music for ΚΤΕΛς

 

25895052

 

Εισιτήριο βγαλμένο βδομάδες νωρίτερα, «δεν μπορώ τηλεφωνικά αγόρι μου, όχι για τις μέρες πριν τα Χριστούγεννα, να έρθεις από δω». Θυσιαζόταν ένας για άλλους τρεις, άλλαζε κάποιο Σάββατο δυο αστικά και κατέβαινε από Γουδί Κηφισό. «Μαλάκα, τελευταία φορά που πάω εγώ, για το Πάσχα θα πας εσύ, εξηγούμαι από τώρα».

Λεφτά δεν περίσσευαν ποτέ, κανονίζαμε τα καύσιμα να μας πάνε στο όριο. Άρα ποτέ ταξί -φυσικά συνεταιρικά- ως τα ΚΤΕΛ κι ας σέρναμε βαλίτσα με δυο μηνών άπλυτα. Άλλη μια είχε φύγει μόνη της μετά την 28η Οκτωβρίου, δώρο στη μάνα μου. Τα -θεός να τα κάνει- «καθαρά» (αν έβλεπες τη γυαλάδα στο τζιν θα καταλάβαινες) σε ένα σακ βουαγιάζ. Ένα κόκκινο Champion, κληρονομιά απ’ τη γυμναστική στο λύκειο. Δυο αστικά (μη με ρωτάς γραμμή και αριθμό, όλα άλλαξαν έκτοτε, και η RAM μου το ίδιο), ανέβα, κατέβα, φορτώσου, ξεφορτώσου, στριμώξου, κάτσε, σήκω (εκείνη την εποχή τα σεβόμασταν τα γερόντια, ακόμη και τα πενηντάχρονα), φτάναμε στο σταθμό κατά τις 6.

Το βραδινό ΚΤΕΛ (δεν υπήρχε «λεωφορείο», μόνο ΚΤΕΛ υπήρχε, ανέκαθεν, σαν κάτι το βαριά υποτιμητικό ) έφευγε στις 7. Ποτέ δεν παίρναμε το πρωινό, των δέκα. Άμα με ρωτήσεις γιατί, θα σου πω «ιδέα δεν έχω». Σιωπηρά και συνωμοτικά, χωρίς ν΄αλλάξουμε ποτέ κουβέντα μεταξύ μας βγάζαμε εισιτήριο μόνο με το βραδινό. Τα πρώτα δυο χρόνια. Μετά άλλοι αγάπησαν κάτω, άλλοι συνέχισαν να αγαπάνε πάνω, με άλλους χωρίσαν οι αθηναϊκοί δρόμοι μας, αλλάξαν τα προγράμματα και οι προτεραιότητες, ταξιδεύαμε πια μόνοι.

Αν θες να γράψεις διήγημα, αρχίζεις να μαντρώνεις λέξεις και να τις βάζεις σε σειρά πάνω στη διαδρομή. Εσύ εδώ, εσύ στου Λεβέντη, εσύ κάτσε στα Τέμπη, εσύ στις στροφές στο Δερβένι. Μέχρι να φτάσεις.

Δεν θέλω όμως. Γράψαν άλλοι και γράψαν καλά. Και για λογαριασμό μου. Κέρουακ των πτωχών δεν μπορείς να γίνεις. Αναγκαστικά έσβησα τα δικά μου μέτρια, είπα στις δικές μου σημαδούρες μνήμης «εντάξει, μπορείτε να φύγετε, δεν σας χρειάζομαι άλλο», μερικές ήταν τόσο ηλίθιες που ως και σήμερα κάθονται εκεί που τις άφησα στα δεκαεννιά μου κουνώντας την ουρά τους, μέρα-νύχτα, μπας και ξαναπεράσω από κει. Θαρρείς και υπάρχει περίπτωση να με γνωρίσουν.

Σαν εκείνη τη σημαδούρα στην Αλαμάνα. Εκεί, μέσα σε ένα άθλιο εστιατόριο, με βρωμερά WC, να λέμε αστεία μεταξύ μας για τα “μπιντόκ α λα ρους” μέσα στα ταψιά, που δεν ήταν από κρέας αλλά από εξωγήινους κιμάδες. Και για το αβγό πάνω τους που σε κοίταζε λοξά «όπως το μάτι του Βούδα» και σ’ έστελνε με διπλωμένη την κοιλιά απ’ τα γέλια έξω, στον ψόφο, ο Δεκέμβρης δεν αστειευόταν όταν κόντευαν μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν το πρόσεξες ποτέ αλλά τα χνώτα απ’ τα γέλια ήταν τότε πιο καλοσχηματισμένα. Σήμερα άσ’ το. Από χαμόγελο δεν είδα ποτέ να γεννιούνται χνώτα..

