The Tale of Taliesin

0yYg6pc

 

Νοέμβριο πρωτάκουσα Soft Machine. The Tale of Taliesin, το θυμάμαι ακόμη γατί κάτι στον τίτλο μου θύμιζε Αλαντίν. Συνειρμικά. Σε μια σπηλιά το αντάμωσα.

Το άκουσα στο δώμα του Μιχάλη, στη γιορτή του. Το δώμα ήταν ένα παλιό πλυσταριό στην ταράτσα του διώροφου, πάνω απ΄το πατρικό του. Να ‘ταν εφτά, άντε οκτώ τετραγωνικά που έγιναν αναγνωστήριο, εν όψει πανελληνίων. «Για να μην ενοχλείται το παιδί» με τα σουρτα-φέρτα από συγγενείς και γειτόνους στο σπίτι. Τότε τα σπίτια χωράγαν και γειτόνους μέσα, σήμερα μη ρωτάς. Λίγα πράματα στριμωγμένα σε τέσσερα ντουβάρια, μια σόμπα πετρελαίου, δυο φλοκάτες και καναδυό μαξιλάρια στο πάτωμα, μια καρέκλα κι ένα τραπέζι που χώραγε πέντε βιβλία πάνω του, μια κόλα χαρτί κι ένα φάμπερ-καστέλ. Και φυσικά ένα Garrard, δυο ηχεία που δεν θυμάμαι την ετικέτα πάνω τους, δίπλα σ’ έναν Rotel. Aναγνωστήριο και εντευκτήριο μαζί.

Σ’ εκείνο το δώμα λύθηκαν πολλές εξισώσεις με κοινό παρονομαστή το μαύρο του μαρκαδόρου πάνω στις αγέρωχες ρώγες και στο Ιερό Τρίγωνο. Καλές και άγιες οι συνεχείς συναρτήσεις και οι μοναδικοί πραγματικοί αριθμοί, αλλά η καύλα των δεκάξη και των δεκαεφτά δεν χόρταινε με παραγώγιση. Ήθελε σάρκα, έστω χάρτινη. Λυχνάρι το ιερό Playboy, από κει μέσα ξεπήδαγε κάθε λογής τζίνι, απ’ αυτά που -τι κρίμα- εξηνταρίσαν σήμερα. Ξανθό, μελαχροινό, καστανό, κοκκινομάλλικο, ειδικά αυτά τα τζίνι ήταν που εξάπταν την περιέργεια και την στέλναν να προσπαθεί να ξύσει το μαρκαδόρο -όπως ξύνει η γάτα την πόρτα για να την αφήσεις να χωθεί ξανά στη ζέστη μέσα- για να δει τι κρυβόταν κάτω του, «ρε μαλάκα, λες να είναι κόκκινες οι τρίχες κι εκεί;».

Μερικές φορές όταν ο Μιχάλης ήταν στις πολύ καλές του, ή ήθελε να ανταποδώσει κάποια πολύ μεγάλη χάρη (δυο τρεις φορές το χρόνο δηλαδή), άφηνε σε λίγους και εκλεκτούς να πάρουν το τζίνι σπίτι τους. Με τη ρητή εντολή να το επιστρέψουν την επόμενη μέρα. Αλέκιαστο. Απ’ όσο θυμάμαι το πρώτο τηρήθηκε.

Μετά από λίγο καιρό ήρθε στο δώμα και το -ακηλίδωτο- Penthouse αποκαλύπτοντας την Αγία Σχισμή χωρίς ακέραια την παλιά μαγεία της, ίσως γιατί είχαμε προφτάσει να συναντηθούμε μαζί της σε μια πιο γήινη εκδοχή. Όχι απ’ το Wisconsin και το Kansas αλλά απ΄την Δράμα, την Έδεσσα, το Ναύπλιο. Όχι ιλουστρασιόν, όχι αψεγάδιαστη αλλά ζωντανή. Δισύλλαβη. Με κάποια Νίκη, Βάσω, Γιάννα, Βέρα, Σοφία, έστω και με κάποια μη εξωτική Σούλα, καθένας από μας έμαθε να συλλαβίζει απ’ την αρχή, απ’ τα βασικά, απ΄τα πρωτόλεια. Στην αρχή με τα χέρια, Braille. Mετά με όλα, πείνα. Και καμία μα καμία -απ’ όσα συζητούσαμε μεταξύ μας, οι ερασιτέχνες Αλαντίν- δεν θυμόμαστε να παραπονέθηκε για το άγαρμπο τρίψιμο ή για το -αναπόφευκτο- λέκιασμα. Τα καλύτερα λυχνάρια από καταβολής παραμυθιών.

Φαντάζομαι πως αν ο John Etheridge κι ο Karl Jenkins μαθαίναν ότι κάθε φορά που -ως και σήμερα- ακούω το The Tale of Taliesin (αγόρασα πριν πολλά χρόνια το Softs και το φυλάω στο εικονοστάσι) το δωμάτιο μυρίζει μαρκαδόρο και τα ηχεία ευωδιάζουν μια γνώριμη θεσπέσια υγρασία που δεν την μπερδεύεις με καμιάν άλλη υγρασία στο σύμπαν, θα ήταν πολύ, πάρα πολύ περήφανοι γι’ αυτό το λυχνάρι που δημιούργησαν.

♫♪♫

η πατρότητα

28041418

Μαζί τα γράψαμε.

Για όλα τα άλλα «μαζί» (μέσα κι έξω από εισαγωγικά) ας πει ο,τι θέλει καθείς. Ας πιστεύει ο,τι θέλει. Ας το στηρίξει όπως καταλαβαίνει. Ας το γκρεμίσει όπως νιώθει.

Αλλά όλα αυτά εδώ, λέξη προς λέξη, caps lock και shift και backspace, παράγραφο παράγραφο, σελίδα σελίδα, μαζί τα γράψαμε.

(ήθελα να στο ξεκαθαρίσω, να μη μου φορτώσουν την πατρότητα τέτοιες στείρες εποχές)

στον αφρό των ημερών

 

 

Λένε ότι οι γλάροι ζουν ίσα με εικοσιπέντε χρόνια. Δεν είναι κι άσχημα, αν υπολογίσεις με πόσο γαλάζιο προλαβαίνουν να ταḯσουν τα μάτια τους.

IMG_0230.JPG

Μ’ αυτόν εδώ συναντηθήκαμε πριν δέκα Αύγουστους. Θυμάμαι καλά ότι τέλειωνε ο μήνας και το καλοκαίρι μαζί, εδώ πάνω τα καλοκαίρια έρχονται αργά και φεύγουν νωρίς, ίσως για να μας κάνουν να νιώσουμε στο πετσί μας την αξία τους. Δεν καταδέχτηκε το πουλί να ρίξει ματιά προς το μέρος μου μα δεν το αδικώ. Σαν έχεις όλα τα καρβέλια της γης απλωμένα μπροστά σου, δεν ασχολείσαι με τα ψίχουλα. Πέταξε μαζί μας ως τα μισά της διαδρομής και μετά χαθήκαμε. Να πω ότι δώσαμε αμοιβαίες υποσχέσεις για το επόμενο θέρος, ψέμματα θα ‘ταν.

