μήτε ιερό, μηδέ όσιο

28735499

Την έβλεπε όρθια απέναντι, στο διπλανό μεγάλο τραπέζι. Με τα χέρια της απλωμένα, ν’ακουμπάνε την πλάτη απ΄ τις καρέκλες δεξιά κι αριστερά. Μαλλιά φρέσκα, κομμωτηρίου, που πηγαίναν πέρα-δώθε όσο μίλαγε και γελούσε. Μπράτσα γυμνά, φαινόταν -ακόμη κι από τρία μέτρα μακριά- πως ώρες ώρες ανατρίχιαζαν και στέλναν κατευθείαν πάνω του το άρωμά της. Τα πόδια σταυρωμένα, το ένα πίσω από το άλλο, ένα ζευγάρι γάμπες που αγγίζαν η μια την άλλη ξεδιάντροπα. Ερήμην του. Μαύρο φόρεμα που έπεφτε ως το γόνατο, μετά πόδια συσκευασμένα μέσα σε μαύρο καλσόν, στο τέλος του δρόμου μαύρες γόβες. Η Στολή. Μερικές φορές είναι πολύ υγρά τα στερεότυπα. Και ζεματάνε.

Αφού πρώτα έσκυψε λίγο (εκείνο το λίγο, το πολύ λίγο που θολώνει πρώτα τα μάτια και μετά το μυαλό) για να της γεμίσουν το ποτήρι που κρατούσε, πήγε και κάθισε. Ακριβώς απέναντί του. Τίποτε δεν χώριζε το βλέμμα του από το περίγραμμά της. Θα σκότωνε για να είναι το μαξιλάρι της καρέκλας της. Να ένιωθε τη σάρκα της πάνω του μέχρι να φάει το σαράκι ακόμη και το τελευταίο ροκανίδι της καρέκλας. Δεν άντεξε πολύ, σε τριάντα δευτερόλεπτα την έγδυσε μπροστά σε εξήντα -μπορεί και παραπάνω- ζευγάρια μάτια. Αφού πρώτα της έστειλε μια προκήρυξη, αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Που τέλειωνε : «Σε αντίποινα για το φερμουάρ που ποτέ δεν κατέβασα. Σαν τιμωρία για το καλσόν που δεν μύρισα ποτέ».

٭

Τρίτες

27696667

Ήλιος κάπου κρυμμένος ανατολικά, δεκάξι βαθμοί έξω. Χλιαρή ψύχρα, αγκαζέ με υγρασία. Οκτωβριανή περισσότερο, παρά αυγουστιάτικα ξέφτια. Τα γνωστά γινάτια του βορά. Κακομαθημένο τσογλάνι, μια ζωή τα ίδια από τότε που γνωριστήκαμε.

Είχα βαρεθεί το προηγούμενο βράδυ να πατήσω λίγο το άσπρο πουκάμισο, αγορασμένο δέκα ευρώ από σούπερ μάρκετ. Στις εκπτώσεις. Άσχημα στριμωγμένο στη ντουλάπα, λίγο έλειψε να αφήσει εκεί την τελευταία του πνοή. Το έσωσα λίγο πριν κιτρινίσει και ξαναμπεί στο πλυντήριο για ανάνηψη. Με περίμενε όλη νύχτα υπομονετικά, φορεμένο σε μια καρέκλα στην κουζίνα. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό ονειρευόταν ως ύφασμα στα χέρια δεκαπεντάχρονων στο Μπαγκλαντές. Έχω άγχη μπόλικα όμως, δεν θα φορτωθώ και τα δικά του.

Τη στιγμή που ακούμπησε το καυτό μέταλλο πάνω του, αντί για κείνο ανατρίχιασα εγώ. Δεν είναι πως δεν το παθαίνω, σε αλλόκοτες στιγμές και περιστάσεις πλέον, μα δεν κατηγορώ τα χρόνια που σε κάνουν πιο ευάλωτο σε δερματικές ανωμαλίες. Είναι που έφταιγε η μυρωδιά. Ζέστη ανάκατη με βαμβάκι, υγρασία, συννεφιά, μια στάλα κρύο και ησυχία. Έξω και παντού. Άμα δεν μύρισες ποτέ την πρωινή ησυχία την ώρα που περνάει το σίδερο από πάνω της, τίποτε δεν χάρισες στο πετσί σου.

