine, λέει. Mα την παναγία, τόσο γυαλισμένο μάτι και λιγωμένη φωνή σαν του Vega δεν ξαναβρήκα. Άναβα ένα Κent και έβλεπα μέσα απ’ το σκοτεινό δωμάτιο πάνω απ’ τις κορυφογραμμές της Νάξου. Της κυψελιώτικης. Απέναντι κατεβασμένα στόρια, τραβηγμένες κουρτίνες, ψιλόβροχο, με βλέπω, είμαι εικοσιδύο, θέλω να βγω για να πάρω δυο μπίρες αλλά βαριέμαι να ντυθώ. Κάνω δυο τσιγάρα ακόμη, χριτς-χριτς, αλλάζω πλευρά, Harlem, μα την παναγία, μου τη δίνει αυτή η πόλη όταν βρέχει κι όταν τα λεφτά τελειώνουν κι όταν για τρίτη φορά με κόβει με τεσσάρι, το δωμάτιο μυρίζει καπνό και τηγανητά αβγά, για πότε ξανακούγεται το χριτς-χριτς ούτε που το καταλαβαίνω. Στα γυμνά βουνά πίσω αστράφτει. Θέλω μια μπίρα κι ας είναι χλιαρή. Μου λείπεις.

Love my way, it’s a new road. Αγάπη ρε. Αγάπη. Έστω και πτωχευμένη.

Μετράω τα χρήματα στην τσέπη. Δεν φτάνουν για Shure, δεν φτάνουν για Stanton, με δυσκολία αγοράζω την πιο φτηνή Pickering, να περισσέψουν και για βενζίνη. Έχει και ενσωματωμένο βουρτσάκι, μεγαλεία. Πίσω στο σπίτι περιμένει το Spillane. O Ζorn στο στομάχι μου κάθεται, τα αυτιά μου δεν τον αντέχουν συχνά-πυκνά αλλά το Twolane highway έχει ένθετο Albert Collins. Mετάνιωσα που τον αγόρασα αλλά δεν είναι η πρώτη φορά. Υπάρχει ρεζέρβα The Return of the Durutti Column. Το βράδυ θα πάμε για μπάνιο στο Φανάρι, έχω λίγη ώρα για να το γράψω σε κασέτα, θα δω ξινισμένα μούτρα αλλά εγώ οδηγάω, εγώ διαλέγω συνοδηγό. Να δοξάζουν το θεό που δεν τους βάζω τον Zorn, να τους κοπούν τα λάστιχα απ΄ τα μαγιό. Και οι μπανέλες απ’ τα σουτιέν. Ωραία κορίτσια στο πίσω κάθισμα αλλά μόνο με Matt Bianco και φιλί δίχως γλώσσα δεν προκόβεις στη ζωή σου.

Μωρό μου θέλω να γίνω Steve McQueen. Ακόμη κι αν δεν ίδρωνα τα ίδια σεντόνια με την Ali McGraw, θα με κάναν εξώφυλλο οι Prefab Sprout.

I spent the days of my vanity…θα παίξω με όσα ρέστα έχω στην τσέπη μου τώρα, σε κάποιους που μου δάνεισαν τα επέστρεψα, σε μερικούς θέλω να χρωστάω δια βίου