27348856 (1)

Από τότε μου ‘μεινε το κουσούρι να φωτογραφίζω γλάρους. Ελπίζοντας ότι μια μέρα θα συναντηθούμε ξανά, εγώ κι εκείνος, στην ίδια διαδρομή. Για να δω ποιός απ’ τους δυό μας άλλαξε περισσότερο με τον καιρό. Μπορεί να ήταν αυτός. Μπορεί όχι. Μπορεί να ήταν το παιδί του. Τα δικά μου δεν ακολουθούν πια. Ψάχνουν -κι αυτά- να ταḯσουν την ψυχή τους.

his own private Turin

27124368

 

 

Της είπε «θέλω να το κάνουμε σε ένα ρημαγμένο φτηνιάρικο ξενοδοχείο, θα φέρω γω καθαρά σεντόνια».

Έφερε.

Tα ‘βγαλε στην κοιλιά της, γύρω απ’ τον αφαλό.

Mετά εκείνη έφυγε. Για πάντα. Χωρίς να χύσει.

Την αυθεντικότητα αυτού του σεντονιού, που ίχνος λεκέ δεν αξιώθηκε να δει πάνω του, δεν την αμφισβήτησε ποτέ κανείς.

νηστεία & κατάνυξη (περιμένοντας την ανάσταση)

25590364

Θυμόταν κάθε λέξη, κάθε οδηγία. Κάθε εντολή, αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς. Κακό τέλος τον περίμενε αν παράκουγε.

Φαγώθηκες γαμώτο, σα πεινασμένος κάνεις. Τράβα, τράβα να δούμε τι θα καταλάβεις.

Τράβηξε, αφού πρώτα αποστήθισε όλο το manual που του ‘δωσε.

Όχι ολόκληρη. Κυτταρίτιδα δεν θέλω να φαίνεται. Το κάτω απ’ το μαγιώ δεν το βγάζω, δεν πα’ να χτυπιέσαι. Στήθος φάτσα κάρτα ούτε γι αστείο, παιδιά ήθελες, λούσου το πεσμένο τώρα. Θα μου πεις αν φαίνεται χαλαρό το μπράτσο, αν ναι δεν πατάς κλικ. Θα την δω και αν δεν μ’ αρέσει τη σβήνεις. Δυο ευκαιρίες έχεις, δεν θα παριστάνω την όρκα στην παραλία. Άμα σ’ ακούσω να λες «γύρνα από δω, τεντώσου πίσω, τα μαλλιά μπροστά», ξαπλώνω στη σεζλόνγκ και δεν έχει σεξ μέχρι να ξαναγυρίσουμε σπίτι. Εντάξει;

Tότε, τα όχι και τόσο παλιά χρόνια, οι διακοπές κρατούσαν ίσα με δέκα μέρες. Δεν συνέφερε να παριστάνεις τον Arny Freytag . Είπε «εντάξει» και πάτησε κλικ.

Το photoshop είχε εφευρεθεί προ πολλού. Θαύματα έκανες, αν ήθελες. Δεν ήθελε όμως. Καλό είναι να δίνουμε στα παλιά καλοκαίρια την αξία που τους αναλογεί, ας ήταν και φλουταρισμένα, ας ήταν και κακοεμφανισμένα στην μεταφορά απ’ το ψηφιακό. Από μεγκαπίξελ και instagram και τελειότητα και εφέ χορτάσαμε. Χαρτί και δέρμα χρειάζεσαι για πυξίδα, αλλιώς τον ιδρώτα και την αρμύρα ανάμεσα στα στήθη της δεν τα ξαναμυρίζεις.

ͽ

spleen doctors

25573810

Σε τελική ανάλυση, αυτός θα έπρεπε -ή θα μπορούσε- να ήταν ο πατριάρχης των goths. Mπορεί τα gargoyles να μην ποζάρουν στις εικόνες του αλλά αισθησιασμός,  καλό, κακό, η φθορά της σάρκας, οι εμμονές του θανάτου είναι εκεί, μέσα στο μονόχρωμο κάδρο. Ταξιδεύουν first class με τις polaroid που τράβηξε, πάνω, κάτω, τριγυρνώντας να βρει παράθυρα.

Λατρεύουμε να κρυφοκοιτάμε σε σκοτεινά δωμάτια, σφιχτά κρατημένοι από το χερούλι της πόρτας μη τυχόν και γλιστρήσουμε μέσα. Σε πολλούς κλείνει πονηρά το μάτι μια βουτιά στην μελαγχολία που δεν είναι -όμως- τόσο βαθιά για να γίνει κατάθλιψη κι ανίατο spleen, μόνο στους καθ’ έξιν shiny happy people δεν έχει πέραση η καύλα της εκ του ασφαλούς ανατριχίλας, το ρίγος εκείνο που πάντα με σκεπάζει όταν διαβάζω τα «Κεριά» αλλά στέκομαι μόνο μισό μέτρο μακριά από το διακόπτη του ηλεκτρικού και μπορώ (έτσι κοροϊδεύομαι) να σβήσω -και να ξανανάψω- το φως όποτε θέλω.

Από μια διαστροφή της ιστορίας, θα μπορούσε να ήταν ένας αληθινά σπουδαίος blogger (τις παλιές καλές μέρες των μπλογκς), να ΄χει μια παρτ τάιμ στήλη στη LIFO (πρόταγκον και AV θα τον έβρισκαν πολύ μαλθακό & παραιτημένο) και βαριά τραυματισμένη κάρτα Εθνοcash Plus. Ή να δει ένα, δυο βιβλιαράκια του να εκδίδονται, στη διασταύρωση Μαντά, Χρονά και Χωμενίδη (αλοίμονο αν λαθέψεις στη στροφή). Ευτυχώς έζησε σε άλλες εποχές, λιγότερο ανεκτικές και ανοιχτές αλλά με αληθινούς ανθρώπους τριγύρω του, μακριά από δηθενιές, friends, unfriend, λάικ, εθελοντική χολή και δημοσιοσχεσίτες που γλείφουν ο,τι γυμνό βρουν για ξεροκόμματα. Θα ‘ταν κρίμα μια τέτοια μορφή να κινείται σα χαμένη -κι όχι κρυμμένη πια- ανάμεσα μεσάνυχτα και χάραμα, σε δρόμους, δώματα, παράθυρα και τοίχους μιας χώρας που αποδέχεται το κάθε διαφορετικό μόνον όταν έχει κάτι χειροπιαστό να καρπωθεί από τούτο.

Όσα κέρδισαν το σώμα του, τα μάτια του κι ο νους του, μας τα επέστρεψε γενναιόδωρα σε ψυχικά αναβολικά κι ας φοβόταν την τυραννία του φωτός. Να μη βρεθεί κανείς λιγόψυχος και πει πως κάναμε λάθος στην παραγγελία ή την πληρώσαμε ακριβά . Αυτά που ζητήσαμε, αυτά που είχαμε ανάγκη, αυτά -και παραπάνω- μας έδωκε.