 

Να μπορούσε να με διαβάσει το πιτσιρίκι που γαζώνει τα στριφώματα στον έκτο όροφο σ΄ένα γκρεμούλι στη Ντάκα, θα με γάζωνε και μένα και το πουκάμισο και τις ηλίθιες τις λέξεις μου μ’ όποια βελόνα και κλωστή έβρισκε πρόχειρη. Δωρεάν θα το ‘κανε. Κερασμένο στην ψυχή του.

Κανείς δεν καταδέχτηκε να γράψει στιχάκια για τις Gloomy Tuesdays, αυτό το αναλφάβητο θα τα κένταγε κιόλας….

η σιωπή των ψυγείων

Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα στιχάκι του Hammill. Οποιοδήποτε. Ένα ρεφρέν χωρίς αρχή μέση και τέλος του Tim Buckley. Ένα σόλο του Fripp, σκέφτομαι αυτό στο Damage, αυτό, ναι. Ένα βογκητό της Diamanda, που δεν βγήκε από μέσα της γιατί ντράπηκε να ορθώσει ανάστημα, το λιπόψυχο, μπρος στα ουρλιαχτά της. Tα δάχτυλα του Roedelius και του Moebius στο by this river. Ίσως κι ο Gabriel, την ώρα που παίζει μουσκίδι το here comes the flood κάτω από μια τρύπια τέντα, σε ένα χωράφι στα midlands, μόνος, αυτός, ένα πιανάκι και μια σάπια ψιχάλα. Θα μπορούσε να είναι και ένα τραγουδάκι του Adrian Borland που δεν πρόλαβε να γραφτεί.

Θα μπορούσε. Με τέτοια φανταχτερά κι αλλότρια μεγαλοπιάνομαι.

Ακούω όμως μόνο το μολύβι που χτυπάει το ξύλο, σκίζοντας το χαρτί, κάνοντας υπολογισμούς και ξανά μανά υπολογισμούς, παλεύοντας με αριθμούς καλά προπονημένους. Το τακ τακ απ’ το φτηνό μολύβι -που δεν βγήκε δα κι από κανένα σοβαρό εργοστάσιο- και η ανάσα απ’ το ψυγείο. Η ώρα πήγε εφτάμιση, έξω νύχτωσε. Βιάζεται να φύγει το φως, ούτε κι αυτό αντέχει τέτοιας άριστης ποιότητας σιωπή, δεν το αδικώ. Ούτε Hammill, ούτε Robert, ούτε Βrian καταδέχονται να ντύσουν μια τέτοια μέρα. Μόνο ένα μασημένο στην άκρη του μολύβι κι ένα παλιοψυγείο. Σε λίγο θα το βγάλω κι αυτό απ’ την πρίζα. Για να μην ενοχλεί τη μύτη απ’ το μολύβι, να μη της αποσπά την προσοχή από τον ωραίο και μάταιο αγώνα της ενάντια στο ξύλο.

Drink up, dreamer, you’re running dry.

 

 

 

 

Narayama μπλουζ

Λοιπόν, είχαμε μείνει σε κάτι μαλάκες και στα 894 ευρώ σύνταξη.

Η εφορία την τσίμπησε, ευτυχώς δεν έστειλε ΣΔΟΕ και ΜΑΤ στο σπίτι για να ‘χουμε Twilight Zone καταστάσεις -άμα θυμάσαι το επεισόδιο με τον τεκνούλη Ρέντφορντ- και της είπε «μανδάμ η πατρίς χρειάζεται από σένα 1.013 ευρώ αλλά επειδή είναι ψυχοπονιάρα δώστα μας σε εφτά δόσεις κι άμα νιώσεις οτι πεθαίνεις στο ενδιάμεσο μην αμελήσεις να αφήσεις το χαρτί με τη ρύθμιση στην κόρη σου για να μη κυνηγιόμαστε μετά», αυτό μας κάνει  144,70 ευρώ κάθε μήνα μέχρι και τον Φεβρουάριο, τότε που -σε ενημερώνω- πιάνουν οι μεγάλες ζέστες εδώ πάνω και τουλάχιστον θα γλιτώσει τα κοινόχρηστα, πόσο ρεύμα να κάψει ο ανεμιστήρας Φλεβάρη μήνα..

