Κυριακή του Πάσχα (μια)

15_1_Hanley1_1000_420_90_c1

Δεν πιστεύω σε συμπτώσεις, σε προλήψεις, σε μαύρες γάτες. Πιστεύω όμως πως όποιο σχέδιο και να κάνεις -ακόμη και για μια ώρα μετά, για αύριο το πολύ- δεν πρέπει να μπλέκεις με ρήτρες, άστο ανοιχτό το «μετά» και υλοποιήσιμο υπό προϋποθέσεις. Δεν πάει κανείς μπροστά έτσι, θα μου πεις. Σωστό. Αλλά και το λάθος ψυχή έχει κι αυτό.

Την ώρα που εν μέσω σταυρών και μάρμαρων βλέπω τον παπά να κατευθύνεται προς το μέρος μου για κείνο το εθιμικό μεγαλοσαββατιάτικο τρισάγιο, ανακαλύπτω ο άκαπνος πως ούτε σπίρτα ούτε αναπτήρα θυμήθηκα (πάλι) να φέρω. Ψάχνω στους γειτόνους, ανοίγω τζάμια και συρταράκια, άφαντα, άδεια ή νοτισμένα όλα. Δέκα σταυρούς δεξιά ανακαλύπτω αναπτήρα που λειτουργεί, βάζω σημάδι -μετράω «ένα, δυο, εφτά, δέκα»-  για να τον επιστρέψω. Τρέχω ανάμεσα στα μάρμαρα, κοντεύω να τσακιστώ, να φτάσω πριν φτάσει ο παπάς, ανάβω κεριά, ρίχνω θυμίαμα στα καρβουνάκια, μόλις φτάνει με ρωτάει αν έχω φωτιά, δείχνω περήφανος το λάφυρο, «αφήστε το σε μένα λέει», ανάβει καρβουνάκια, ξεκινάει. Τις ψυχές των κεκοιμισμένων δούλων σου, του ψιθυρίζω κάθε φορά τα ονόματα, δι ευχών, σκύβω κάνοντας πως φιλάω το  χέρι του γλιστρώντας παράλληλα μέσα του το αντίτιμο της παρατεταμένης απουσίας μου, «καλή ανάσταση» εύχεται, φεύγει για τους επόμενους, πέντε σταυρούς διαγώνια αριστερά.

Διορθώνω τα τριαντάφυλλα (τα αγαπημένα του) στα βάζα, χαϊδεύω τα μάρμαρα (δεν τα φιλάω, ποτέ δεν σου ανταποδίδει την αγάπη σου ένα μάρμαρο), ετοιμάζομαι να φύγω μα δεν βλέπω πουθενά τον αναπτήρα. Δεν μπορώ να φύγω χωρίς να τον επιστρέψω, ανήκει εδώ. Εκεί, δέκα σταυρούς δεξιότερα. Ψάχνω, κάνω άνω κάτω τα συγυρισμένα, σκαλίζω κάτω από καντήλια, πίσω από φωτογραφίες, άφαντος. Κάτι άσχημο με τρώει αλλά όσο περνά η ώρα αμβλύνεται, είμαι ήδη στο αυτοκίνητο, στην κίνηση της πόλης, με τους ζωντανούς τριγύρω.

Tην ώρα του «Χριστός Ανέστη» βάζω ασυναίσθητα το χέρι στην τσέπη. Ο αναπτήρας είναι εκεί. Πάω να σκεφτώ «κακό σημάδι» και με επαναφέρω στην τάξη. Με μαλώνω, με μαστιγώνω δια της λογικής. Ένα μυαλό είναι, δεν τα χωράει όλα σε κουτάκια. Δεν τον θέλω μέσα στο σπίτι, επιστρέφοντας τον αφήνω έξω, στη γλάστρα με τον πεθαμένο βασιλικό. Είμαι κουρασμένος, η λογική δεν με αντέχει πια. Λίγο μετά τις δυόμιση φεύγουν οι άλλοι, συμμαζεύουμε τα απομεινάρια γρήγορα, ήταν δύσκολες οι μέρες που προηγήθηκαν, ανόρεκτα τσιμπολόγησα (τρεις μπουκιές πατάτες όλο κι όλο, ζουμιά και σάρκες δεν ήθελα ούτε ζωγραφιστά να δω), ανόρεχτα έβρεξα τα χείλια μου με μισή γουλιά κρασί, το τελευταίο που σκέφτομαι πριν κλείσω τα μάτια είναι να πάω μια βόλτα αύριο νωρίς νωρίς να αφήσω τον αναπτήρα στο σπίτι του. Χωρίς να πω τίποτε σε κανέναν, μη με περάσουν για κανένα βλαμμένο.