(29/4/2008, γερασμένο & φτιασιδωμένο πλέον) 

skrik

25086458

 

Πάει να πει -έτσι διάβασα κάπου- «κραυγή». Στα δανέζικα ή στα νορβηγικά, δεν το ‘χω σίγουρο. Λόγω Munch θα ψήφιζα δυο μα δεν τον αντέχω τον πολύ εξπρεσιονισμό, ίσως μόνο ερασιτεχνικά κι ατσούμπαλα στη γραφή. Λίγο. Αυτές οι ανασκαφές ατέλειωτες είναι, όσο πιο μαύρο συναντάς στο δρόμο μέσα σου, τόσο το βάζεις γινάτι να βρεις άλλες είκοσι, τριάντα αποχρώσεις του. Αν δεν έχεις εμπιστοσύνη στο κουρασμένο μάτι σου, βουτάς το δάχτυλο στη μαυρίλα. Τον μικρό, όχι τον δείκτη. Ο δείκτης δείχνει λιγούρα, αχορτασιά. Δοκιμάζεις ώσπου να ΄βρεις το σωστό μαύρο, χώνεις μέσα, φέρνεις στο στόμα, γεύεσαι, μια, δυο, τρεις, πολλές φορές. Μέχρι να σκιαχτείς, να πεις «φτάνει» και να τρέξεις να ξεπλυθείς. Με ο,τι βρεις πρόχειρο. Ή με όποιον βρεις αδύναμο. Και -για αδιευκρίνιστους λόγους- πρόθυμο, ίσως.

Ήρωες αναγνώστες των βλογς, ήρωες. Angst eaters…

Απρίλιος 2013, κοντεύει. Σκάλιζα τις προάλλες τα ράφια πίσω απ’ την πλάτη μου. Σκάλιζα και απορούσα με όσα έβρισκα. Ειδικά με κείνο το «recorded and remixed during scattered days of April 1983». Τριάντα χρόνια πριν, Fill Feel φωνή, κιθάρα, πιάνο. Ο Harry μπάσο και ο Bang στα ντραμς. Σήμερα θα ΄λεγα «πλάκα μου κάνετε αγόρια, ναι;». Tότε ακόμη και οι Birthday Party των πτωχών, ακόμη και τιτλάκια κλεμμένα απ΄τον Iggy με συγκινούσαν. Δεν ξέρω αυτοί τι απογίναν, εδώ και αιώνες όμως ζούμε σε διαφορετικά παραμύθια. Έκανα χτες μια τελευταία απελπισμένη απόπειρα να βάλω τη βελόνα πάνω στο Αlice in Sufferland και ξανάβαλα το βινύλιο στη μαύρη θήκη του -και μετά όλο μαζί μέσα στα μαύρα σκοτάδια στο ράφι- μέσα σε ένα λεπτό. Ούτε καν σε διαφορετικά παραμύθια, σε διαφορετικά δάση ζούμε. Φεύγοντας για το δικό μου ξέφωτο όμως, πρόλαβα και πήρα μαζί το στριφογυριστό μπασάκι απ’ το Imitation of the real. Μόνο αυτό, χάρισμά τους τα υπόλοιπα. Τι τάισα τ’ αυτιά μου θέ μου, με τι τα ξεγέλαγα πάνω στη σχεδία, στη διαδρομή για τη Μεγάλη Σιωπή.

Ψέματα είπα για το ξέφωτο. Σε μια faraway beach κυλιέμαι χρόνια, σαν αποθαμένος και ξεπουπουλιασμένος γλάρος, σα μια άνυδρη μπάλα από βρωμερά φύκια, ψευτοσφούγγαρα, πλαστικά σακκούλια κι άμμο, σα καύκαλο από μια σουπιά που έχασε ξάφνου το μελάνι και τη σάρκα της πριν προλάβει να συναντηθεί με το καλοκαίρι που ερχόταν με φόρα απ’ τον ορίζοντα που γυάλιζε. Όσο μαύρο και να ρίξεις πάνω σου ή ξοπίσω σου για να ξεγελάσεις τα μάτια των αλλωνών, απ΄τον χαμό δεν μπορείς να γλιτώσεις αν απαρνηθείς τα εικοσικάτι σου. Dead finks don’t talk. Mόνο γράφουν που και που, ασυνάρτητα, ασύνδετα, ασπόνδυλα, χαοτικά. Χωρίς να ξέρουν γιατί.

Πήγαινα στο δισκάδικο του Νίκου και του Κώστα τουλάχιστον τρεις φορές κάθε βδομάδα, είχα δεν είχα λεφτά να επενδύσω. Τα ράφια απέναντι απ’ την εξώπορτα κι εγώ δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ. Μα ποτέ. Θεοδωράκηδες, Χατζηδάκηδες, Ξαρχάκοι, Λοίζοι, Σαββόπουλοι, Μάρκοι, Τσιτσάνηδες, terra incognita. Xέρι δικό μου δεν σκάλισε εκείνα τα χωράφια, κι αν με ρωτάς αν μετανιώνω θα σου πω όχι. Με όσους ήθελα να βρεθώ, αντάμωσα αργότερα, στα ψέματα. Αλλού. Με τον Άκη Πάνου ανταμωθήκαμε στ’ αληθινά, στο σπίτι του, όσο ζούσε μέσα στην πόλη, δίπλα στα τσιμεντένια. Ήμασταν τέσσερις, ήταν αυτός απέναντι, τον περιμέναμε υπομονετικά να ξυπνήσει, ήταν Ιούλιος με ζέστη και ο ύπνος τα μεσημέρια πολύτιμος. Εκεί -αν και βαριά αδιάβαστος, αγεωγράφητος, ανιστόρητος- κατάλαβα πως κάτι σπουδαίο συμβαίνει, εν μέσω τσιγάρων, καφέ και μιας κουβέντας που ήταν απ’ τα λίγα ακριβά που έχω κρατημένα στα πίσω πίσω ράφια, για μια ώρα ανάγκης, για την πιο μεγάλη ώρα.

Τα βράδια στο ραδιόφωνο ψευτοακκιζόμασταν προσπαθώντας να φανούμε αντάξιοι του μέσου. Φυσικά μάταια. Έπαρση δεν είχαμε, το ξέραμε πως δεν κάναμε δα και τίποτε σπουδαίο που δεν είχε εξαντληθεί πριν από μας, μα θαρρούσαμε πως το να παίζεις σε μια northern town άσματα και μούζικες ηρωικές -και ενίοτε ερωτικές- ήταν μια πράξη που έδινε άλλη γεύση στα Johnnie Walker και τα Ballantine’s μας, πριν, κατά τη  διάρκεια και μετά. Μερικές φορές το παρακάναμε πριν, μερικές κατά τη διάρκεια και -για να ξεπλύνουμε τη ντροπή των ασυνάρτητων που ξεστομίζαμε (που κάποιοι και -κυρίως- κάποιες έβρισκαν ως και εμπνευσμένα)- πάντα μετά. Αν υπήρχε αλκοτέστ πλάι στα πικάπ και τα μικρόφωνα, ίσως τώρα θα εξετάζαν με συμπάθεια την αίτησή μας για αποφυλάκιση, εικοσιπέντε -και βάλε- χρόνια μετά. Χαλάλι όμως, ουράνια τόξα με Steely Dan, Doobie Brothers, τα πρώτα των Chicago, τα ωραία του Joe Jackson, τους Blood, Sweat & Tears (με και δίχως Al Kooper) έχουν αιώνες να εμφανιστούν πάνω απ’ τη μικρή μας πόλη. Αντί για Donald Fagen μας φάγαν τα χασμουρητά εμπριμέ με τα μουντά μονόχρωμα (και τα σαχλά λογοπαίγνια, σύμφωνοι). Πριν μας καταπιούν -σε ιδιωτικές ακροάσεις- τα ξεβαμμένα σκούρα.