Για το νοίκι πληρώνει 250 ευρώ αλλά μπορεί να το καθυστερεί μια, δυο, άντε τρεις μέρες, παραπάνω όχι, μετά δεν μπορεί να κοιμηθεί γιατί οι μέρες της καθυστέρησης γίνονται καρπούζι κάτω απ το στρώμα της -στα μπιζέλια και στα κουκιά είναι αλλεργική-. Έτσι κι αλλιώς ξυπνάει απ’ τις πέντε τα χαράματα, άμα είναι να μη κοιμάται κιόλας είπα στην κόρη της ή να βγαίνει να σφουγγαρίζει σκάλες στην οικοδομή και να απολύσουμε την καθαρίστρια ή να της πηγαίνουμε τα ασιδέρωτα αποβραδίς για να φοράμε τσίλικα κάθε πρωί, τι σκατά μαθαίναμε στη διαχείριση ανθρώπινων πόρων τόσα χρόνια. Μια επένδυση γνώσης καιρός είναι να την αποσβέσουμε.

Για τα κοινόχρηστα θα θέλει 200 ευρώ φέτος, άμα μείνει στο 1,40 ο πετρέλαιος, άμα πάει πιο ψηλά θέλει έρανο, όχι ευρώ. Ευτυχώς τον Νοέμβριο θα κάνουμε ακόμη μπάνια και από τον Φεβρουάριο -λένε- θα ανθίσουν οι αμυγδαλιές, κι άμα είναι μαλακισμένο ένα δέντρο είναι, τα βλέπουν οι στουρνάρες και οι πάσχηδες και λένε «ορίστε, ήρθε κιόλας η άνοιξη, γαμώ τη γκρίνια σας για λαός».

Για ρεύμα και τηλέφωνο θέλει ένα κατοστάρικο κάθε μήνα, θεό την κάναμε να κόψει το τηλέφωνο, τι «άμα ζαλιστείς και πέσεις και τσακιστείς θα το ακούσουμε το γκντουπ, ένας τοίχος δρόμος είμαστε» της είπαμε, τι «ή θα ψήνεις ή θα μιλάς, αν κάνεις και τα δυο μαζί θα πάθεις κανένα εγκεφαλικό, έχουν ακτινοβολία τα ταψιά», τίποτε δεν έχαψε, άμα γριά βάλει γινάτι είναι ικανή να ζητήσει και nova. Δεν το ρισκάραμε.

Το εγκεφαλικό το γλίτωσε όταν της είπαμε για το χιλιάρικο της Εφορίας, γερό σκαρί, αν και μας δήλωσε -μετά που μετρήσαμε πίεση και σφύξεις και είπαμε «τη σκαπούλαρε το θηρίο»– ότι λιγότερο είχε ταραχτεί όταν άκουσε στο ράδιο εκείνο το «Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους» και τα ΄παιξε με το «ημέτεραι» που δεν τους το ‘χαν μάθει στο Κρυφό Σχολειό.

Χτες όμως πήγαμε στο γιατρό για να μας δώσει βαριά συνταγή γιατί αύριο η κόρη της θα πάει να της πει ότι θα κόψουν κανένα 50ρικο ακόμη από τη σύνταξη για να είναι πιο ενισχυμένη η ισοτιμία δραχμής/ευρώ σε λίγους μήνες και μεθαύριο (εντάξει, μπορεί και παραμεθαύριο, δεν είμαστε δα και εντελώς κτήνη) θα πάω εγώ να της πω ότι αυτά τα χαρτζιλίκια που της δίναν χριστούγεννα, πάσχα και θέρος, πάπαλα, πέθαναν, όβερ, τέλος, θα τα ξαναδεί στην άλλη ζωή, καλά, θα το λειάνω λίγο, δεν θα το πω στο δοξαπατρί όπως ο House, θα το πω όπως η Εντά για να με καταλάβει. Yavaş Yavaş .

Λοιπόν, 894-50-144,70-250-200-100 = 150 ευρώ το μήνα περίσσευμα. Ένα ταληράκι τη μέρα, σε κέρματα, για να κουδουνάνε κιόλας. Για φάρμακα δεν ξέρω. Ας τα κόβει μικρά μικρά κομματάκια για να φτουράνε, ας δανείζεται απ’ τα δικά μας, ας πάει να διαρρήξει κανένα φαρμακείο, έχουμε ένα ακριβώς από κάτω, μπορώ να κρατάω τσίλιες απ’ το μπαλκόνι, με τις πυτζάμες.