Όλη τη νύχτα -ποιάν όλη; τα ξέφτια της, να λες- περπατάω σε χωράφια με αγριόχορτα, αγριολούλουδα και λεβάντες, χωρίς να φτάνω πουθενά. Κι αντί να μυρίζουν άνοιξη, μυρίζουν κάτι καμμένο, φυτίλι ανάμικτο με σβησμένα κεριά και μαγειρίτσα. Φταίει το πάπλωμα που βαραίνει, σκέφτομαι για δευτερόλεπτά, φταίει και κάτι που με τρώει όσο περπατάω στα χορτάρια και δεν θυμάμαι τι. Κοιμάμαι ξύπνιος, είμαι ξύπνιος κοιμισμένος, ένα απ΄ τα δυο, και τα δυο μαζί.

Εφτά παρά,  ανοίγω τα μάτια, έτοιμος να κλείσω το ξυπνητήρι, να πετάξω τα σκεπάσματα, να τρέξω στο μπάνιο. «Ηρέμησε» μου λέει, «Κυριακή είναι, καθόμαστε και σήμερα κι αύριο, ηρέμησε, θα ξεκουραστούμε, θα χαλαρώσουμε λίγο». Νιώθω το χέρι της να ακουμπάει προστατευτικά στα μαλλιά μου, την ανάσα της στην πλάτη μου, κοιμάμαι αμέσως. Κάτι με τρώει αλλά είμαι πολύ κουρασμένος, πολύ νυσταγμένος για να θυμηθώ τι.

Όταν ξανανοίγω τα μάτια την ακούω -έξω απ΄το δωμάτιο- να μιλάει χαμηλόφωνα, δεν ακούω άλλη φωνή, άρα μιλάει στο τηλέφωνο. Λίγα συγκράτησα αλλά όσο ζαλισμένος και να ΄σαι καταλαβαίνεις τα «πότε έγινε; τι ώρα αύριο; μα τέτοια μέρα ρε γαμώτο, τέτοια μέρα; εφτά θα ξεκινήσουμε, προλαβαίνουμε, δεν προλαβαίνουμε;»  και οι παύσεις ανάμεσα στα ερωτηματικά τι σημαίνουν.

Ο ήλιος με τυφλώνει. Δεν έχω κουράγιο να σηκωθώ να τραβήξω μια στάλα τις κουρτίνες. Δεν έπρεπε να ξενυχτήσει στο σπίτι αυτός ο αναπτήρας. Δεν έχω τη δύναμη να της φωνάξω «ναι, τέτοια μέρα, ακόμη και τέτοια μέρα». Δεν ξέρω καν ποιόν -και πού- θα πάμε να αποχαιρετίσουμε.

 

…..

Advertisements

δυάρια δηλητήριο

pigeon01

 

 

Έξη βήματα στα δεξιά του, αν αποφασίσει να τα κάνει -αφήνοντας κρασί και ανοιχτήρι στο τραπέζι- βρίσκεται η ηττημένη σάρκα αυτοπροσώπως. Και το αίμα. Χλιαρό, πλέον. Ούτε καν. Σε θερμοκρασία δωματίου, που έχει βδομάδες να αεριστεί. Αν χώσει ένα δάχτυλο μέσα σ’ αυτό το αίμα (μέσα της, ενδεχομένως) δεν θα καταλάβει διαφορά θερμοκρασίας, ούτε καν υγρασία. Εκείνη τη γνώριμη που -κάποτε- τρύπωνε στο είναι του και του ‘λιωνε τα γόνατα. Μπορεί να πάει με το μπουκάλι, σηκώνοντας τη φούστα της. Για να μη ξαναβάλει τα δάχτυλά του σε δοκιμασία να σέρνονται ξοπίσω από μνήμες σαν ανάπηροι πολέμου στα χωράφια που συναντήθηκαν με τη νάρκη τους.

Δεν θα το κάνει όμως. Έχει σφηνώσει το τιρμπουσόν και δεν θέλει να την κάνει κομμάτια. Όχι τόσο, όχι σήμερα στα γενέθλιά της.

Εκείνη βγάζει μια μια τις ρέγκες από το βάζο, τις απλώνει στο πιάτο ανάμεσα σε φέτες από αγγουράκι τουρσί και κλαράκια άνηθο. Δεν τη βλέπεις μα αυτό κάνει. Αν δεν είσαι εξοικειωμένος με το θέαμα, θα νομίσεις πως έκλεψε μια γυάλα με πεθαμένα φίδια από μουσείο φυσικής ιστορίας.  Ίδια κι απαράλλαχτα μ’ αυτά τα ολοζώντανα που ζουν στο σπίτι και δηλητηριάζουν κάθε τοίχο, κάθε καρέκλα, διακόπτη, λάμπα και σεντόνι  του μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τόσα πολλά φίδια για τόσα λίγα τετραγωνικά.