Μέσα ξανά, στα στενά πλαστικά καθίσματα. Ούτε υφάσματα τότε, ούτε δερματίνες. Πλαστικίλα άσχημη. Καθένας στον αριθμό του. Ο 7, η 11, ο 18, ο 21, η 34. Ο οδηγός μετράει κεφάλια, «είμαστε όλοι εδώ;», ο,τι και να απαντούσες ψέματα θα έλεγες, κάποιον άφησες πίσω, κάποιος που ταξιδεύει μαζί σου δώδεκα ώρες τώρα κοιμάται και περιμένει -όπως κι εσύ- να ξημερώσει γα να δει αν φιλάς όπως την τελευταία φορά ή αν έφυγες ήδη γι’ αλλού. Μόνο από κει θα το καταλάβαινε, ποιά τηλέφωνα, ποια κινητά, ποια sms και ποια φέισμπουκ. Φιλί. Fake or real.

Το κάστρο στον Πλαταμώνα δεξιά. Ακόμη κι αυτό το μακρινό φως σε πειράζει στα μάτια. Κοιτάς τριγύρω, κανείς δεν κρατάει smartphone η κινητό, το πολύ πολύ να δεις κανένα walkman. Ασπίδα για να μη σου ματώσει το αυτί η Έλενα Γιαννακάκη, να μη στο δαγκώσει η Ρένα Ντάλμα, να μη στο ξεριζώσουν οι Κωστάδες, Κόλλιας και Μοναχός. Δώδεκα ώρες -μείον οι στάσεις- aural sculpture, που λέγαν και οι ποιητές, αλλά με μυτερά καλέμια, με σκουριασμένα σκαρπέλα και σμίλες. Ο Οδυσσέας λιγότερα τράβηξε απ΄τις Σειρήνες. Αν μπορείς να πεις Σειρήνα την Ρένα Βιολάντη.

Τα χέρια σταυρωμένα μπρος στο στήθος, ή κάτω απ το κεφάλι, σα μαξιλάρι. Αν είσαι τυχερός και έπιασες παράθυρο. Τα δάχτυλα ακίνητα, αγύμναστα, σχεδόν σοφά. Αφού, τότε, καύλωναν ακουμπώντας δέρμα και ρώγες, όχι χαϊδεύοντας εικονίδια πάνω σε τέσσερις ή πέντε ίντσες.

Ασπροβάλτα. Ακρογιάλι. Η μηχανή σβήνει, τα 8 track κλείνουν, η θάλασσα μπαίνει από τις ανοιχτές πόρτες και καθαρίζει τον άσχημο θόρυβο, όπως ο Βαν Χέλσινγκ τα τέρατα. Νυστάζω, δεν βγαίνω έξω, κάποιος να κλείσει τις πόρτες. Η πρώτη σκέψη. Όμως οι δεύτερες σκέψεις είναι σοφότερες, ειδικά αν η κύστη σου συμμαχήσει μαζί τους. Είκοσι χρονών. Πεταλούδες στο στομάχι, χώμα στα μάτια, δέκα λίτρα κάτουρα στην κύστη κι αντέχεις άλλα εκατό χιλιόμετρα, δεν ήμασταν άνθρωποι εμείς, οι τρανσφόρμερς ήμασταν

Και είμαστε. Ψόφιες πεταλούδες στην κύστη, χώμα στο στομάχι, κουρασμένα μάτια. Αλλά ακόμη στο δρόμο.

—-

Advertisements

Σινεμά Αντισύλληψη

Το πρώτο μέρος με τις ταινίες ξεπούλησε, συνταγή δοκιμασμένη δεν την αλλάζεις.

Δέκα ταινίες με υπέροχα παιδάκια που σε κάνουν να πατήσεις pause κατουρημένος απ’ την τρομάρα, τρέχοντας να αγοράσεις προφυλακτικά. Δες και μάθε για να μη πάθεις.

