The Tale of Taliesin

0yYg6pc

 

Νοέμβριο πρωτάκουσα Soft Machine. The Tale of Taliesin, το θυμάμαι ακόμη γατί κάτι στον τίτλο μου θύμιζε Αλαντίν. Συνειρμικά. Σε μια σπηλιά το αντάμωσα.

Το άκουσα στο δώμα του Μιχάλη, στη γιορτή του. Το δώμα ήταν ένα παλιό πλυσταριό στην ταράτσα του διώροφου, πάνω απ΄το πατρικό του. Να ‘ταν εφτά, άντε οκτώ τετραγωνικά που έγιναν αναγνωστήριο, εν όψει πανελληνίων. «Για να μην ενοχλείται το παιδί» με τα σουρτα-φέρτα από συγγενείς και γειτόνους στο σπίτι. Τότε τα σπίτια χωράγαν και γειτόνους μέσα, σήμερα μη ρωτάς. Λίγα πράματα στριμωγμένα σε τέσσερα ντουβάρια, μια σόμπα πετρελαίου, δυο φλοκάτες και καναδυό μαξιλάρια στο πάτωμα, μια καρέκλα κι ένα τραπέζι που χώραγε πέντε βιβλία πάνω του, μια κόλα χαρτί κι ένα φάμπερ-καστέλ. Και φυσικά ένα Garrard, δυο ηχεία που δεν θυμάμαι την ετικέτα πάνω τους, δίπλα σ’ έναν Rotel. Aναγνωστήριο και εντευκτήριο μαζί.

Σ’ εκείνο το δώμα λύθηκαν πολλές εξισώσεις με κοινό παρονομαστή το μαύρο του μαρκαδόρου πάνω στις αγέρωχες ρώγες και στο Ιερό Τρίγωνο. Καλές και άγιες οι συνεχείς συναρτήσεις και οι μοναδικοί πραγματικοί αριθμοί, αλλά η καύλα των δεκάξη και των δεκαεφτά δεν χόρταινε με παραγώγιση. Ήθελε σάρκα, έστω χάρτινη. Λυχνάρι το ιερό Playboy, από κει μέσα ξεπήδαγε κάθε λογής τζίνι, απ’ αυτά που -τι κρίμα- εξηνταρίσαν σήμερα. Ξανθό, μελαχροινό, καστανό, κοκκινομάλλικο, ειδικά αυτά τα τζίνι ήταν που εξάπταν την περιέργεια και την στέλναν να προσπαθεί να ξύσει το μαρκαδόρο -όπως ξύνει η γάτα την πόρτα για να την αφήσεις να χωθεί ξανά στη ζέστη μέσα- για να δει τι κρυβόταν κάτω του, «ρε μαλάκα, λες να είναι κόκκινες οι τρίχες κι εκεί;».

Μερικές φορές όταν ο Μιχάλης ήταν στις πολύ καλές του, ή ήθελε να ανταποδώσει κάποια πολύ μεγάλη χάρη (δυο τρεις φορές το χρόνο δηλαδή), άφηνε σε λίγους και εκλεκτούς να πάρουν το τζίνι σπίτι τους. Με τη ρητή εντολή να το επιστρέψουν την επόμενη μέρα. Αλέκιαστο. Απ’ όσο θυμάμαι το πρώτο τηρήθηκε.

Μετά από λίγο καιρό ήρθε στο δώμα και το -ακηλίδωτο- Penthouse αποκαλύπτοντας την Αγία Σχισμή χωρίς ακέραια την παλιά μαγεία της, ίσως γιατί είχαμε προφτάσει να συναντηθούμε μαζί της σε μια πιο γήινη εκδοχή. Όχι απ’ το Wisconsin και το Kansas αλλά απ΄την Δράμα, την Έδεσσα, το Ναύπλιο. Όχι ιλουστρασιόν, όχι αψεγάδιαστη αλλά ζωντανή. Δισύλλαβη. Με κάποια Νίκη, Βάσω, Γιάννα, Βέρα, Σοφία, έστω και με κάποια μη εξωτική Σούλα, καθένας από μας έμαθε να συλλαβίζει απ’ την αρχή, απ’ τα βασικά, απ΄τα πρωτόλεια. Στην αρχή με τα χέρια, Braille. Mετά με όλα, πείνα. Και καμία μα καμία -απ’ όσα συζητούσαμε μεταξύ μας, οι ερασιτέχνες Αλαντίν- δεν θυμόμαστε να παραπονέθηκε για το άγαρμπο τρίψιμο ή για το -αναπόφευκτο- λέκιασμα. Τα καλύτερα λυχνάρια από καταβολής παραμυθιών.