Έξη βήματα πίσω και αριστερά της παλεύει με έναν φτηνό φελλό η αήττητη -θαρρεί- σάρκα αυτοπροσώπως. Και το μυαλό του. Αν χώσει ένα φίδι μέσα στο κεφάλι του (βρίσκοντας κάποιο τρόπο να βγάλει τα μάτια του, που κόβουν το δρόμο) εκείνο θα κουρνιάσει εκεί για να ξεχειμωνιάσει. Ρουφώντας όσο δηλητήριο βρει, για να ‘χει να πορεύεται όταν ξανάρθει η άνοιξη.

Δεν θα το κάνει όμως. Θα αφήσει τα φίδια ατάιστα, μήπως και σωθεί κάποια στιγμή το απόθεμα απ’ το φαρμάκι τους.

Ανάμεσά τους, τρία βήματα μακριά απ΄τον καθένα, πάνω σε ένα -λίγο κακοραμμένο στη μια γωνιά του- πατάκι αγορασμένο έξη ευρώ και σαράντα λεπτά απ’τις ευκαιρίες του ΙΚΕΑ, ζει ένας λεκές από άγραφο στιχάκι του Peter Hammill. Kαι τρία ξεφτισμένα κρόσσια από ένα σκιαχτικό βογγητό της Diamanda Galas που δεν ηχογραφήθηκε ποτέ.

 

mice or monster

tarkovsky-stalker-mystical-dog

Την Δευτέρα λίγο πριν τα μεσάνυχτα ήταν, σιγουρεύτηκε πια, η πρώτη φορά που άνοιγε το Word, στάθηκε αμήχανος μπροστά του άγνωστο για πόσο και κάποια στιγμή το έκλεισε χωρίς να συναντηθούν τα ακροδάχτυλά του με κανένα πλήκτρο. Αυτό έγινε τρεις, τέσσερις, μπορεί και περισσότερες φορές. Από κάπου το ξέρω αυτό, ας μη κοροιδευόμαστε με εύοσμες σκέψεις σκέφτηκε ψιθυριστά. Γρήγορα συνειδητοποίησε πως ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο με μια πανάρχαιη και διόλου σπάνια φυσική διαδικασία «παραλίγο» κένωσης, όταν έχεις τη δυσάρεστη αίσθηση πως κάτι τριγυρνάει αλαφιασμένο στα σωθικά σου ψάχνοντας έξοδο μα την κρίσιμη ώρα αρνείται να σε αποχωριστεί. Αφήνοντάς σε διπλωμένο, ιδρωμένο, πελιδνό, να μετράς ανάσες σαν σε τζούφια γέννα κι όταν το πάρεις απόφαση πως τίποτε δεν θα σου κάνει τη χάρη να σου αδειάσει τη γωνιά, να ξαναπέφτεις στο άλλο πλευρό περιμένοντας τις επόμενες ωδίνες.

Αυτό το «κάτι» όλο και περίσσευε, εδώ και καιρό.

Στην αρχή ήταν στριμωγμένο σε μια γωνιά. Λούφαζε. Μόλις πήγαινε να δείξει δόντια, έβγαζε εκείνος τα δικά του, του ‘δειχνε τον δρόμο για έξω, σερνόταν ως εκεί απρόθυμα, φεύγοντας το «κάτι» έκανε μια τελευταία αδέξια προσπάθεια να του πει «θα μεγαλώσω και θα σου δείξω ‘γω ποιος κάνει κουμάντο δω μέσα», δεν του ‘δινε σημασία. Ποντίκι είσαι, έλεγε. Έχω ράμματα για τη γούνα σου.

Το ένα έφερε το άλλο. Δύσκολες εποχές. Bitter θα τις πεις, sour θα τις πεις, τέτοιας ράτσας. Τα τριξίματα, τα χρατς χρουτς και τα ροκανίσματα μέσα του πλήθαιναν. Τα ΄νιωθε να τον μασουλάνε και να κόβουν μικρά μικρά κομμάτια απ’ το μυαλό του, το στομάχι του, την καρδιά του, τα πνευμόνια του, μα ποντίκια είστε, έλεγε, θα απιθώσω κάπου εδώ έξω ένα κομμάτι τυρί και θα βγείτε τρέχοντας σα λιμασμένα για να το συναντήσετε. Μετά θα μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχος, δίχως θορύβους και δόντια να τριγυρνάνε ψάχνοντας αίμα στη νύχτα μου.