Ευτυχώς ο Φεβρουάριος θα είναι μικρός και θα περισσεύει άλλο ένα σαραντάλεπτο, κάθε δυο μέρες θα μπορεί να το αποταμιεύει για ένα γιαούρτι. Ευτυχώς θα είναι και ζεστός, για να μπορέσουμε να ξεραίνουμε το σκατό μας και να της το κρατάμε. Γιαούρτι σκέτο δεν τρώγεται.

.

λήγει κουβέντα ακόμη *

[ altstadt, στα πλακόστρωτα της τσίκνας, βράδυ, τρώγοντας και μιλώντας βρώμικα ]

Ο χειμώνας δεν είναι μακριά, είπε φυσώντας τη μύτη του σε ένα μεταχειρισμένο χαρτομάντηλο. Πάντα σκεφτόταν δημιουργικά όταν φυσούσε τη μύτη του. Βλέπεις πόσο μίκρυναν οι μέρες, ξαφνικά θα πέσουν δυο απανωτές βροχές και τέλειωσε, αυτό ήταν, έληξε, εδώ στα βόρεια φθινόπωρο δεν ζει πια. Σκέφτηκες τι θα κάνεις με τη θέρμανση;

Είχε σκεφτεί, σίγουρα είχε σκεφτεί, λύση δεν βρήκε. Ντρεπόταν να του το πει όμως, τον είχε προειδοποιήσει για τις δύσκολες εποχές που έρχονται εδώ και έξη-εφτά μήνες, εκείνος προτίμησε να ζήσει κουτσά στραβά το καλοκαίρι αλαφρωμένος από σκέψεις πολύπλοκες και αποφάσεις με κοφτερές γωνίες. Τις αποφάσεις που έπρεπε να πάρει τις έντυνε γύρω γύρω με εφημερίδες παλιές -απ τις μέρες τις καλές- και δυο ρολά γάζες, ξεμπέρδευε μαζί τους. Κάποτε απέδιδε αυτό, τώρα οι γάζες ακρίβυναν, τις εφημερίδες τις έκοψε σε μικρά κομάτια και τις κράτησε για το WC, θυμήθηκε ότι οι παλιοί το κάναν αυτό, οι παλιοί ήταν σοφοί. Τώρα οι αποφάσεις ήταν νυστέρια.

Όχι. Ας έρθει η ώρα να βάλουμε μπρος το λέβητα και βλέπουμε. Θα τα καίμε δυο ώρες τη μέρα, θα φοράμε κανένα πιο χοντρό ρούχο στο σπίτι, έχω μια εξάδα ουκρανικές βότκες στην άκρη, κουβέρτες έχω μπόλικες απ’ την προίκα της, τα ‘χω δει αυτά να τα κάνουν και οι ρώσοι στις εργατικές πολυκατοικίες τους, οι ρώσοι είναι σοφός λαός.

Άκουσε μέχρι το «προίκα», εκείνη τη στιγμή πέρναγε μπροστά τους ένα τρισδιάστατο στήθος -απ’ αυτά που μπορείς να τα δεις και κρεμασμένος από πάνω, όχι μόνο απ΄το πλάι- και χάθηκε σε άλλες σκέψεις. Καθόλου πρωτότυπες, περιορισμένες στα βασικά πράγματα που μπορείς να κάνεις με ένα στήθος. Τα ‘χε δει αυτά να τα κάνουν στις παλιές γερμανικές τσόντες, οι γερμανοί είναι εργατικός λαός, πιάνουν κάτι και του δίνουν να καταλάβει. Αν χρειαστεί το στίβουν κιόλας.

Έχεις κουβέρτες στο σπίτι; ρώτησε λίγο αφηρημένα, λίγο περιπαιχτικά. Άλλη προίκα δεν πήρες; το πεθεράκι μου ΄δωσε  δυο γκαρσονιέρες, ένα χωράφι στα Κίργια και ένα εξοχικό στην Τούζλα, όχι σπουδαία πράματα, επισκευές θέλει αλλά βλέπει θάλασσα, την είδες αυτήν που πέρασε; aληθινά ήταν τα βυζιά της;

Mε τέτοιες συνθήκες κουβέντα δεν γίνεται. Άμα βγεις όμως για να σκοτώσεις δυο ώρες, όλες οι συνθήκες είναι βρώσιμες.