Φαντάζομαι πως αν ο John Etheridge κι ο Karl Jenkins μαθαίναν ότι κάθε φορά που -ως και σήμερα- ακούω το The Tale of Taliesin (αγόρασα πριν πολλά χρόνια το Softs και το φυλάω στο εικονοστάσι) το δωμάτιο μυρίζει μαρκαδόρο και τα ηχεία ευωδιάζουν μια γνώριμη θεσπέσια υγρασία που δεν την μπερδεύεις με καμιάν άλλη υγρασία στο σύμπαν, θα ήταν πολύ, πάρα πολύ περήφανοι γι’ αυτό το λυχνάρι που δημιούργησαν.

♫♪♫

Advertisements

η πατρότητα

28041418

Μαζί τα γράψαμε.

Για όλα τα άλλα «μαζί» (μέσα κι έξω από εισαγωγικά) ας πει ο,τι θέλει καθείς. Ας πιστεύει ο,τι θέλει. Ας το στηρίξει όπως καταλαβαίνει. Ας το γκρεμίσει όπως νιώθει.

Αλλά όλα αυτά εδώ, λέξη προς λέξη, caps lock και shift και backspace, παράγραφο παράγραφο, σελίδα σελίδα, μαζί τα γράψαμε.

(ήθελα να στο ξεκαθαρίσω, να μη μου φορτώσουν την πατρότητα τέτοιες στείρες εποχές)

στον αφρό των ημερών

 

 

Λένε ότι οι γλάροι ζουν ίσα με εικοσιπέντε χρόνια. Δεν είναι κι άσχημα, αν υπολογίσεις με πόσο γαλάζιο προλαβαίνουν να ταḯσουν τα μάτια τους.

IMG_0230.JPG

Μ’ αυτόν εδώ συναντηθήκαμε πριν δέκα Αύγουστους. Θυμάμαι καλά ότι τέλειωνε ο μήνας και το καλοκαίρι μαζί, εδώ πάνω τα καλοκαίρια έρχονται αργά και φεύγουν νωρίς, ίσως για να μας κάνουν να νιώσουμε στο πετσί μας την αξία τους. Δεν καταδέχτηκε το πουλί να ρίξει ματιά προς το μέρος μου μα δεν το αδικώ. Σαν έχεις όλα τα καρβέλια της γης απλωμένα μπροστά σου, δεν ασχολείσαι με τα ψίχουλα. Πέταξε μαζί μας ως τα μισά της διαδρομής και μετά χαθήκαμε. Να πω ότι δώσαμε αμοιβαίες υποσχέσεις για το επόμενο θέρος, ψέμματα θα ‘ταν.

27348856 (1)

Από τότε μου ‘μεινε το κουσούρι να φωτογραφίζω γλάρους. Ελπίζοντας ότι μια μέρα θα συναντηθούμε ξανά, εγώ κι εκείνος, στην ίδια διαδρομή. Για να δω ποιός απ’ τους δυό μας άλλαξε περισσότερο με τον καιρό. Μπορεί να ήταν αυτός. Μπορεί όχι. Μπορεί να ήταν το παιδί του. Τα δικά μου δεν ακολουθούν πια. Ψάχνουν -κι αυτά- να ταḯσουν την ψυχή τους.

his own private Turin

27124368

 

 

Της είπε «θέλω να το κάνουμε σε ένα ρημαγμένο φτηνιάρικο ξενοδοχείο, θα φέρω γω καθαρά σεντόνια».

Έφερε.

Tα ‘βγαλε στην κοιλιά της, γύρω απ’ τον αφαλό.

