the fall by the house of Usher

33225110

Την ώρα που ο κύριος Μπράουν επέστρεφε βιαστικά με τα πόδια στο σπίτι κρατώντας μια χαρτοσακούλα με τα επείγοντα χρειαζούμενα (ένα μπουκάλι  γάλα, τσάι, ζάχαρη, μπισκότα πορτοκαλιού και ένα κουτί -προσφοράς- γατοτροφή, για το οποίο λογομάχησε με την ταμία, η οποία επέμενε πως η προσφορά είχε λήξει μια ώρα πριν), κοντοστάθηκε για λίγο στο αγγελτήριο θανάτου του που ήταν κάπως άτσαλα κολλημένο σε έναν βρώμικο μισογκρεμούλι τοίχο ανάμεσα στα σπίτια των Usher.

Oι Usher, δυο δίδυμα αδέρφια που είχαν από καιρό κλείσει τα εβδομηνταοκτώ, δεν είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους ούτε μια κουβέντα εδώ και μια γενιά (τριανταδυο χρόνια και τρεις μήνες, πιο συγκεκριμένα). Ούτε και με τον κύριο Μπράουν είχαν πάρε-δώσε. Για την ακρίβεια κανείς από την πόλη δεν θυμάται να είχε ποτέ οποιαδήποτε παρτίδα, μιαν ελάχιστη τυπική συναναστροφή μαζί τους, ειδικά μετά τη μέρα που πέθαναν οι γονείς τους (σε ένα τραγικό ατύχημα με αερόστατο που έγινε πρωτοσέλιδο σε όλη την κομητεία, ακόμη και στις γειτονικές). Ήταν, λέγαν οι γλώσσες, δύσκολοι άνθρωποι, μονόχνωτοι, απότομοι, σχεδόν αγενείς. Ο μόνος που έμπαινε και στα δυο σπίτια ήταν η ίδια καθαρίστρια. Η κυρία Nevermore. Μόνο αυτή θα μπορούσε να πει μια κουβέντα παραπάνω και για τους δυο, να φωτίσει έστω μια γωνιά του βίου τους, μα κρατούσε -άγνωστο με τι αντάλλαγμα, υλικό ή άυλο- το στόμα της ερμητικά σφραγισμένο.

Στο θέμα μας, όμως. Στο αγγελτήριο.

Ο κύριος Μπράουν ξεκόλλησε -με εμφανώς τσαλακωμένο το φλέγμα του- το μαβί χαρτί με το όνομά του, προσέχοντας να μη το καταστρέψει. Το δίπλωσε όσο καλύτερα μπορούσε, αφήνοντας την χαρτοσακούλα ανάμεσα στα πόδια του. Μετά το έβαλε στο πορτοφόλι, ανάμεσα στην κάρτα ασφάλισης και στην loyalty  κάρτα της Tesco. Ξαναπήρε την σακούλα στα χέρια και έκοψε δρόμο, ανάμεσα από τα σπίτια των Usher, εκεί που έχασκε μια τεράστια ρωγμή (αφύσικα μεγάλη για τόσο μικρό τοίχο), για να προλάβει να φτάσει τρία λεπτά νωρίτερα στον προορισμό του.

Οι πρώτες ψιχάλες ήδη έπεφταν. Ο ουρανός είχε το χρώμα μιας πάρα πολύ καταθλιπτικής κυριακάτικης νύχτας (μια απόχρωση σκοτεινότερη από gloomy) κι ας ήταν μόλις πέντε και δέκα, απόγευμα μιας κοινής καθημερινής ημέρας. Στο τέταρτο βήμα, μέσα στα χορταριασμένα χαλάσματα ανάμεσα στα σπίτια των Usher, ο κύριος Μπράουν παραπάτησε -μάλλον από την ταραχή του, για όσα προηγήθηκαν- και σωριάστηκε καταγής.

Το μπουκάλι με το γάλα έσπασε και πότισε το χώμα τριγύρω. Αυτή ήταν και η μόνη φωτεινή, σχεδόν λευκή, γραμμή μιας ιστορίας με πολύ χαμηλή νέφωση.

….