Όχι ρε, ποια προίκα, σε ποιόν αιώνα ζεις; τη δουλειά της έχει στην εφορία, αυτό είναι η προίκα της, αληθινά ήταν μάλλον, δεν ακουμπούσαν στο σαγόνι της, έχεις σκεφτεί ποτέ πόσο πιο ευτυχισμένος θα ήσουν αν είχες γεννηθεί σουτιέν;

Eίχε σκεφτεί, σίγουρα είχε σκεφτεί, σκληρή δουλειά, στατικά μιλώντας, αλλά αποζημιώνεσαι. Ντρεπόταν να το παραδεχτεί όμως, ολόκληρος άντρας και να ‘χει στόχο ζωής να γίνει στήριγμα για δυο βυζιά, καλά να στηρίζεις οικογένεια, παιδιά, γυναίκα, σπίτι, δουλειά…αλλά βυζιά;

Όχι ρε μαλάκα, δεν το σκέφτηκα, αν δεν είσαι τυχερός μπορεί να κουβαλάς μέσα σου δέκα κιλά κρέας με φλέβες και ραγάδες. Αν και,  ξαναφύσηξε τη μύτη του για να σκεφτεί, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, αυτό ή να ‘χεις γυναίκα δημόσιο υπάλληλο που της κόβουν τα επιδόματα και δεν υπάρχει ένα χωραφάκι να το κάνεις ρευστό για τις μέρες που ‘ρχονται. Έτσι κάνουν οι μονογαμικοί όμως, πάνω απ’ όλα η αγάπη κι ας είναι άνεργη αύριο.

Τον πλήγωσε. Δεν έχανε ευκαιρία να το κάνει αυτό, ήθελε πάντα η ζυγαριά να γέρνει στην μεριά του, με πειραγμένες ζυγαριές δεν στεριώνουν φιλίες. Γκαραντί.

Θες σουτζουκάκια; τον ρώτησε ενώ ήδη ήταν όρθιος, ο κώλος του είχε ιδρώσει απ’ τη βρωμιάρα alibert και ζητούσε αλαφιασμένος αέρα. Eγώ θα φάω τέσσερα, λέγε, θες;

Πάρε έξη σουβλάκια για μένα….και μια κάιζερ…μη βάλουν λεμόνι πες τους, το ρεύομαι μετά και θα τρέχω για simeco. Πού στο διάολο είναι οι γυναίκες μας ρε; Πιάστε τραπέζι και σε πέντε λεπτά ερχόμαστε είπαν, είναι δυνατόν να χαθείς σε δυόμιση δρόμους ρε πούστη μου;

Δεν τον άκουσε. Είχε ήδη γυρισμένη την πλάτη, πηγαίνοντας στο ταμείο για να παραγγείλει. Σκούντηξε, σμπρώχτηκε, μύρισε ιδρωτίλα από μια βαμμένη σα τη ζωζώ σαπουντζάκη μπροστά του, έναν παπά που στεκόταν κι εκείνος στην ουρά έκανε πως δεν τον είδε, έβαλε το χέρι στην τσέπη, έβγαλε ένα ιδρωμένο εικοσάρικο, όταν ήρθε η σειρά του είπε «μια Μαλαματίνα και δέκα λουκάνικα, απ΄τα κατσιβέλικα, βάλε και λίγη μουστάρδα στην άκρη, ρίξε και μπούκοβο, το ψωμί μη ξεχάσεις».

Την ώρα που έπαιρνε τα ρέστα, ψιλά πράματα, ένιωσε ένα σφίξιμο, μια πίεση, ένα βάρος στην πλάτη του, «έμφραγμα ρε πούστη μου» σκέφτηκε, «τσάμπα τα λουκάνικα». Αλλά δεν ήταν παρά το 3D στήθος που ήρθε για ανεφοδιασμό, γύρισε, την είδε, της χαμογέλασε διακριτικά και της είπε ψιθυριστά «σε καμιά ώρα θα ξεμπερδέψω, έρχονται οι γυναίκες μας, τσιμπάμε και φεύγουμε, περίμενέ με στο σπίτι, για στίψιμο είσαι σήμερα»….

