η ιστορία μιας γκαρσονιέρας

26593013

Ήθελα να βγάλω πλυμένα-άπλυτα στη φόρα σήμερα. Όλα τα παρτάλια στο μεϊντάνι, που ‘λεγε η γιαγιά μου. Έτσι, για τους αργόσχολους ιστορικούς του μέλλοντος όταν εξαντλήσουν κάθε τι άλλο ασόβαρο και καταπιαστούν με τα λιμά για να σκοτώσουν την ώρα τους, εν είδει πασατέμπο. Μα σκέφτηκα ότι κανέναν δεν νοιάζουν τα νούμερα, ούτε πόσοι μπήκαν εδώ μέσα, ούτε πόσοι διάβασαν, ούτε ποια διάβασαν, ούτε πότε. Ιούλιο, μεσάνυχτα, καταμεσήμερο, ανήμερα Χριστούγεννα, ποια σημασία έχει;  Kαι εγκατέλειψα την κρυφοματαιόδοξη σκέψη αμέσως. Οι άνθρωποι δεν είναι νούμερα, ουδέποτε ήταν. Ούτε ξεφόρτωμα χύμα στην πλάστιγγα, μήτε τσουβάλιασμα τους αξίζει.

Η ιστορία ξεκίνησε Μάρτιο του 2011. Μετακομίζοντας από μια μεζονέτα που νοίκιαζα, σε μια γκαρσονιέρα που πήρα με δάνειο. Με μισή καρδιά, ομολογώ. Στο πέρα καθημερινά επισκέψεις, το σπίτι στιγμή δεν έμενε άδειο, καθάριζες αποτσίγαρα και σε τρία λεπτά βουνό οι νέες στάχτες. Εδώ στην αρχή φορούσα τα καλά μου κι άναβα τσιγάρο, περιμένοντας μπας και ακούσω θόρυβο στην εξώπορτα. Μάταια. Τα τασάκια πεντακάθαρα. Αεροδρόμια οι καναπέδες. Ανέγγιχτα τα ποτήρια.Πονούσε η ψυχή μου με τόση παστράδα.

Κάποια σημαδιακή στιγμή -Απρίλιος του 2011- χτύπησε το κουδούνι και μου κόπηκαν τα γόνατα. Ο μικρός θεούλης μου (1) στεκόταν μπροστά μου. Αυτοπροσώπως. Με κεράσματα στο χέρι. Μετά ήρθαν ένας ένας κι άλλοι Μικροί Ήρωες (2) στους οποίους όχι μόνο βλέμμα δεν κατόρθωνα ως τότε να σηκώνω μα ούτε και λέξη να απιθώσω στα κατώφλια τους. Και κατάλαβα πως ακόμη και με ένα παλιοπαντέλονο κι ένα μπλουζάκι να ΄σαι ντυμένος, αν ο άλλος βολεύεται να διαβάζει το παραμύθι του (που είναι ολωνών μας) στον -φτηνό, στενό μα και ευρύχωρο- καναπέ σου, θα ‘ρθει. Τα υπόλοιπα είναι μια συνηθισμένη -και πολυπαιγμένη- ιστορία. Όπως ότι κάποια ωραία μέρα του Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς είπα αυλαία, χωρίς καλά καλά να ξέρω τι ακριβώς έκανα πάνω στη σκηνή (ή μέσα στη γκαρσονιέρα, εν προκειμένω) άξιο τέτοιας μεγαλόσχημης δήλωσης. Πρακτικά δεν έκανα τίποτε περισσότερο απ’ το να βλέπω τις λέξεις να περνούν. Άλλες καθόντουσαν για λίγο, άλλες αδιαφορούσαν για την ύπαρξή μου επιδεικτικά, άλλες έμεναν. Οι πιο κουρασμένες. Αλλά μ’ αυτές τα πήγα καλά. Τις μεταχειρισμένες, τις δεύτερες, τις παρακατιανές. Ήταν, και είναι ως τα σήμερα, καλή παρέα τις ώρες που το ταβάνι γλυκοκοιτάζει το πάτωμα ή τα ουφ σκαλίζουν τα σωθικά για ν’ ανοίξουν τρύπα να δουν τι γίνεται στον έξω κόσμο.

Παρά τις απιστίες μου, σε ντουβάρια φτηνά και ακριβά, μερικές δεν με εγκατέλειψαν. Ξέρουν ότι ακόμη κι όταν κάνω μέρες να φανώ στο σπίτι, εκεί ξαναγυρνάω. Ακόμη κι όταν εξαφανίζομαι χωρίς να τους πω κουβέντα, πάλι θα βρουν παρέα για να ανταλλάξουν δυο ματιές, η γκαρσονιέρα πια σπάνια ως ποτέ μένει άδεια από ευγενικούς ανθρώπους που τα αφήνουν όλα τακτοποιημένα όταν σβήνουν το φως και φεύγουν. Γιατί επιμένουν αυτές οι λέξεις να μένουν μέσα, περιμένοντας ν’ ακούσουν κλειδί στην πόρτα, δεν το ‘χω καταλάβει ακόμη. Προκοπή με μένα δεν θα δουν, το γνωρίζουν. Μα κακός μαζί τους δεν θα γίνω ποτέ, κι αυτό το ξέρουν. Έτσι θα συμβιώνουμε μαζί, χλιαρά, ήσυχα, ήρεμα, ως το τέλος.

(All characters appearing in this post -1 & 2-  are flesh & blood. Any resemblance to real persons, living, dead or living dead, is not coincidental at all)