Ως τα χτες έβρισκε τυρί. Άνοιγε το Word, χυμούσαν αυτά στο άδειο λευκό, το γέμιζαν, τα ‘κλεινε μέσα, τα έστελνε μετά καταπάνω σε άλλους ανυποψίαστους. Για να μπορέσει να κλείσει μάτι. Ως τα χτες.

Τώρα το λευκό απέναντί του έμενε απάτητο. Ούτε ένας τόσο δα λεκές, ένα γράμμα, μια τελεία πάνω του. Τσάμπα η φάκα, τσάμπα το τυρί. Πάγωσε στη σκέψη ότι αυτό το «κάτι» μέσα του δεν ήταν πια ποντίκια, για να βρίσκει τρόπο να τα ξεφορτώνεται, να αδειάζει, να ανακουφίζεται, να παίρνει ανάσες. Μαγικός αυλός μόνο στα παραμύθια υπήρχε. Μέσα του μεγάλωσε ένα τέρας, πιο μεγάλο απ΄αυτόν. Σαν τριάντα γεφύρια ψηλό, σαν δέκα υπερσιβηρικούς μακρύ. Αν έκανε πως βγαίνει, θα τον έσκιζε σε χίλια κομμάτια. Κι αποφάσισε να κάνει ησυχία, να βγάλει μόνος του ένα προς ένα όλα τα δόντια του για να του δείξει ότι εκείνο πια κάνει κουμάντο κει μέσα και να του χαμογελά φαφούτικα μπας και τον λυπηθεί και τον αφήσει να κοιμηθεί ένα βράδι χωρίς να διπλώνεται απ΄τον πόνο των λέξεων που γίναν σκέψεις κι αρνιόταν να τον αποχωριστούν για να πάνε να τρομάξουν κι άλλους τις νύχτες. Θαρρείς κι οι άλλοι μπορούσαν να κλείσουν μάτι, πολεμώντας με τα δικά τους τέρατα.

Αποκοιμήθηκε πλάι στην οθόνη. Τον βρήκε στις πέντε το πρωί δυο κάτια, τσαλακωμένο, με το κεφάλι ένα ίσο με το ξύλο, χυμένο στην καρέκλα. «Σήκω, πήγαινε στο κρεβάτι» του είπε, «κάθε βράδι η ίδια ιστορία, μαξιλάρι δεν ξέρεις τι θα πει».

Πέρασε από δίπλα της, σύρθηκε ως το στρώμα.

Πριν πάει να ξαπλώσει κι εκείνη, πρόλαβε και διάβασε στην οθόνη :

 

Αν βγεις ένα βράδι που δεν φυσάει πολύ, αργά, μετά τις τρεις τα ξημερώματα στο μπαλκόνι, θα ακούσεις τα χριτς χρατς από παντού ολόγυρα.  Ποτέ δεν σταματάνε.