 

(συνεχίζεται)

* στο φίλο μου που συζητάει -ο τυχερός- σε καλοκαιρινές αυλές, κάτω από δέντρα, καπνίζοντας

what if we live to be fifty *

Αυτό που θα πω στο τέλος είναι χλιαρή παραίνεση σε μένα, δεν αφορά τρίτους. Να μη προσβληθείς. Ας μη μυγιαστείς. Όσοι θέλουν όμως ας μυγιαστούν, οι μύγες είναι φτηνές τον Ιούλιο, τον άλλο μήνα που θα είναι υπέρβαρες θα ακριβύνουν. Είναι και λυσσασμένες φέτος. Μια ρίχνεις κάτω με τη σκοτώστρα, δέκα έρχονται για να πάρουν εκδίκηση. Πας να φας μια μπουκιά γεμιστά και το μυγαριό που σε κοιτάζει προκλητικά απ’ το πιάτο είναι περισσότερο κι απ’ το ρύζι. Πιπέρια και ντομάτες γεμιστά με μύγες δε λέει, ούτε στο Σουδάν την καταδέχονται τέτοια γκουρμεδιά. Πας να πιεις την τελευταία γουλιά της μπίρας και τη βλέπεις να μπανιαρίζεται μέσα όπως η Κλεοπάτρα, περιμένοντας -καυλωμένη και σίγουρη για τις ορμόνες της- τον Αντώνιο. Μερικές είναι καμικάζι, καπνίζεις και κόβουν βόλτες πάνω στο τσιγάρο, φτάνουν ως την κάφτρα και ξανά πίσω, στην άκρη απ’ τα χείλια σου. Νικοτίνη με μυγοχέσματα μαζί. Φτηνό drug αλλά τέτοιες εποχές όλα τα ρουφάς. Δεν ξέρω πώς ξεχωρίζεις μια αρσενική μύγα από μια θηλυκιά αν δεν τις αιχμαλωτίσεις αλλά μ’ αυτές το πρότζεκτ είναι take no prisoners. Πεθαίνουν άφυλες. Καλή μύγα είναι μόνο η πεθαμένη μύγα.

Μου έλεγα λοιπόν ότι από μια ηλικία και μετά -ίσως και πριν, απλά αν δεν χρωστάς παλιούς λογαριασμούς δεν μπορείς να ξεπληρώσεις γραμμάτια στον καιρό τους- το να κάνω μεταπτυχιακό στα fb , στα τουίτερ και τα βλογς είναι σα να κυνηγάω μύγες. Μια να σκοτώσεις, εκατό θα γεννηθούν. Aν χάσεις το μέτρο θα σε καταπιούν ζωντανό τα σοσιαλμίντια κι ας ορκίζεσαι οτι δεκάρα δε δίνεις γι αυτά. Ο φίλος μου ο Καρτέσιος (ξανα)είχε δίκιο : μακριά και αγαπημένοι. Ούτε καν το αγαπημένοι είναι ζητούμενο. Το μακριά είναι. Αυτό το παιδί έπρεπε να είναι ο πνευματικός μου, αν δεν φοβόμουν -για λογαριασμό του- ότι στο τέλος θα κατέληγα η μύγα του.

Ο τίτλος είναι περίπου άσχετος με το θέμα. Ευκαιρίας δοθείσης όμως, being fifty be wise. Not a flie. Εκτός κι αν θες να γίνεις ο Lord τους.-

 

* Tom Robinson, ήδη sixty

 

 