Τώρα θα σου δώσω μιαν εντελώς άχρηστη πληροφορία για την οποία δεν θα χρειαστεί να με ευγνωμονείς. Οι Artery ζούσαν στο Sheffield. Ίσως και η Lena τους. Το 1983 που μπαίναν στο στούντιο για το «One afternoon in a hot air balloon» -και να θες να μη πιστεύεις σε στοιχειωμένες χρονιές, θ’ αναγκαστείς να αλλαξοπιστήσεις κάποια στιγμή με τα μούτρα μελανιασμένα απ΄το τσάμπα πείσμα- ο Hawley ήταν δεκαεξάρης. Δεν ξέρω τι έκανε με τα εκεί λύκεια, δικό του θέμα αυτό, αλλά μερικές ψυχές τις γάμησε υποδειγματικά. Με ο,τι χρώμα βρήκε πρόχειρο μέσα τους.

Οι 10cc ποτέ δεν με ξετρέλαιναν. Τα περισσότερα τραγούδια τους τα ΄βρισκα μισά, σακάτικα, ανάλατα. Δεν πέρασε ούτε ένα καλοκαίρι όμως, μήτε ένα, που δεν κάναμε καλή παρέα το «Im Μandy, fly me» -μέσα από κασέτες, γουόκμαν και σιντί με mp3, αργότερα-  εγώ, μια μπίρα και το κύμα, δυο μέτρα παραδίπλα. Σιγά το σκηνικό, θα πεις. Σωστά, θα πω. Μα αντέχει τριαντατόσα χρόνια, δεν το λέει η καρδιά μου να στήνω άλλο, δήθεν γκράντε, τάχα μου οσκαρικό, μόνο και μόνο για να κοροϊδεύω το ανυποψίαστο κοινό πως αντικρύζει κάτι καινούριο. Το καλοκαίρι μου δεν το κουρεύω, καλύτερα πτώχευση μια κι έξω.

Αν έφτασες ως εδώ είσαι ήρωας. Ούτε ο Οδυσσέας τα κατάφερε καλύτερα. Αν κι εδώ που τα λέμε, ένα skrik δρόμος ήτανε. Για να ακουγόμαστε που και που, να μη χαθούμε μια για πάντα. Ποιος δίνει δεκάρα για τα κουφάρια των -κάποτε ταξιδιάρηδων, έστω και στη σιγουράντζα των αφρών – γλάρων μετά…

—-

music for ΚΤΕΛς

 

25895052

 

Εισιτήριο βγαλμένο βδομάδες νωρίτερα, «δεν μπορώ τηλεφωνικά αγόρι μου, όχι για τις μέρες πριν τα Χριστούγεννα, να έρθεις από δω». Θυσιαζόταν ένας για άλλους τρεις, άλλαζε κάποιο Σάββατο δυο αστικά και κατέβαινε από Γουδί Κηφισό. «Μαλάκα, τελευταία φορά που πάω εγώ, για το Πάσχα θα πας εσύ, εξηγούμαι από τώρα».

Λεφτά δεν περίσσευαν ποτέ, κανονίζαμε τα καύσιμα να μας πάνε στο όριο. Άρα ποτέ ταξί -φυσικά συνεταιρικά- ως τα ΚΤΕΛ κι ας σέρναμε βαλίτσα με δυο μηνών άπλυτα. Άλλη μια είχε φύγει μόνη της μετά την 28η Οκτωβρίου, δώρο στη μάνα μου. Τα -θεός να τα κάνει- «καθαρά» (αν έβλεπες τη γυαλάδα στο τζιν θα καταλάβαινες) σε ένα σακ βουαγιάζ. Ένα κόκκινο Champion, κληρονομιά απ’ τη γυμναστική στο λύκειο. Δυο αστικά (μη με ρωτάς γραμμή και αριθμό, όλα άλλαξαν έκτοτε, και η RAM μου το ίδιο), ανέβα, κατέβα, φορτώσου, ξεφορτώσου, στριμώξου, κάτσε, σήκω (εκείνη την εποχή τα σεβόμασταν τα γερόντια, ακόμη και τα πενηντάχρονα), φτάναμε στο σταθμό κατά τις 6.

Το βραδινό ΚΤΕΛ (δεν υπήρχε «λεωφορείο», μόνο ΚΤΕΛ υπήρχε, ανέκαθεν, σαν κάτι το βαριά υποτιμητικό ) έφευγε στις 7. Ποτέ δεν παίρναμε το πρωινό, των δέκα. Άμα με ρωτήσεις γιατί, θα σου πω «ιδέα δεν έχω». Σιωπηρά και συνωμοτικά, χωρίς ν΄αλλάξουμε ποτέ κουβέντα μεταξύ μας βγάζαμε εισιτήριο μόνο με το βραδινό. Τα πρώτα δυο χρόνια. Μετά άλλοι αγάπησαν κάτω, άλλοι συνέχισαν να αγαπάνε πάνω, με άλλους χωρίσαν οι αθηναϊκοί δρόμοι μας, αλλάξαν τα προγράμματα και οι προτεραιότητες, ταξιδεύαμε πια μόνοι.

Αν θες να γράψεις διήγημα, αρχίζεις να μαντρώνεις λέξεις και να τις βάζεις σε σειρά πάνω στη διαδρομή. Εσύ εδώ, εσύ στου Λεβέντη, εσύ κάτσε στα Τέμπη, εσύ στις στροφές στο Δερβένι. Μέχρι να φτάσεις.

Δεν θέλω όμως. Γράψαν άλλοι και γράψαν καλά. Και για λογαριασμό μου. Κέρουακ των πτωχών δεν μπορείς να γίνεις. Αναγκαστικά έσβησα τα δικά μου μέτρια, είπα στις δικές μου σημαδούρες μνήμης «εντάξει, μπορείτε να φύγετε, δεν σας χρειάζομαι άλλο», μερικές ήταν τόσο ηλίθιες που ως και σήμερα κάθονται εκεί που τις άφησα στα δεκαεννιά μου κουνώντας την ουρά τους, μέρα-νύχτα, μπας και ξαναπεράσω από κει. Θαρρείς και υπάρχει περίπτωση να με γνωρίσουν.

Σαν εκείνη τη σημαδούρα στην Αλαμάνα. Εκεί, μέσα σε ένα άθλιο εστιατόριο, με βρωμερά WC, να λέμε αστεία μεταξύ μας για τα “μπιντόκ α λα ρους” μέσα στα ταψιά, που δεν ήταν από κρέας αλλά από εξωγήινους κιμάδες. Και για το αβγό πάνω τους που σε κοίταζε λοξά «όπως το μάτι του Βούδα» και σ’ έστελνε με διπλωμένη την κοιλιά απ’ τα γέλια έξω, στον ψόφο, ο Δεκέμβρης δεν αστειευόταν όταν κόντευαν μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν το πρόσεξες ποτέ αλλά τα χνώτα απ’ τα γέλια ήταν τότε πιο καλοσχηματισμένα. Σήμερα άσ’ το. Από χαμόγελο δεν είδα ποτέ να γεννιούνται χνώτα..