Mετά εκείνη έφυγε. Για πάντα. Χωρίς να χύσει.

Την αυθεντικότητα αυτού του σεντονιού, που ίχνος λεκέ δεν αξιώθηκε να δει πάνω του, δεν την αμφισβήτησε ποτέ κανείς.

νηστεία & κατάνυξη (περιμένοντας την ανάσταση)

25590364

Θυμόταν κάθε λέξη, κάθε οδηγία. Κάθε εντολή, αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς. Κακό τέλος τον περίμενε αν παράκουγε.

Φαγώθηκες γαμώτο, σα πεινασμένος κάνεις. Τράβα, τράβα να δούμε τι θα καταλάβεις.

Τράβηξε, αφού πρώτα αποστήθισε όλο το manual που του ‘δωσε.

Όχι ολόκληρη. Κυτταρίτιδα δεν θέλω να φαίνεται. Το κάτω απ’ το μαγιώ δεν το βγάζω, δεν πα’ να χτυπιέσαι. Στήθος φάτσα κάρτα ούτε γι αστείο, παιδιά ήθελες, λούσου το πεσμένο τώρα. Θα μου πεις αν φαίνεται χαλαρό το μπράτσο, αν ναι δεν πατάς κλικ. Θα την δω και αν δεν μ’ αρέσει τη σβήνεις. Δυο ευκαιρίες έχεις, δεν θα παριστάνω την όρκα στην παραλία. Άμα σ’ ακούσω να λες «γύρνα από δω, τεντώσου πίσω, τα μαλλιά μπροστά», ξαπλώνω στη σεζλόνγκ και δεν έχει σεξ μέχρι να ξαναγυρίσουμε σπίτι. Εντάξει;

Tότε, τα όχι και τόσο παλιά χρόνια, οι διακοπές κρατούσαν ίσα με δέκα μέρες. Δεν συνέφερε να παριστάνεις τον Arny Freytag . Είπε «εντάξει» και πάτησε κλικ.

Το photoshop είχε εφευρεθεί προ πολλού. Θαύματα έκανες, αν ήθελες. Δεν ήθελε όμως. Καλό είναι να δίνουμε στα παλιά καλοκαίρια την αξία που τους αναλογεί, ας ήταν και φλουταρισμένα, ας ήταν και κακοεμφανισμένα στην μεταφορά απ’ το ψηφιακό. Από μεγκαπίξελ και instagram και τελειότητα και εφέ χορτάσαμε. Χαρτί και δέρμα χρειάζεσαι για πυξίδα, αλλιώς τον ιδρώτα και την αρμύρα ανάμεσα στα στήθη της δεν τα ξαναμυρίζεις.

ͽ

spleen doctors

25573810

Σε τελική ανάλυση, αυτός θα έπρεπε -ή θα μπορούσε- να ήταν ο πατριάρχης των goths. Mπορεί τα gargoyles να μην ποζάρουν στις εικόνες του αλλά αισθησιασμός,  καλό, κακό, η φθορά της σάρκας, οι εμμονές του θανάτου είναι εκεί, μέσα στο μονόχρωμο κάδρο. Ταξιδεύουν first class με τις polaroid που τράβηξε, πάνω, κάτω, τριγυρνώντας να βρει παράθυρα.

Λατρεύουμε να κρυφοκοιτάμε σε σκοτεινά δωμάτια, σφιχτά κρατημένοι από το χερούλι της πόρτας μη τυχόν και γλιστρήσουμε μέσα. Σε πολλούς κλείνει πονηρά το μάτι μια βουτιά στην μελαγχολία που δεν είναι -όμως- τόσο βαθιά για να γίνει κατάθλιψη κι ανίατο spleen, μόνο στους καθ’ έξιν shiny happy people δεν έχει πέραση η καύλα της εκ του ασφαλούς ανατριχίλας, το ρίγος εκείνο που πάντα με σκεπάζει όταν διαβάζω τα «Κεριά» αλλά στέκομαι μόνο μισό μέτρο μακριά από το διακόπτη του ηλεκτρικού και μπορώ (έτσι κοροϊδεύομαι) να σβήσω -και να ξανανάψω- το φως όποτε θέλω.