απλές ασκήσεις σκέψης για την κρίση

-παλιά (εντάξει, πολύ παλιά) είχα κερδίσει μισή ντουζίνα κουμπαράδες από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο γιατί έγραφα μακράν τις  καλύτερες εκθέσεις για την αξία της αποταμίευσης. Στη συνέχεια το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, αλλά και κάθε άλλο τραπεζικό ίδρυμα, από μένα δεν είδαν φράγκο τσακιστό. Στα λόγια ήμουν καλός, στη διαχείριση άθλιος. Πολλούς από τους στούρνους συμμαθητές μου που με κοιτούσαν τότε με φθόνο να παίρνω από τα χέρια του δάσκαλου το χρωματιστό γυαλιστερό μεταλλικό κουτί, τους κοιτάζω εγώ με φθόνο σήμερα. Ακόμη δεν μπορώ να κατανοήσω τις βασικές οικονομικές αρχές που ορίζουν πως ακόμη κι αν δεν μπορείς να περιγράψεις με σαφήνεια και ακρίβεια sniper τι είναι η αποταμίευση (κι ακόμη περισσότερο τι είναι επένδυση), μπορείς μια χαρά να την εφαρμόσεις στην πράξη. Τι Σμιθ, τι Κέινς, τι Κρούγκμαν και τι Χάγιεκ, σκατά μάτια έβγαλα πάνω απ’ τα βιβλία, ακόμη και στον Αμάραντο να πήγαινα, περισσότερα θα μάθαινα για την πραγματική -την έκτη-διάσταση της ζωής.

-δυο μέρες πριν στο ΙΚΕΑ, ήταν Τρίτη. Τις Τρίτες τα εστιατόρια των ΙΚΕΑ γίνονται κάτι σαν άσυλο νεόπτωχων, για μια στιγμή ήμουν σίγουρος πως θα έβλεπα και κανέναν Όλιβερ Τουίστ να περιφέρεται ψάχνοντας τραπέζι να ακουμπήσει το πιάτο με τα 10 ολοστρόγγυλα σουηδικά κεφτεδάκια για τα οποία πλήρωσε 1,60€ , αρκεί να μη λιποθυμούσε από την πείνα μέχρι να αρχίσει η προσφορά. Ορφανά με κουρέλια δεν είχε αλλά είχε παγκόσμιο συνέδριο των ΚΑΠΗ, λογικό αν υποθέσει κανείς ότι αγοράζοντας δυο μικρά κέικ με ένα και τριάντα πίνεις όσους καφέδες θέλεις και πληρώνοντας ενάμιση ευρώ βάζουν μπροστά σου για πρωινό ένα πιάτο με ομελέτα, λουκάνικα και κάτι άλλο που δεν είδα γιατί δεν θέλω να χαζεύω προσφορές που αφορούν τους πτωχούς, που μαζί με τα αβγά και τα λουκάνικα καταδέχονται να πίνουν και καφέ free. Τι πίεση, ζάχαρο, καρδιά και μαλακίες, σκατά βγάζει μαλλιά η γλώσσα των γιατρών να τα λένε, αν η σύνταξη ψυχορραγεί ευρώ τσακιστό δεν δίνεις για το ουρικό οξύ και τη χοληστερίνη, δίνεις ενάμιση για να φας σαν πρόσκοπος και η ζωή είναι γλυκιά αλλά είναι και μικρή σαν φτάσεις στα εβδομηνταπέντε.

-η ώρα είναι οκτώ και τέταρτο, δένω κόμπο τη γραβάτα για να φύγω ως σωστός κυνηγός του μεροκάματου που έχει εκπαιδευθεί το μαλακισμένο να βρίσκει καινούριες κρυψώνες κάθε μέρα, αν δεν ήταν τόσο ακατάλληλες για ευφυολογήματα οι εποχές θα έλεγα πως εγώ κι αυτό είμαστε η άλλη εκδοχή του Κλουζώ και του Κάτο. Βλέπω στο γυαλί διαφήμιση Τράπεζας, «αποταμιευτικός λογαριασμός από 20€ το μήνα», ψάχνω αφηρημένος το πορτοφόλι, έχει ακριβώς είκοσι ευρώ, ή θα ανοίξω λογαριασμό ή θα βάλω αμόλυβδη με 1,63€, τέτοια διλήμματα μου τσακίζουν το ηθικό και με κάνουν να μετανιώνω διπλά που το ‘χα βάλει γινάτι ως νέος να ξημεροβραδιάζομαι με Στατιστικές ένα δυο και τρία, Πολιτικές Οικονομίες, Διοίκηση Προσωπικού & Παραγωγής και δε συμμαζεύεται, αντί να ξεκινήσω από τότε να αποταμιεύω. Έστω χρόνο. Ακόμη κι αν χρειαζόταν να παραστήσω τον Φάουστ. Ως και ο Μεφιστοφελής θα είχε σιχαθεί τη γκρίνια μου τόσα χρόνια και θα με άφηνε σήμερα ελεύθερο.