Μέσα ξανά, στα στενά πλαστικά καθίσματα. Ούτε υφάσματα τότε, ούτε δερματίνες. Πλαστικίλα άσχημη. Καθένας στον αριθμό του. Ο 7, η 11, ο 18, ο 21, η 34. Ο οδηγός μετράει κεφάλια, «είμαστε όλοι εδώ;», ο,τι και να απαντούσες ψέματα θα έλεγες, κάποιον άφησες πίσω, κάποιος που ταξιδεύει μαζί σου δώδεκα ώρες τώρα κοιμάται και περιμένει -όπως κι εσύ- να ξημερώσει γα να δει αν φιλάς όπως την τελευταία φορά ή αν έφυγες ήδη γι’ αλλού. Μόνο από κει θα το καταλάβαινε, ποιά τηλέφωνα, ποια κινητά, ποια sms και ποια φέισμπουκ. Φιλί. Fake or real.

Το κάστρο στον Πλαταμώνα δεξιά. Ακόμη κι αυτό το μακρινό φως σε πειράζει στα μάτια. Κοιτάς τριγύρω, κανείς δεν κρατάει smartphone η κινητό, το πολύ πολύ να δεις κανένα walkman. Ασπίδα για να μη σου ματώσει το αυτί η Έλενα Γιαννακάκη, να μη στο δαγκώσει η Ρένα Ντάλμα, να μη στο ξεριζώσουν οι Κωστάδες, Κόλλιας και Μοναχός. Δώδεκα ώρες -μείον οι στάσεις- aural sculpture, που λέγαν και οι ποιητές, αλλά με μυτερά καλέμια, με σκουριασμένα σκαρπέλα και σμίλες. Ο Οδυσσέας λιγότερα τράβηξε απ΄τις Σειρήνες. Αν μπορείς να πεις Σειρήνα την Ρένα Βιολάντη.

Τα χέρια σταυρωμένα μπρος στο στήθος, ή κάτω απ το κεφάλι, σα μαξιλάρι. Αν είσαι τυχερός και έπιασες παράθυρο. Τα δάχτυλα ακίνητα, αγύμναστα, σχεδόν σοφά. Αφού, τότε, καύλωναν ακουμπώντας δέρμα και ρώγες, όχι χαϊδεύοντας εικονίδια πάνω σε τέσσερις ή πέντε ίντσες.

Ασπροβάλτα. Ακρογιάλι. Η μηχανή σβήνει, τα 8 track κλείνουν, η θάλασσα μπαίνει από τις ανοιχτές πόρτες και καθαρίζει τον άσχημο θόρυβο, όπως ο Βαν Χέλσινγκ τα τέρατα. Νυστάζω, δεν βγαίνω έξω, κάποιος να κλείσει τις πόρτες. Η πρώτη σκέψη. Όμως οι δεύτερες σκέψεις είναι σοφότερες, ειδικά αν η κύστη σου συμμαχήσει μαζί τους. Είκοσι χρονών. Πεταλούδες στο στομάχι, χώμα στα μάτια, δέκα λίτρα κάτουρα στην κύστη κι αντέχεις άλλα εκατό χιλιόμετρα, δεν ήμασταν άνθρωποι εμείς, οι τρανσφόρμερς ήμασταν

Και είμαστε. Ψόφιες πεταλούδες στην κύστη, χώμα στο στομάχι, κουρασμένα μάτια. Αλλά ακόμη στο δρόμο.

—-

memento

Οκτώμιση το βράδι -ο Φελίνι και οι προβλέψιμες φτήνιες του δεν έχουν καμιά δουλειά εδώ- δέκα μέρες πριν τα χριστούγεννα, μπήκε με χιόνια στο τούνελ του Δρίσκου, όπως πήγαινε ο καιρός σε μια ώρα θα ‘κλεινε ο δρόμος πίσω τους. Tέταρτη, πέμπτη. Το Sleepless παίζει για έκτη φορά, κοντεύει να κλείσει μισάωρο. Κανείς μπροστά, μόνο από πάνω του, τσιμέντα, φως πορτοκαλί, κίτρινο, χλωμό, ιώδιο μέσα, ιώδιο έξω, ιώδιο στο στομάχι του, μπορεί και βολφράμιο. Πιάνει το χέρι της, χαϊδεύει το γόνατο πάνω απ’ το παντελόνι, σιχαίνεται τους μήνες που κάνουν τα πόδια της να τυλίγονται μέσα σε παραπανίσια υφάσματα, σηκώνει ένα τσουλούφι που πέφτει στη μύτη της, προσπαθεί να το στερεώσει, ξαναπέφτει, ακουμπά το εξωτερικό της παλάμης του στο μάγουλό της, μια νυσταγμένη φωνή -με μάτια ακόμη κλειστά- τον ρωτάει «πού είμαστε;». Δεν απαντά. Βάζει έκτη, πατάει γκάζι, βγαίνει φάτσα με τον Παγασητικό, εξήμιση το πρωί Ιούλιο μήνα, λέγαν ότι η θέα απ΄την Άνω Γατζέα είναι σαν διπλός ελληνικός, μα έσφαλλαν, τριπλός ristretto είναι, ξυπνάς χωρίς να χρειαστεί να ρίξεις μισή σταγόνα νερό στο πρόσωπό σου. Εκείνη κοιμάται ακόμη στον καναπέ στον πάνω όροφο, του το ΄χε πει ότι έχει κλειστοφοβία μα νόμιζε πως άλλα ντουβάρια ήταν αυτά που την φόβιζαν. Ξύπνησε στις τρεις το πρωί κι εκείνη έλειπε, το ΄χε δει και σε ταινίες αυτό αλλά είναι πιο άσχημο αν είναι αληθινό, ανέβηκε πάνω και την σκέπασε κατεβάζοντας το ανασηκωμένο της νυχτικό. Πρόλαβε όμως και φίλησε τα λακκάκια στη μέση της, μύριζαν ακόμη Dove, με δυσκολία κρατήθηκε να μη μυρίσει χαμηλότερα και  ξανακυλήσει και θελήσει να δοκιμάσει με τη γλώσσα του για να βεβαιωθεί αν είναι αυτή η ίδια που ήξερε τόσα χρόνια. Μετά στο μπαλκόνι μόνος, τα ξανάζησε αυτά, τσιγάρα, σκέψεις, Memento και ιώδιο στο στομάχι, μπορεί και βολφράμιο. Ιδέα δεν έχει τι ψελλίζει ο ιταλός εκτός από κάτι ξώφαλτσα nostalgia, resistenze emotionale, memorie, ξαναγυρνάει μέσα, σκύβει και μυρίζει το λαιμό της, το κάνει άγαρμπα, ανορθόγραφα, μια νυσταγμένη φωνή -με μάτια που δεν ανοίγουν- τον ρωτάει «πού είμαστε;». Δεν απαντά. Απλώνει το χέρι στο διακόπτη κι ανάβει το φως στην κουζίνα, σε έναν παράδρομο ανάμεσα Παπάφη και Στρατού, σε λίγες βδομάδες έρχεται άνοιξη, «να σου κάνω καφέ;», «ναι αν πιείς κι εσύ», σε μια ώρα θα πάρει το ΚΤΕΛ για την επιστροφή, τώρα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, γυμνή, μισοσκεπασμένη μ’ ένα μονό πάπλωμα, άβαφη, αχτένιστη, ξενυχτισμένη, έξη χρόνια νεότερη, πάντα όμορφη. Την ώρα που πιάνει το κουτί με τη ζάχαρη και κάνει την αποκοτιά να σκεφτεί από μέσα του Now Ifalling, think of you,  την ακούει να σκέφτεται  Ι’so sorry, Iso tired. Σκέτο. Χωρίς ζάχαρη, χωρίς γάλα. «Θα σε πάω εγώ στο ΚΤΕΛ» της λέει, «ήδη κανόνισα για ταξί» απαντά. Σκέτα, ούτε αγάπες, ούτε έρωτες, ούτε καύλες, black. Δεν μιλάει, βγάζει από την τσέπη του ένα βαρύ κλειδί -με χαραγμένο πάνω σ’ ένα κομμάτι βρώμικο μέταλλο το 403- ανοίγει την πόρτα, όχι το φως, πηγαίνει προς το λιγοστό φως απέναντι, τραβάει τις κουρτίνες που μυρίζουν τσιγαρίλα, Escape και wake up calls. Το στομάχι του προσπαθεί να χωνέψει τη θέα έξω. Gare St Lazare. Με μια φωτεινή επιγραφή στην κορυφή του σταθμού : «what journey, so hard to describe».