Poltergeist – Αυτή η ταινία ήταν πολύ διδακτική. Και προφητική. Στα λέω γρήγορα : αν δεις το καμάρι σου να κάθεται με τις ώρες σαν το χάνο απέναντι από φωτεινή οθόνη μεγάλο κακό θα σε βρει. Στην καλύτερη περίπτωση θα το ρουφήξει η οθόνη και μεγάλες πόρτες θα διαβείς τρέχοντας από δωμάτιο σε δωμάτιο για να το βρεις, δεμένος με σκοινιά και αλυσίδες γιατί θα φυσάνε είκοσι μποφόρ μέσα στο τριάρι σου, τι Κατρίνα και αηδίες. Στην χειρότερη μακρύ δρόμο θα κάνεις, ψάχνοντας να βρεις Νοσοκομείο με τμήμα απεξάρτησης για να το χώσεις μέσα με τη βία, το φυτό. Σε κάθε περίπτωση πικρό καφέ θα πιείς. Φαρμάκι.

Μary Poppins – Ποιος γονιός που δεν είχε καρδιά μενίρ (σ.σ. πιο σκληρό από πέτρα) είδε αυτή την αγία γυναίκα και δεν πέθανε από ντροπή για την ανεπάρκειά του; Ως και η Αγια Τερέζα μοιάζει Μέρκελ μπροστά της. Χίλιες φορές καλύτερα να με έβαζαν να λέω απνευστί «Supercalifragilisticexpialidocious» μέχρι να βγω στη σύνταξη -αν δεν πέθαινα στο ενδιάμεσο από πνευμονικό οίδημα- παρά να έχω μέσα στο σπίτι αυτά τα δυο κωλοπαιδαράκια που ούτε κρεβάτι στρώνουν, ούτε πιάτα μαζεύουν απ’ το τραπέζι, ούτε βρακί θυμούνται ν΄αλλάξουν μέχρι να πετρώσει το σκατό επάνω τους. Αυτά δεν χρειαζόταν νταντά. Τον Αμίν Νταντά γύρευε ο κώλος τους.

E.T. – Χίλιες φορές να τα πεις τα σκασμένα «δεν απαντάτε στο κουδούνι της πόρτας όταν είστε μόνα στο σπίτι» , «δεν ανοίγετε ποτέ την πόρτα σε κανέναν άγνωστο», «δεν βάζετε κανέναν που δεν σκουπίζει καλά στην εξώπορτα τα πόδια του στο δωμάτιό σας» , το χαβά τους αυτά. Και σε τελική ανάλυση δηλαδή τι κακό έκαναν τα βλαμμένα ; Επειδή μπάσαν στο σπίτι ένα παιδάκι που ήταν λίγο διαφορετικό από τα άλλα και είχε μια μούρη σαν χελώνα μετά από εγκεφαλικό, ένα λαιμό σαν μπουρί , χέρια νούμερο 54 και φωσφόριζε η καρδιά του; σάμπως εξωγήινα δεν είναι και τα δικά μας ;

Finding Nemo – Tα «Omen» , «Orphan» και τα συναφή δήθεν κοψοχολίστικα είναι η Χάιντι μπρος σ’ αυτό το Έπος του Τρόμου. Αντί να τον αφήσει τον Μάρλιν να σαλιαρίζει με τη Ντόρυ σε καμιά σκοτεινή γωνιά στον ύφαλο, σηκώνεται το ξεψάρωτο κωλόψαρο και τραβάει στην Αστραλία και τρέχει κι ο μπαμπάς του ξοπίσω του περνώντας απ’ τη σκύλα και τη χάρυβδη και χαρχαρίες και τσούχτρες και μπόμπες βυθού και έχει και την Ντόρυ από πάνω να του τα σπάει μιλώντας φαλαινέζικα και μη τα πολυλογώ, 100 λεπτά ταινία για να ζήσουν στο τέλος αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα όσο σκεφτόμαστε πόσο τυχεροί είμαστε που δεν γεννηθήκαμε ψάρια κλόουν αλλά γίναμε στην πορεία μπαμπάδες. Ένα και το αυτό, με τέτοιες συνθήκες. Μια απορία μόνο : αν ο Μάρλιν ήταν χήρος, έχει καλώς. Αν όμως ο Νέμο είχε μαμά που δεν ίδρωσε το λέπι της χάνοντας το βλαστάρι της, τότε είναι πολύ μεγάλη μουλάρα. Και καργιόλα μαζί.