boxing life

23339642

Να σου πω ότι όλα είναι καλά, ψέμα θα είναι. Πιο μεγάλο όμως αν σου πω ότι δεν είναι. Λεφτά, κι ας είναι ακρωτηριασμένα, μπήκαν κι αυτό το μήνα στο σπίτι. Θυμάσαι το Boxing Helena; Έτσι είναι το μηνιάτικο, σαν την Helena λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους, ζωντανό μα έκτρωμα. Αλλά δεν πειράζει, κανείς δεν λείπει και φέτος, ξαναμετρηθήκαμε για σιγουριά. Κοιμόμαστε στα κρεβάτια μας, όχι σε παγκάκια, αυτοκίνητα ή σε καναπέδες φίλων. Τα χέρια μας μπαίνουν και βγαίνουν ανενόχλητα μέσα κι έξω απ΄το πάπλωμα, δεν φιλοξενούν καμιά βελόνα μέσα στη φλέβα να τους φωνάζει «ώπα! ως εκεί». Το πρωί ακούμε το ξυπνητήρι κι όχι μια φωνή που λέει -μ΄αυτό τον ενικό της οικείας παγωμάρας- «βάλε το θερμόμετρο». Τριανταοκτώ και τέσσερα. Σκατά. Είπα θερμόμετρο, ζέστη έχουμε, εικοσιένα βαθμούς, αλλά έχουμε. Προχτές βάλαμε ενάμιση χιλιάρικο πετρέλαιο και από πίσω κάναμε ευχέλαιο -στην είσοδο της οικοδομής- για το κακό μάτι. Κατάσχεση δεν μας κάναν, ως τώρα, αν και δεν ξεχνάνε να τηλεφωνήσουν τα κορίτσια των τριακοσίων ευρώ να «υπενθυμίσουν» και ότι «η συνομιλία μας καταγράφεται». Ακούω «συνομιλία» και θέλω να τις ρωτήσω «και η συνεύρεση; κι αυτή καταγράφεται;» μα δεν είναι πρέπον να πουλάω εξυπνάδα στα κορίτσια του μεροκάματου, δικός τους είμαι κι εγώ. Τώρα που το καλοσκέφτομαι ποτέ δεν με πήρε τηλέφωνο άντρας, χαζά κολπάκια του μάρκετινγκ. Τα ΑΤΜ με βλέπουν πιο συχνά κι από τη μάνα μου. Οι γονείς ΑΤΜ έχουν πεθάνει, παλιά μοντέλα, δεν ξαναβγαίνουν. Βενζίνη μπαίνει με ρυθμούς κατοχικούς, μια φορά τη βδομάδα, άντε δύο στα μεγάλα κέφια. To please refuel αναμμένο μόνιμα, τι χαḯρι να δει με ένα δεκάρικο, τζάνκι της πλάκας το κουρσάκι. Αλλά δεν πειράζει, δυο ευρώ χαρτζιλίκι στη μικρή βγαίνει, κάθε μια, δυο μέρες. Παλιά την έπαιρνα στο κινητό να της πω -όλο ενοχές- «ξέχασα να σου αφήσω λεφτά», τώρα ανακουφίζομαι που δεν θυμάμαι καν αν άφησα. Ή που δεν θυμάμαι να πάρω τηλέφωνο. Ο μεγάλος έχει το μαγικό εικοσάρικο, αυτό που δεν τελειώνει πριν περάσει μισός μήνας. Χρυσό παιδί, αλλά δεν μας φανερώνει το μυστικό να σωθούμε μια και καλή. Φαγητό υπάρχει για όλους, κάθε μέρα. Πετάμε όλο και λιγότερο. Αλλά συνεχίζουμε να πετάμε και να ντρεπόμαστε πολύ γιατί τα περίσσια μας είναι τριάστερο Michelin για κάποιους. Και ρούχα έχουμε, καθαρά, σιδερωμένα. Καινούρια μόνο για τα παιδιά, όλο και πιο αραιά. Ο ράφτης μου με κοιτάζει με λατρεία στα μάτια όσο δεν αποφασίζω αν θα βάλω κιλά ή αν θα χάσω. Τη μικρή την αγαπάει ένας, μπορεί και τρεις. Θα υποφέρουν. Ο μεγάλος αγαπάει. Θα απελπιστεί. Οι πιο μεγάλοι καθόμαστε με τις φόρμες στους καναπέδες, μασουλάμε φιστίκια και μανταρίνια και βλέπουμε «North by Northwest». Οι έρωτες μας βαρέθηκαν και βγήκαν μια μέρα «για τσιγάρα». Δεν επέστρεψαν έκτοτε. Παπάρα Χίτσκοκ που νομίζεις ότι έκανες και ταινίες.

—-

καλοί λογαριασμοί

Σε μια φτηνή κι απελπισμένη προσπάθεια να μας αποδείξουμε ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί -στους καθρέφτες έχουμε είδωλο αλλά μπορεί να είναι αποθαμένοι και οι καθρέφτες, δεν τους εμπιστεύομαι-  καθήσαμε χτες βράδι και ψάχναμε έναν τόπο κοντινό να μας φιλοξενήσει δυο νύχτες τον Δεκέμβρη. Όπως πολύ παλιά. Ούτε πολλές βενζίνες, ούτε πολλά μεγαλεία, ένα δωμάτιο ζεστό χωρίς παραπανίσια, βόλτες στο κρύο, κρασιά και τσίπουρα πλάι σε μια ξυλόσομπα (πάει κι αυτό το φολκλόρ, σε λίγο θα πηγαίνεις σε τράπεζα και θα καίνε ξύλα, καμιά μαγεία δεν θα απομείνει στον καταραμένο τόπο), ομίχλες και δέντρα που στάζουν, ίσως κανένα παλιό ξεχασμένο φιλί μετά στο δωμάτιο, ένοχοι που αφήνουμε ακόμη ορμόνες να κάνουν έστω για μια ώρα κουμάντο στα νούμερα που μας περιμένουν πίσω.

Δυο νύχτες, ίσα ίσα ν’ αδειάσει το κεφάλι για ν’ αφήσει χώρο στα άσχημα της χρονιάς που έρχεται, διώχνε λίγο κακό για να μη στριμωχτεί πολύ Κακό μέσα σου λέγαν οι παλιοί που ξέραν κι από κακό κι από καλό κι από ξυλόσομπες.