 

Kάθησε στο διπλό κρεβάτι, σχημάτισε έναν αριθμό, «αφήστε μήνυμα, τώρα λείπω».

 

Άφησε.

 

Σε χύνω. Ξανά. Με λέξεις αυτή τη φορά. Μη μπεις στο μπάνιο μετά, μη σκουπιστείς. 

.-

mixtape

Αγαπημένε μου Γ,

τα πρωινά της Κυριακής το ‘χω χούι να σκαλίζω σελίδες με ζόρικες συνταγές. Άσκοπα. Δεν το ‘χω αμανάτι να φτιάξω κάτι, ούτε χρήματα περισσεύουν για να το αντιγράψω απ΄ την εικόνα του. Γιατί ξεφυλλίζεις; θα μου πεις. Πες το διαστροφή, πες το eye porn, πες το ζήλια γι αυτά τα ποιηματάκια που φτιάχνουν άλλοι. Εγώ ούτε ένα στιχάκι πλέον. Μερικές φορές ξεχνιέμαι ξεφυλλίζοντας κι ο καφές κρυώνει. Αυτό σημαίνει ότι μόνο όταν ψυχραίνει ο καιρός μπορεί να βγάλω μέσα απ’ τα ντουλάπια κατσαρόλες, ταψιά και τηγάνια και να τα γεμίσω με ο,τι βρω. Καλοκαίρι και άνοιξη δεν χρειάζομαι manual για να βάλω σε τάξη δυο φέτες ψωμί, μια πρασινάδα και λίγο κρέας ή τυρί ανάμεσά τους. Γι αυτά λεφτά υπάρχουν, ως εκεί.

Όσην ώρα ανοιγοκλείνω ντουλάπια, ράφια και ψυγείο για να ανακουφιστώ βλέποντας μέσα τους τα λιγοστά υλικά της αρχαίας ευζωίας μου, στον απέναντι τοίχο φυτρώνουν μουσικές. Τις βλέπω να μεγαλώνουν, να σκαρφαλώνουν ως το ταβάνι, τύφλα να ‘χει η Λίντα Μπλερ, κι από κει να παίρνουν φόρα και να χυμάνε μέσα μου, σιγά το δύσκολο δηλαδή, συνθηκολογημένος ήμουν ανέκαθεν έτσι κι αλλιώς. Στο λέω εξ’ αρχής αν και συ το ξέρεις ήδη, δίχως τις μουσικές η συνταγή, κάθε συνταγή, είναι αποτυχημένη, ακόμη κι αν πρόκειται για μια σκέτη ντομάτα πασπαλισμένη με χοντρό αλάτι και μισή πρέζα θρούμπι. Ζωή στο mute δεν τρώγεται αγόρι μου.

Σου στέλνω τον ήχο της Κυριακής μου, δες τον σαν συνταγή. Κράτα τον, πέτα τον, θάψ’τον, σβήσ’τον. Αν τον βρεις πολύ αλμυρό, λαδερό ή άγευστο για τα γούστα σου είναι γιατί πάντα ξεχνιέμαι ανάμεσα στα μάτια της κουζίνας, ένα ποτήρι φτηνό κόκκινο κρασί και έναν καφέ που ξεψύχησε πριν κατορθώσει να φτάσει στα μισά του. Τι να προλάβεις να πρωτοσώσεις μετά….ούτε καν ψυχή. Η μουσική όμως, κατά πως λέει κι ο φίλος μου, θα είναι εκεί. Στο ντουλάπι, πίσω από τη ζάχαρη. Καφέ και ζάχαρη πάντα θα έχω.

Σε φιλώ

(από το εξώφυλλο μιας κασέτας που ευτυχώς δεν πρόλαβε να σβηστεί)

 

 

σφαίρες απ’ την ιβοζίμα

 

 

Χρειάστηκαν εφτά ανέβα-κατέβα με το ασανσέρ για να μην αφήσει τίποτε πίσω. Μετά από μισή ώρα όλα είχαν τακτοποιηθεί στο αυτοκίνητο. Δυο καρεκλάκια για τη θάλασσα, μια ομπρέλα δώρο από βενζινάδικο, μια ψάθα αληθινή και όχι απ’ τις πλαστικούρες των κινέζων, ένα χαμηλό τραπεζάκι για να αφήνει τον καφέ, ψυγείο γεμάτο με τις παγοκύστες του, τις μόνες κύστες -μαζί με την ουροδόχο- που πάντα είναι χρηστικές, βατραχοπέδιλα, μάσκα, αναπνευστήρας, ένα σακίδιο ώμου με τα μαγιώ, τις πετσέτες, μέσα έβαλε μια μικρή θήκη με τα αντηλιακά και την αμμωνία για τις τσούχτρες, τους αχινούς και τις ανθρωποφάγες σφήκες, ένας σάκος λίγο μεγαλύτερος με τα ρούχα του, καναδυό βερμούδες και παντελόνια δηλαδή, μερικά χρωματιστά μπλουζάκια, δυο πουκάμισα γουμίδια αλλά καθαρά, έξη αλλαξιές εσώρουχα, παπούτσια, κάτι πέδιλα αγορασμένα τέσσερα ευρώ στο παζάρι και σαγιονάρες τα ‘κλεισε σε μια σακούλα του μαρινόπουλου και τα στρίμωξε όπως-όπως στην πλαϊνή θήκη του σάκου, εκεί έβαλε κι άλλες δυο άδειες σακκούλες -του βερόπουλου νομίζω αλλά δεν έχει και καμιά σημασία- για τα βρώμικα βρακιά, ας βρίσκονται, τελευταία στιγμή θυμήθηκε το θερμός οπότε οι διαδρομές προς το σπίτι έγιναν οκτώ, φορτιστή πήρε, κασέτες πήρε, τον παναμά τον πήρε, τα γυαλιά για τον ήλιο τα φορούσε, της μυωπίας τα είχε στην τσέπη, ξυριστικά δεν πήρε γιατί ως και ο τομ χανκς χρειάστηκε μια ώρα στο μοντάζ για να γίνει σαν μητροπολίτης κι αυτός δεν σκόπευε να ναυαγήσει μέσα στο καλοκαίρι, τον ζίπο δώρο της σχωρεμένης της αδερφής του τον είχε πάντα κατάκαρδα, έτσι είχε δει σε μια ταινία για την ιβοζίμα, ως και σφαίρα σταμάτησε εκείνος, να φανταστείς έκανε αγώνα ολόκληρο να βρίσκει πού πουλάνε τι-σερτ και πόλο με τσεπάκι στη θέση της καρδιάς, όχι ότι εκείνος κινδύνευε από καμιά αδέσποτη γιαπωνέζικη σφαίρα δηλαδή αλλά καλό είναι την καρδιά σου να μη την αφήνεις εντελώς απροστάτευτη όταν επί τριανταέξη χρόνια κάνεις ακριβώς το ίδιο ανέβα-κατέβα γεμίζοντας τα σωθικά ενός ξεθωριασμένου πράσινου -κάποτε- ford taunus και ξεκινάς μετά για το πολύ μακρύ ταξίδι  μέσα σε έναν Αύγουστο που τα ‘χει όλα εκτός από γεμάτο καρεκλάκι δίπλα και δεύτερο ποτήρι με καφέ στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά…