Rosemary’s Baby – Αν μόλις έχει γεννήσει η γυναίκα σου και στο κρεβατάκι αντί να κοιμάται μωρό κοιμάται ο Σατανάς αυτοπροσώπως (ή έστω ένα σατανάκι, μη το κάνουμε θέμα, μπορεί ο Μεγάλος να είχε δουλειά και να εξουσιοδότησε άλλον), μη μου σπας και τα νεύρα από πάνω ρωτώντας «ε και τι σχέση έχει αυτό με το ποστάκι σου;». Σατανάκι είπα ανόητε, όχι σαγανάκι.

Hide and Seek – Εντάξει, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο είναι ο Κακός αλλά η σπαστικιά η κόρη του που όλη τη μέρα μιλάει με έναν Τσάρλι και τον ζωγραφίζει κιόλας και παίζει μαζί του χωρίς να μας τον συστήσει ποτέ και μας σπάει και τα νεύρα από πάνω με τα «I have a new friend και I have a new friend» είναι Πιο Κακιά. Σε τελική ανάλυση τρελός γίνεσαι, δεν γεννιέσαι. Εξ αιτίας τους.

The Exorcist – Τι γιατί; Αν έχεις κορίτσι που κατεβαίνει ανάσκελα σαν αράχνη τις σκάλες, γαμωσταυρίζει σαν την Κανέλλη, έχει δόντια σαν του Shane MacGowan, κατουράει όρθιο, κάνει ξαπλωμένη τραμπολίνο στο κρεβάτι, έχει ρουλεμάν στο σβέρκο, χρώμα σαν τον Κέρμιτ και τον Hulk μαζί  και μισεί το παπαδαριό, μην περιμένεις να την καλοπαντρέψεις κιόλας. Η Ανθούλα του Καραβάκου είναι Μόνικα Μπελούτσι μπροστά της.

The Sixth Sense – «I see dead people» και «I see dead people» και «I see dead people», κι ο άλλος ο παπάρας να τρέχει πίσω απ’ τον πιτσιρικά για να τους δει κι αυτός μπας και χάσει η βενετιά βελόνι, τους είδε τους αποθαμένους και χόρτασε και θα ‘θελα να ‘ξερα τι κατάλαβε στο τέλος που είδε μια τρύπα νααααααααα -με το συμπάθιο- από την κοιλιά ως την πλάτη του αλλά έτσι είναι μ’ αυτά τα τσογλάνια, ούτε να πεθάνεις με την ησυχία σου σ΄αφήνουν.

Taken – Έχεις βγει στην σύνταξη (σε πολιτισμένη χώρα που δεν βάζουν χέρι στις συντάξεις), είσαι δυο μέτρα άντρακλας, ο Θεός σε φώτισε και χώρισες νωρίς, έχεις ένα τσούρμο κολλητούς για να κάνετε σάχλες παρέα, ετοιμάζεις barbecue, κρυώνεις τις μπίρες, στρώνεις το κρεβάτι για την μάχη που έπεται και εκεί που αρχίζει να επιδρά το μπλε χαπάκι σε παίρνει η ηλίθια η κόρη σου τηλέφωνο για να σου πει ότι πήγε στο Παρίσι και την έχουν απαγάγει Αλβανοί σωματέμποροι για να την εκπαιδεύσουν ως γιουσουφάκι ή κάτι τέτοιο ελαφριά ντυμένο τέλος πάντων, αν ήσουν άτεκνος τώρα θα ρευόσουν τις μπίρες και θα λέρωνες το στεφάνι της λεκάνης κατουρώντας ελικοειδώς αντί να τρέχεις στη Μονμάρτρη να πλακώνεσαι στις μπούφλες με τους Κοσοβάρους αλλά μη δίνεις σημασία, αυτά ούτε στις ταινίες γίνονται.

Birth – Καλά, το ξέρουμε πως όλοι, κουτσοί, στραβοί, λεπροί, θέλουν να παντρευτούν την Κίντμαν αλλά όσο υπάρχουν δεκάχρονα σαν κι αυτό το βλαμμένο που ντε και καλά είναι η μετεμψύχωση του μακαρίτη του άντρα της και Κύριος οίδε τι kinky έχει βάλει στο βρωμερό κι αρρωστημένο μυαλό του, άσπρη μέρα δεν θα δούμε οπότε καλό είναι να βάλουμε φρένο στην παραγωγή δεκάχρονων όσο ακόμη υπάρχουν Νικόλ στον κόσμο αυτό. Tελεία.