Από μια διαστροφή της ιστορίας, θα μπορούσε να ήταν ένας αληθινά σπουδαίος blogger (τις παλιές καλές μέρες των μπλογκς), να ΄χει μια παρτ τάιμ στήλη στη LIFO (πρόταγκον και AV θα τον έβρισκαν πολύ μαλθακό & παραιτημένο) και βαριά τραυματισμένη κάρτα Εθνοcash Plus. Ή να δει ένα, δυο βιβλιαράκια του να εκδίδονται, στη διασταύρωση Μαντά, Χρονά και Χωμενίδη (αλοίμονο αν λαθέψεις στη στροφή). Ευτυχώς έζησε σε άλλες εποχές, λιγότερο ανεκτικές και ανοιχτές αλλά με αληθινούς ανθρώπους τριγύρω του, μακριά από δηθενιές, friends, unfriend, λάικ, εθελοντική χολή και δημοσιοσχεσίτες που γλείφουν ο,τι γυμνό βρουν για ξεροκόμματα. Θα ‘ταν κρίμα μια τέτοια μορφή να κινείται σα χαμένη -κι όχι κρυμμένη πια- ανάμεσα μεσάνυχτα και χάραμα, σε δρόμους, δώματα, παράθυρα και τοίχους μιας χώρας που αποδέχεται το κάθε διαφορετικό μόνον όταν έχει κάτι χειροπιαστό να καρπωθεί από τούτο.

Όσα κέρδισαν το σώμα του, τα μάτια του κι ο νους του, μας τα επέστρεψε γενναιόδωρα σε ψυχικά αναβολικά κι ας φοβόταν την τυραννία του φωτός. Να μη βρεθεί κανείς λιγόψυχος και πει πως κάναμε λάθος στην παραγγελία ή την πληρώσαμε ακριβά . Αυτά που ζητήσαμε, αυτά που είχαμε ανάγκη, αυτά -και παραπάνω- μας έδωκε.

(29/4/2008, γερασμένο & φτιασιδωμένο πλέον) 

skrik

25086458

 

Πάει να πει -έτσι διάβασα κάπου- «κραυγή». Στα δανέζικα ή στα νορβηγικά, δεν το ‘χω σίγουρο. Λόγω Munch θα ψήφιζα δυο μα δεν τον αντέχω τον πολύ εξπρεσιονισμό, ίσως μόνο ερασιτεχνικά κι ατσούμπαλα στη γραφή. Λίγο. Αυτές οι ανασκαφές ατέλειωτες είναι, όσο πιο μαύρο συναντάς στο δρόμο μέσα σου, τόσο το βάζεις γινάτι να βρεις άλλες είκοσι, τριάντα αποχρώσεις του. Αν δεν έχεις εμπιστοσύνη στο κουρασμένο μάτι σου, βουτάς το δάχτυλο στη μαυρίλα. Τον μικρό, όχι τον δείκτη. Ο δείκτης δείχνει λιγούρα, αχορτασιά. Δοκιμάζεις ώσπου να ΄βρεις το σωστό μαύρο, χώνεις μέσα, φέρνεις στο στόμα, γεύεσαι, μια, δυο, τρεις, πολλές φορές. Μέχρι να σκιαχτείς, να πεις «φτάνει» και να τρέξεις να ξεπλυθείς. Με ο,τι βρεις πρόχειρο. Ή με όποιον βρεις αδύναμο. Και -για αδιευκρίνιστους λόγους- πρόθυμο, ίσως.