ασέληνος

Αν με πίστευες λιγάκι, θα σου ‘λεγα πως προτιμώ να βλέπω μια πίσσα σκοτάδι θάλασσα απέναντι ακούγοντας την Ορνέλα Βανόνι να τραγουδάει περπατώντας πάνω στα κύματα «senza fine». Ή να κάνω ντουέτο με τον Billy McKenzie στο «Μοοn on ice» με τα πόδια μας κρεμασμένα στη χαράδρα στο Mονοδέντρι.  Ή να χαζεύω τα φώτα της πόλης από ψηλά να κάνουν παιδιάστικες κόντρες με το φως που πέφτει από πάνω και τους Μarconi Union στο cd του αυτοκίνητου. Ή να είμαι πάνω σε ένα καράβι, μόνος ανάμεσα σε άγνωστους, με το φεγγάρι να κάνει τα νερά αλουμινόχαρτο και να του τραγουδάω εντελώς μα εντελώς φάλτσα το «my ever changinmoods». Aπό μέσα μου. Για να μη φοβηθεί η πανσέληνος και βάλει τα κλάματα που απ’ όλους τους γνωστικούς της γης βρέθηκε να  την αγαπήσει ένα βλαμμένο…

(παλιό. όσο και η πανσέληνος)

vinyl ντέιζ

Δίσκος εισαγωγής -απ’ τους ορθόδοξους, μέσα-έξω, όχι τους γιαλαντζή με φάκελο μόνο- σήμαινε ότι η πρωτευουσιάνα αδερφή του πατέρα μου θα έβλεπε τον επαρχιώτη φοιτητή ανηψιό της τουλάχιστον τρία Σάββατα το μήνα στο μεσημεριανό τραπέζι. Ίσως και καναδυό Παρασκευές. Ο,τι καιρό και να έκανε, ο,τι φαγητό και να έβγαζε στα πιάτα. Σφάζοντας στο γόνατο τον μηνιαίο προϋπολογισμό επειδή ο Ζήλος έσταζε καύλα για το Thirst των Clock DVA, όφειλα να γνωρίζω ότι δεν θα με τάιζε ο Ζήλος μετά. Ούτε ο μπαμπάς μου. Η αδερφή του όμως ήταν αγία γυναίκα κι ας μην έμοιαζε στη Ντέμπι. Έμοιαζε στη μπίγκ μάμα-Κας και μύριζε Tosca, κανείς δεν είναι τέλειος. Κανείς.

Μόνον ο Syd όταν τραγουδάει  I knew a girl and I like her still

Κυψέλη-Ακαδημίας και σερί Ακαδημίας-τέρμα Χολαργού. Λεφτά για τα εισιτήρια είχα πάντα φυλαγμένα γιατί ήταν μεγάλη ξεφτίλα να πεθάνεις από ασιτία τότε στην Αθήνα, σήμερα άνετα ψοφάς και δεν σε παίρνει χαμπάρι κανείς. Το 1981 ήταν τραγική χρονιά για το μπάτζετ μου, το φθινόπωρο ο Ζήλος παραληρεί για το Thirst, κυλιέται στα χώματα σαν επιληπτικός με το Deceit των This Heat και χύνει με τους Medium Medium και το Glitterhouse. Κι εγώ μαζί. Εκείνο το δίμηνο έφαγα τόσο ιμάμ θείας που έκανα πέντε χρόνια να μπορέσω να ξανακοιτάξω μελιτζάνα στα μάτια. Το 1981 ήταν η χρονιά του θανάτου του 815, της μελιτζάνας και του Guru Maharaj Ji. Kαι του μπαμπά του Γιώργου, μη ξεχνιόμαστε. Κανείς μπαμπάς δεν είναι τέλειος.

love hurts, love scars, love woundsμε κομμένη την ανάσα περιμένουμε το σόλο του Manny Charlton για να βάλουμε το χέρι κάτω απ’ τη μπλούζα της, χαμηλά, στα λακάκια της, εκεί που σφίγγει η φούστα

Κάποιον Ιούνιο εν μέσω εξεταστικής βρίσκομαι -μαζί μ’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο που με πάντρεψε χρόνια μετά- σε ένα μεγαλοαστικό ρετιρέ (μεγαλοαστικά ήταν αυτά που για να βρεθείς από το χωλ στη βεράντα έκανες τρία λεπτά χρονομετρημένα) κάπου στου Παπάγου ή στην Αγία Παρασκευή, δεν θυμάμαι τόσο καλά σήμερα, δεξιά ή αριστερά απ’ τη θειά μου πάντως ήταν, ο δολοφόνος θέλει δεν θέλει εκεί τριγυρνάει. Η κόρη του ιδιοκτήτη του ρετιρέ φοράει λιβάις ψάθα κι ωραία κολώνια, δεν θυμάμαι τι, μιλάει σαν βλαμμένο, φέρεται σαν νευρωτικό. Κι ακούει Bob Seger και Jackson Browne. Tώρα που το ξανασκέφτομαι μπορεί και να ήμασταν στo Ντιτρόιτ κι όχι στην Αγία Παρασκευή. Το σπίτι μυρίζει κέικ, μπαντίντα και σερβιέτες με άρωμα χαμομήλι. Aν υπήρχε άρωμα χαμομήλι το ’82. Ξαφνικά νοσταλγώ τις μελιτζάνες και τους Theatre of Hate.

Και το παγωτό Άσος. Κασάτο. Με Nel Sole, σαρανταπεντάρι, στο σπίτι της Αρετής και της Μαρίας στη Θεαγένους Χαρίση, δεκάξη και δεκατρία αυτές, οκτώ εγώ, ήττα.

Diamonds, Fur Coat, Champagne. Με μια μεζούρα cocaine, λέει. Mα την παναγία, τόσο γυαλισμένο μάτι και λιγωμένη φωνή σαν του Vega δεν ξαναβρήκα. Άναβα ένα Κent και έβλεπα μέσα απ’ το σκοτεινό δωμάτιο πάνω απ’ τις κορυφογραμμές της Νάξου. Της κυψελιώτικης. Απέναντι κατεβασμένα στόρια, τραβηγμένες κουρτίνες, ψιλόβροχο, με βλέπω, είμαι εικοσιδύο, θέλω να βγω για να πάρω δυο μπίρες αλλά βαριέμαι να ντυθώ. Κάνω δυο τσιγάρα ακόμη, χριτς-χριτς, αλλάζω πλευρά, Harlem, μα την παναγία, μου τη δίνει αυτή η πόλη όταν βρέχει κι όταν τα λεφτά τελειώνουν κι όταν για τρίτη φορά με κόβει με τεσσάρι, το δωμάτιο μυρίζει καπνό και τηγανητά αβγά, για πότε ξανακούγεται το χριτς-χριτς ούτε που το καταλαβαίνω. Στα γυμνά βουνά πίσω αστράφτει. Θέλω μια μπίρα κι ας είναι χλιαρή. Μου λείπεις.