Καθισμένοι δίπλα δίπλα βλέπαμε εικόνες και αριθμούς σ’ αυτή την χιλιοταλαιπωρημένη από e-δανικές διαδρομές και ψεύτικα μακρινά ταξίδια οθόνη. Απελπιστήκαμε τριγυρνώντας, αυτή η χώρα έχει ωραίες γωνιές αλλά συνεχίζει να μην έχει μέτρο, εκτός κι αν (τι αν, σίγουρα) τα δικά μας μέτρα στενέψαν κι άλλο. Ξάφνου μια εικόνα ταίριαξε ωραία με έναν μικρό αριθμό, είπαμε με λαχτάρα «να, εδώ!», μετρήσαμε μετά τα χιλιόμετρα ως το «να, εκεί», μη ξεχάσεις και τα διόδια είπε, υπολογίσαμε με την παραμικρή λεπτομέρεια κάθε λογαριασμό ευζωίας, από το τσίπουρο με μεζέ ως το ζεστό κρασί σε πλαστικό στα όρθια (σαν αυτοσχεδιάζεις όρθια όλα είναι πιο βατά) κι από τον πρωινό καφέ που αν προβλεπόταν μόνο γαλλικός στη χρέωση του πρωινού μ΄αυτόν θα πορευόμασταν, αν βρίσκαμε έξω ελληνικό με ένα ευρώ θα τολμούσαμε κι αυτή την αποκοτιά, μέχρι κάποια ξεχασμένη κι απ’ το Θεό κι απ’ τον Στουρνάρα ταβέρνα θα υπάρχει -σκεφτήκαμε ριγώντας από την παράνομη σκέψη- που να βγάζει δυο πιάτα φαγητό και μια σαλάτα με μονοψήφια χρέωση.

Όσο μιλούσε -με περίσσιο ενθουσιασμό- ο ένας, ο άλλος έκανε το Casio. Σε λιγότερα από δέκα λεπτά αποφασίσαμε ότι κι αυτόν τον Δεκέμβρη θα καθήσουμε εδώ, που είναι άλλο από το «να, εδώ!» και πολλά χαμόγελα -και διόδια, εντάξει- μακριά από το «να, εκεί».

Τετρακόσια ευρώ χρειάζονται, είπε πικραμένη. Δεν περισσεύουν, με άλλα διακόσια πληρώνουμε φροντιστήρια, νερά και το τηλέφωνο. Και πάλι καλά να λέμε, με τόσο αίμα που χύνεται εκεί έξω.

Και πού να τα βρω τα άλλα διακόσια; τη ρώτησα όσο πιο χαμηλόφωνα μπορούσα, μην ακούσουν τα παιδιά και ξαναβγούν -βαριά ξεφτίλα- για κάλαντα κοτζάμ θηρία πια. Και πληγωθούν -σιγά μην- που όχι πόρτα αλλά ούτε ψυχή θ’ ανοίξει φέτος.

Μήπως να μη πηγαίναμε τέσσερις νύχτες αντί για δυο; απάντησε και είδα το κουρασμένο πρόσωπό της να φωτίζεται.

Στο λέω, αν υπάρχει αγάπη και συνεννόηση σε ένα σπίτι, όσο Κακό και να στριμωχτεί απρόσκλητο, μια γωνιά σε έναν καναπέ για να κάνεις e-δανικές διαδρομές και μακρινά ταξίδια σε οθόνες θα υπάρχει πάντα. Αποφασίσαμε ότι του χρόνου το Δεκέμβρη δεν θα πάμε για δέκα νύχτες και πέσαμε για ύπνο ανακουφισμένοι. Δεν τόλμησα να γυρίσω να δω τα μάτια της.

—-

 

It’s payback time punks

Στο νοσοκομείο, πανεπιστημιακό, στη γειτονική πόλη. Το ταμείο έχει εβδομηνταδυο χιλιάδες ευρώ, that’s it. Οι προμηθευτές γύρισαν την πλάτη. Oι γιατροί σήκωσαν μανίκια. Μα χίλιους όρκους να κάνεις σε όλους τους Ιπποκράτηδες του κόσμου, ακόμη και με το διάβολο να συμμαχήσεις (ο Θεός έχει πάρει ρεπό διαρκείας σ’ αυτή τη χώρα) χίλιοι ένας θα πάνε άκλαφτοι. Το δικαίωμα να πεθάνεις με την ελάχιστη δυνατή αξιοπρέπεια έχει ανασταλεί επ’ αόριστον. Θα πεθάνεις με πίκρα ατελείωτη που θα γίνει διπλή γιατί δεν θα κατορθώσεις πεθαίνοντας να σώσεις από τον αναλφαβητισμό -ή από γαστρεντερίτιδα-  ένα εννιάχρονο στο Νίγηρα. Ούτε έναν σοβαρό ακτιβισμό θανάτου μπορείς να επιχειρήσεις.