Ήρωες αναγνώστες των βλογς, ήρωες. Angst eaters…

Απρίλιος 2013, κοντεύει. Σκάλιζα τις προάλλες τα ράφια πίσω απ’ την πλάτη μου. Σκάλιζα και απορούσα με όσα έβρισκα. Ειδικά με κείνο το «recorded and remixed during scattered days of April 1983». Τριάντα χρόνια πριν, Fill Feel φωνή, κιθάρα, πιάνο. Ο Harry μπάσο και ο Bang στα ντραμς. Σήμερα θα ΄λεγα «πλάκα μου κάνετε αγόρια, ναι;». Tότε ακόμη και οι Birthday Party των πτωχών, ακόμη και τιτλάκια κλεμμένα απ΄τον Iggy με συγκινούσαν. Δεν ξέρω αυτοί τι απογίναν, εδώ και αιώνες όμως ζούμε σε διαφορετικά παραμύθια. Έκανα χτες μια τελευταία απελπισμένη απόπειρα να βάλω τη βελόνα πάνω στο Αlice in Sufferland και ξανάβαλα το βινύλιο στη μαύρη θήκη του -και μετά όλο μαζί μέσα στα μαύρα σκοτάδια στο ράφι- μέσα σε ένα λεπτό. Ούτε καν σε διαφορετικά παραμύθια, σε διαφορετικά δάση ζούμε. Φεύγοντας για το δικό μου ξέφωτο όμως, πρόλαβα και πήρα μαζί το στριφογυριστό μπασάκι απ’ το Imitation of the real. Μόνο αυτό, χάρισμά τους τα υπόλοιπα. Τι τάισα τ’ αυτιά μου θέ μου, με τι τα ξεγέλαγα πάνω στη σχεδία, στη διαδρομή για τη Μεγάλη Σιωπή.

Ψέματα είπα για το ξέφωτο. Σε μια faraway beach κυλιέμαι χρόνια, σαν αποθαμένος και ξεπουπουλιασμένος γλάρος, σα μια άνυδρη μπάλα από βρωμερά φύκια, ψευτοσφούγγαρα, πλαστικά σακκούλια κι άμμο, σα καύκαλο από μια σουπιά που έχασε ξάφνου το μελάνι και τη σάρκα της πριν προλάβει να συναντηθεί με το καλοκαίρι που ερχόταν με φόρα απ’ τον ορίζοντα που γυάλιζε. Όσο μαύρο και να ρίξεις πάνω σου ή ξοπίσω σου για να ξεγελάσεις τα μάτια των αλλωνών, απ΄τον χαμό δεν μπορείς να γλιτώσεις αν απαρνηθείς τα εικοσικάτι σου. Dead finks don’t talk. Mόνο γράφουν που και που, ασυνάρτητα, ασύνδετα, ασπόνδυλα, χαοτικά. Χωρίς να ξέρουν γιατί.

Πήγαινα στο δισκάδικο του Νίκου και του Κώστα τουλάχιστον τρεις φορές κάθε βδομάδα, είχα δεν είχα λεφτά να επενδύσω. Τα ράφια απέναντι απ’ την εξώπορτα κι εγώ δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ. Μα ποτέ. Θεοδωράκηδες, Χατζηδάκηδες, Ξαρχάκοι, Λοίζοι, Σαββόπουλοι, Μάρκοι, Τσιτσάνηδες, terra incognita. Xέρι δικό μου δεν σκάλισε εκείνα τα χωράφια, κι αν με ρωτάς αν μετανιώνω θα σου πω όχι. Με όσους ήθελα να βρεθώ, αντάμωσα αργότερα, στα ψέματα. Αλλού. Με τον Άκη Πάνου ανταμωθήκαμε στ’ αληθινά, στο σπίτι του, όσο ζούσε μέσα στην πόλη, δίπλα στα τσιμεντένια. Ήμασταν τέσσερις, ήταν αυτός απέναντι, τον περιμέναμε υπομονετικά να ξυπνήσει, ήταν Ιούλιος με ζέστη και ο ύπνος τα μεσημέρια πολύτιμος. Εκεί -αν και βαριά αδιάβαστος, αγεωγράφητος, ανιστόρητος- κατάλαβα πως κάτι σπουδαίο συμβαίνει, εν μέσω τσιγάρων, καφέ και μιας κουβέντας που ήταν απ’ τα λίγα ακριβά που έχω κρατημένα στα πίσω πίσω ράφια, για μια ώρα ανάγκης, για την πιο μεγάλη ώρα.