Love my way, it’s a new road. Αγάπη ρε. Αγάπη. Έστω και πτωχευμένη.

Μετράω τα χρήματα στην τσέπη. Δεν φτάνουν για Shure, δεν φτάνουν για Stanton, με δυσκολία αγοράζω την πιο φτηνή Pickering, να περισσέψουν και για βενζίνη. Έχει και ενσωματωμένο βουρτσάκι, μεγαλεία. Πίσω στο σπίτι περιμένει το Spillane. O Ζorn στο στομάχι μου κάθεται, τα αυτιά μου δεν τον αντέχουν συχνά-πυκνά αλλά το Twolane highway έχει ένθετο Albert Collins. Mετάνιωσα που τον αγόρασα αλλά δεν είναι η πρώτη φορά. Υπάρχει ρεζέρβα The Return of the Durutti Column. Το βράδυ θα πάμε για μπάνιο στο Φανάρι, έχω λίγη ώρα για να το γράψω σε κασέτα, θα δω ξινισμένα μούτρα αλλά εγώ οδηγάω, εγώ διαλέγω συνοδηγό. Να δοξάζουν το θεό που δεν τους βάζω τον Zorn, να τους κοπούν τα λάστιχα απ΄ τα μαγιό. Και οι μπανέλες απ’ τα σουτιέν. Ωραία κορίτσια στο πίσω κάθισμα αλλά μόνο με Matt Bianco και φιλί δίχως γλώσσα δεν προκόβεις στη ζωή σου.

Μωρό μου θέλω να γίνω Steve McQueen. Ακόμη κι αν δεν ίδρωνα τα ίδια σεντόνια με την Ali McGraw, θα με κάναν εξώφυλλο οι Prefab Sprout.

I spent the days of my vanity…θα παίξω με όσα ρέστα έχω στην τσέπη μου τώρα, σε κάποιους που μου δάνεισαν τα επέστρεψα, σε μερικούς θέλω να χρωστάω δια βίου

το ψαίμα

Τους είχε καθισμένους απέναντί του. Αγόρια, κορίτσια. Κοντά μαλλιά, μακριά μαλλιά, βαμμένα μαλλιά, λίγα μαλλιά, κοτσίδες, σκουλαρίκια, στη μύτη, στο αυτί, στον αφαλό, παρακάτω δεν ξέρω, σταράκια, μποτάκια, τακούνια, τζιν, φούστες, μπέρμπερις, φουλάρια, κεφίγιε, τι-σερτ, πουκάμισα, χούντις…τα είχε αραδιασμένα απέναντί του σε ένα αμφιθέατρο. Αραιοκατοικημένο. Αν δεν είσαι ο Βαρουφάκης δεν μαζεύεις εύκολα πελάτες σήμερα. Αυτός, αν και στα χρόνια του, δεν ήταν.

Ντρεπόταν για τα ψέματα που έλεγε. Όσο περνούσε η ώρα όλο και περισσότερο. Κάποια στιγμή πνίγηκε για τα καλά, ήθελε ν’ ανοίξει την πόρτα, να βγει έξω και να μη ξαναγυρίσει. Δεν το ΄κανε όμως, έμεινε εκεί να τους αραδιάζει ψέματα, ένα βουνό ολόκληρο από δαύτα, ψηλό, τεράστιο και σκοτεινό. Ένα βουνό που κάθε μέρα έγερνε όλο και πιο πολύ προς τα πάνω του.

Η γνώση είναι δύναμη συνήθιζε να λέει επί χρόνια μέσα σ’ αυτή την αίθουσα, σαν άλλος Φράνσις Μπέικον των πτωχών. Η γνώση είναι δύναμη. Όχι η εξουσία, όχι η συνήθεια, όχι η μνήμη, όχι η πείρα, όχι η καταναγκαστική και εμμονική επανάληψη. Η γνώση. Μόνο η γνώση είναι δύναμη. Το ίδιο τους έλεγε και σήμερα. Αν μη τι άλλο ήταν απόλυτα συνεπής μ’ αυτό. Φρόντισε να την μελετήσει χρόνια, από τις βλεφαρίδες  της μέχρι τον ιδρώτα πάνω στα χείλια της και το χνούδι χαμηλά στην κοιλιά της. Μελέτησε κάθε κεφάλαιο για τους οργασμούς της, ήξερε πού ζούσε, πώς μύριζε και πόσο κράτησε κάθε ένας από αυτούς. Διάβασε το σώμα της μέρα, νύχτα, με λάμπα, με κλειστές κουρτίνες, με ανοιχτές, με το φως της τηλεόρασης, με κεριά, με διακοπή ηλεκτρικού, σε δωμάτια χωρίς ρεύμα, σε βουνά, σε ξερονήσια, με ήλιο, με σκιά, με βροχή, με κρύο και με ζέστη, μέσα σε σλίπινγκ-μπαγκ, πάνω σε σεντόνια, έξω από τουαλέτες, πίσω στο αυτοκίνητο, με κατεβασμένες τέντες στο μπαλκόνι, το διάβασε αυτό το σώμα σελίδα σελίδα. Διάβασε τα «χύνω» της παράγραφο-παράγραφο. Τις σιωπές της γραμμή προς γραμμή. Το γέλιο και τους θυμούς της λέξη προς λέξη. Τα χάδια της και την κυταρίτιδά της γράμμα προς γράμμα. Την διάβαζε κάθε μέρα χωρίς να τη χορταίνει, με τα μάτια, το στόμα, τη γλώσσα του, τ’ αυτιά, τα χέρια, τα νύχια, την διάβαζε παντού, απ’ το σημάδι στο γόνατο μέχρι εκείνο το διαφορετικά βαμμένο νύχι στο δεξί της πόδι κι από το χανζαπλάστ μέσα απ’ τη γόβα που την χτύπαγε ως τον τρόπο που έπινε καθισμένη στα πόδια του, φορώντας μόνο ένα άσπρο φανελάκι, τον καφέ της. Έψαξε την γνώση στη γυμνή της πλάτη, στις -σχεδόν αόρατες για έναν ανίδεο- ευρυαγγείες της, στα σλιμ τσιγάρα που άφηνε πάντα μισά και στα γυαλιά που της έβγαζε προσεκτικά όταν την έπαιρνε ο ύπνος, την γύρεψε αυτή τη γνώση όπως τα σαλιγκάρια ψάχνουν τη μια και μοναδική σταγόνα νερό για να συνεχίσουν να σέρνονται ως την επόμενη. Και τη βρήκε. Μα έχασε εκείνην που κάποια μέρα, μπορεί και να ΄ταν νύχτα, έφυγε. Μερικές δεκάρα δεν δίνουν, και καλά κάνουν, για τον Φράνσις Μπέικον.

Όρθιος τώρα απέναντι σε εκατό ζευγάρια ανυποψίαστα μάτια αραδιάζει  ψέματα. Ένα βουνό ψέματα, για τη δύναμη της γνώσης, όταν αυτή η δύναμη, αυτό το «τα ξέρω όλα πια επάνω σου» είναι εδώ και καιρό η κόλασή του.