Kυριακή πρωί, μετράς αποδείξεις, μια μια, όσο ψήνονται οι πατάτες και τα μπιφτέκια, ψήνεσαι κι εσύ. Τις καταχωρείς, μια μια. Ένας στους τρεις θα είναι άνεργος πριν τελειώσει το 2012. Διακόσια ευρώ μείον από πέρυσι τον Οκτώβριο, αυξημένη παρακράτηση φόρου. Άλλα τετρακόσια μείον  από τον Απρίλιο, είτε ο Βενιζέλος σε κάρφωσε στους τροικανούς είτε ο Δασκαλόπουλος, τι σημασία έχει πλέον αν έβαλε ο Αρτέμης Μάτσας ή ο Δήμος Σταρένιος το πλην στην αφαίρεση. Ένας στους τρεις θα είναι άνεργος πριν τελειώσει το 2012. Κάνει ρεύμα, μια απόδειξη ξεφεύγει, τη μαζεύεις απ’ το πάτωμα, αμόλυβδη, 70 ευρώ, τη βάζεις δίπλα σε μια άλλη που λέει Χόντος σέντερ 26 ευρώ, πάνω σε μιαν άλλη που γράφει νάικ φάκτορυ άουτλετ 18 ευρώ. Όλα τα γούστα εδώ πληρώνονται, καταχωρημένα ένα ένα. Ένας στους τρεις θα είναι άνεργος πριν τελειώσει το 2012. Τελειώνεις με τις καταχωρήσεις, συμπληρώνεις άδεια τετράγωνα, πληκτρολογείς αριθμούς, κάνεις save, πατάς enter, κοιτάς την οθόνη. Βλέπεις ένα ερείπιο που μοιάζει ντεκόρ απ’ το Στάλκερ μα απ’ το -χωρίς τζάμι- παράθυρο μπαίνει ήλιος, άμμος, ζέστη, σαράντα υποσαχάρια μαυράκια στριμωγμένα σε δέκα μισοδιαλυμένα θρανία σε κοιτάζουν χαμογελαστά, με ευγνωμοσύνη. Μόλις τους χάρισες ένα καινούριο κουτί με κιμωλίες που κοστίζει ενάμιση χιλιάρικο αλλά χαλάλι.

Πρωί, στη διαδρομή για τη δουλειά. Κάνει κρύο, βρέχει επί μια βδομάδα, κάθε μέρα, βγαίνει ο Μάιος και οι άνθρωποι κυκλοφορούν ακόμη με χοντρά μπουφάν και βλέμμα μουσκίδι, πάω στοίχημα πως αν έρθει ο Αύγουστος μπορεί να βγουν τα πανωφόρια αλλά μάτια δεν στεγνώνουν όσο κι αν τα απλώσεις στον ήλιο . Μετράω κλειστά μαγαζιά από τη στροφή μέχρι τα φανάρια, εφτά σε εκατό μέτρα. Ένα κάθε 14,285 μέτρα. Στον από κάτω δρόμο είναι ένα κάθε 6,523. Όταν η διαίρεση βγάλει αριθμό μικρότερο από το 3, τότε κάποιοι, κάπου, ίσως στη Niamey, ίσως στο Βερολίνο, ίσως στη Washington, θα ευημερήσουν. Αυτό λένε τα εγχειρίδιά τους, αυτό λέω κι εγώ, δεν μπορώ να σκεφτώ πολύπλοκα πριν πιω καφέ, ας είναι και άθλιος.

Συζητάμε χτες βράδι, μπαινοβγαίνοντας στο μπαλκόνι για να καπνίσουμε, είναι ωραίο να καπνίζεις έξω όταν βρέχει, με ένα φούτερ στους ώμους, ακούς τις ψιχάλες, ακούς τον καπνό, μερικές φορές -αν δεν επιμένεις να μιλάς, γιατί να μιλάς όμως; – μπορεί ν’ ακούσεις και την καρδιά σου την ίδια γιατί πάει καιρός πια που δεν είναι απασχολημένη με αλλότρια και δεν παίρνει τους δρόμους για να βρει άλλες της ράτσας της. Λούφαξε και καλά έκανε. Mου βάζει μπίρα με αφρό, «μήπως θες κρασί;», «όχι, καλή είναι η φιξ, άλλωστε μπαίνει Ιούνιος σε λίγο, καλοκαιριάζει», πιάνουμε μια γωνιά στο μπαλκόνι, εκεί που μπάζει λιγότερο, κανείς δεν μιλάει, μόνο ένα «όμορφα είναι» που και που, μεγάλο ψέμα, εθιστήκαμε στις ψευτιές γιατί είναι πάρα πολύ άσχημη η αλήθεια, τίποτε δεν είναι όμορφο βράδυ Κυριακής όταν βρέχει και το θερμόμετρο δεν λέει να ξεκολλήσει απ’ το 14.