Τα βράδια στο ραδιόφωνο ψευτοακκιζόμασταν προσπαθώντας να φανούμε αντάξιοι του μέσου. Φυσικά μάταια. Έπαρση δεν είχαμε, το ξέραμε πως δεν κάναμε δα και τίποτε σπουδαίο που δεν είχε εξαντληθεί πριν από μας, μα θαρρούσαμε πως το να παίζεις σε μια northern town άσματα και μούζικες ηρωικές -και ενίοτε ερωτικές- ήταν μια πράξη που έδινε άλλη γεύση στα Johnnie Walker και τα Ballantine’s μας, πριν, κατά τη  διάρκεια και μετά. Μερικές φορές το παρακάναμε πριν, μερικές κατά τη διάρκεια και -για να ξεπλύνουμε τη ντροπή των ασυνάρτητων που ξεστομίζαμε (που κάποιοι και -κυρίως- κάποιες έβρισκαν ως και εμπνευσμένα)- πάντα μετά. Αν υπήρχε αλκοτέστ πλάι στα πικάπ και τα μικρόφωνα, ίσως τώρα θα εξετάζαν με συμπάθεια την αίτησή μας για αποφυλάκιση, εικοσιπέντε -και βάλε- χρόνια μετά. Χαλάλι όμως, ουράνια τόξα με Steely Dan, Doobie Brothers, τα πρώτα των Chicago, τα ωραία του Joe Jackson, τους Blood, Sweat & Tears (με και δίχως Al Kooper) έχουν αιώνες να εμφανιστούν πάνω απ’ τη μικρή μας πόλη. Αντί για Donald Fagen μας φάγαν τα χασμουρητά εμπριμέ με τα μουντά μονόχρωμα (και τα σαχλά λογοπαίγνια, σύμφωνοι). Πριν μας καταπιούν -σε ιδιωτικές ακροάσεις- τα ξεβαμμένα σκούρα.

Τώρα θα σου δώσω μιαν εντελώς άχρηστη πληροφορία για την οποία δεν θα χρειαστεί να με ευγνωμονείς. Οι Artery ζούσαν στο Sheffield. Ίσως και η Lena τους. Το 1983 που μπαίναν στο στούντιο για το «One afternoon in a hot air balloon» -και να θες να μη πιστεύεις σε στοιχειωμένες χρονιές, θ’ αναγκαστείς να αλλαξοπιστήσεις κάποια στιγμή με τα μούτρα μελανιασμένα απ΄το τσάμπα πείσμα- ο Hawley ήταν δεκαεξάρης. Δεν ξέρω τι έκανε με τα εκεί λύκεια, δικό του θέμα αυτό, αλλά μερικές ψυχές τις γάμησε υποδειγματικά. Με ο,τι χρώμα βρήκε πρόχειρο μέσα τους.

Οι 10cc ποτέ δεν με ξετρέλαιναν. Τα περισσότερα τραγούδια τους τα ΄βρισκα μισά, σακάτικα, ανάλατα. Δεν πέρασε ούτε ένα καλοκαίρι όμως, μήτε ένα, που δεν κάναμε καλή παρέα το «Im Μandy, fly me» -μέσα από κασέτες, γουόκμαν και σιντί με mp3, αργότερα-  εγώ, μια μπίρα και το κύμα, δυο μέτρα παραδίπλα. Σιγά το σκηνικό, θα πεις. Σωστά, θα πω. Μα αντέχει τριαντατόσα χρόνια, δεν το λέει η καρδιά μου να στήνω άλλο, δήθεν γκράντε, τάχα μου οσκαρικό, μόνο και μόνο για να κοροϊδεύω το ανυποψίαστο κοινό πως αντικρύζει κάτι καινούριο. Το καλοκαίρι μου δεν το κουρεύω, καλύτερα πτώχευση μια κι έξω.

Αν έφτασες ως εδώ είσαι ήρωας. Ούτε ο Οδυσσέας τα κατάφερε καλύτερα. Αν κι εδώ που τα λέμε, ένα skrik δρόμος ήτανε. Για να ακουγόμαστε που και που, να μη χαθούμε μια για πάντα. Ποιος δίνει δεκάρα για τα κουφάρια των -κάποτε ταξιδιάρηδων, έστω και στη σιγουράντζα των αφρών – γλάρων μετά…

—-