Μετά μπαίνουμε μέσα. Τα πιάτα μπροστά μας μένουν ανέγγιχτα, ντρέπομαι να φανώ αγενής, κόβω μια μπουκιά απ’ το ψωμί και απλώνω το χέρι μου να πάρω ένα κομμάτι κασέρι. Εκείνη μου λέει για το πεντάχρονο μιας κοινής μας γνωστής που είχε ζαλάδες και πόνους στο κεφάλι. Μου λέει πως το πήγαν για μαγνητική. Μου λέει πως βγήκαν τα αποτελέσματα. Μου λέει. Αφήνω τη μπουκιά στο πιάτο, ξαφνικά δεν έχω όρεξη για τίποτε παρά μόνο να φύγω τρέχοντας για το σπίτι, να αγκαλιάσω τα παιδιά. Γιατί μερικές φορές είναι πάρα πολύ όμορφο ένα βράδι Κυριακής που έξω βρέχει, το θερμόμετρο δεν λέει να ξεκολλήσει απ’ το 14 και εσύ μπορείς να πας στα δωμάτιά τους, να τους χαϊδέψεις τα μαλλιά και να τους πεις με σίγουρη φωνή, χαμογελαστός, σαν βράχος του σπιτιού «μη φοβάστε τίποτε, εγώ πλήρωσα τους φόρους για όλους μας και θα ξαναπληρώσω όσες φορές χρειαστεί». Ελπίζοντας πως δεν θα χρειαστεί να κάνουν μαγνητική στην ψυχή μου γιατί θα γίνουν κομμάτια μ’ αυτό που θ’ αντικρίσουν.

Μέσα σ’ αυτό το ζόφο ψάχνω να βρω τι έκανα λάθος. Και τι λάθος μπορώ να κάνω για να το διορθώσω, μια κι έξω. That’s right.

μια πολύ διδακτική ιστορία

Λοιπόν, ήταν κάποτε ένας βοσκός που είχε ένα κοπάδι με αρκετά πρόβατα και ένα μαντρί έξω από το χωριό του. Κάθε πρωί, οδηγούσε τα πρόβατα σε ένα καταπράσινο λόφο κοντά στο μαντρί και τα άφηνε να βοσκήσουν με την ησυχία τους.

Συνήθως περνούσε την ώρα του παίζοντας με τα mpτρία του , αλλά να που μία μέρα τα ξέχασε στο μαντρί. Μην έχοντας τι να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μία φάρσα στους συγχωριανούς του. Ανέβηκε λοιπόν σε ένα βράχο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρων τα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια.» Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ότι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν να βοηθήσουν τον βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημα τους. Ξύπνιος.

Ο βοσκός, όπως φαίνεται, το βρήκε πολύ αστείο αυτό που έκανε, αφού το επανέλαβε κάνα δυο φορές ακόμα και κάθε φορά οι συγχωριανοί του έτρεχαν οι ψυχοπονιάρηδες να τον βοηθήσουν. Να όμως που μια μέρα, μια αγέλη πεινασμένων λύκων όρμησαν στο κοπάδι του βοσκού και άρχισαν να το ξεκληρίζουν. Τρομαγμένος ο βοσκός έβαλε τις φωνές και καλούσε σε βοήθεια: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρων τα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια.» Κανείς όμως δεν πήγε να τον βοηθήσει αφού όλοι νόμιζαν ότι για άλλη μια φορά ήθελε να γελάσει μαζί τους. Ψυχοπονιάρηδες αλλά όχι αχμάκηδες.

Εκείνη την φορά οι μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι. Βρήκαν πρώτης τάξεως φαγητό, αυτό που βρήκαν τέλος πάντων, και το έφαγαν με την ησυχία τους. Μόνο ένας άνθρωπος εκεί κοντά κάτι φώναζε αλλά όπως είναι γνωστό οι λύκοι δεν γνωρίζουν την ανθρώπινη γλώσσα για να καταλάβουν τι έλεγε και έτσι συνέχισαν ανενόχλητοι το φαγητό τους μέχρι που δεν έμεινε κόκκαλο άγλυφτο.

 

 

(μια, δυο, τρεις, στο τέλος οι λύκοι έχουν πάντα δίκιο)