where’s Danny Torrance now?

 

31978128

 

Χτες βράδυ χασμουριόμασταν βλέποντας τον ζουμπά τον  Ίθαν Χαντ και βάλαμε τη «Λάμψη». Δέκατη πέμπτη φορά και ξανανατρίχιασα -κάποιες στιγμές- με τον παλαβό. Σήμερα το πρωί ο δρόμος μου ήταν έξω από σχολείο, πάγωσα βλέποντας την αυλή να γεμίζει. Τριανταέξη χρόνια πέρασαν και πάλι το τιμόνι κόντεψε να μου φύγει απ΄ τα χέρια, έφυγα στο πεζοδρόμιο (έχουμε πολλα χαμηλά πεζοδρόμια σ’ αυτή την άσχημη πόλη μα ούτε ένα ενδιαφέρον πάρκο για να χαθείς στα σωθικά του), μια γριά -που δεν είχε σαπίσει ακόμη- γλίτωσε στο τσαφ. Μετά αντί να με καταραστεί, γελούσε σα σεληνιασμένη κουνώντας πέρα-δώθε τα χέρια της, ευτυχώς ντυμένη. Ήταν που ήταν τρομαχτικές οι γριές, τις αποτελειώσαν με τις συντάξεις. Οι τρίχες μου ακόμη αρνούνται να ηρεμήσουν, πρέπει να χαράξω διαδρομές που δεν περνάνε έξω από σχολεία.

Είδα την ευγενική καθαρίστρια στον διάδρομο. Σήμερα σφουγγάριζε μόνη. Ρώτησα -από ενδιαφέρον- τι κάνουν τα χαριτωμένα κοριτσάκια της. Είπε ότι σήμερα έχουν αγιασμό στο σχολείο. Σκέφτηκα «καλύτερα τσεκούρι». Από μέσα μου. Της είπα «χαιρετισμούς στον Ντέλμπερτ», δεν ξέρω πως μου ‘ρθε, λάθος κοινωνικότητα. Αν κρίνω από το απελπισμένο βλέμμα της, μάλλον πρέπει να ψάχνουμε καινούρια καθαρίστρια από αύριο.

Πηγαίνοντας προς το ασανσέρ, είδα πως ήταν σταματημένο στο 2.  Εκεί που δεν ζει κανείς. Τώρα που το ξανασκέφτομαι και το 237 στον δεύτερο ήταν. Κάποιος, θυμάμαι, μου εκμυστηρεύθηκε ότι ο παπάς στο μοναστήρι στο βουνό κάνει καλούς και εγγυημένους -για τρία χρόνια- εξορκισμούς. Ποιος κάθεται όμως να ψάχνει κίτρινο σκαραβαίο για να φτάσει ως εκεί πάνω. Με κορεάτικο χιλιάρι δε νομίζω να γίνεται σωστή δουλειά.

Να ορίσω μια συνέλευση οικοδομής για το Σάββατο το απόγευμα. Τα μάρμαρα στους διαδρόμους είναι πολύ βαρετά και πολύ μικροαστικά πλέον. Τύπωσα και θα τους δείξω τη μοκέτα του Overlook. Εύχομαι να τους πείσω να αναβαθμισθούμε.

Ελπίζω όταν γυρίσω σπίτι κατά τις έξη να λείπει η -πολύ πιο όμορφη- Γουέντι μου. Ο Ντάνι είπε ότι θα πάει για sreeb με τον Τόνι. Eυκαιρία να μπορέσω να γράψω μισό κεφάλαιο ανενόχλητος. Μια παράγραφο, έστω. Δέκα λέξεις. Πέντε. Τσάμπα ρεύμα καίει ο καταψύκτης.

Κάπου είχα κρυμμένο ένα μπαλάκι του τένις.    Ίσως να’ταν και του μπέιζμπολ.  Ντουβάρια υπάρχουν.

 

#

Advertisements

δυο συγχωνευμένες ιστορίες

Χωρίς Οικογένεια

Ένας κακός και μύωπας λαθροκυνηγός σκότωσε μια νύχτα, με πανσέληνο στο Instagram, τη μαμά του Μπάμπι με μια Bennelli-Rassaello, περνώντας την για φραγκόκοτα. Της άνοιξε μια τεράστια τρύπα στο κεφάλι, ίσα με μια ομπρέλα θαλάσσης. Ο Μπάμπι είπε «δεν πειράζει, θα ζήσω με τον μπαμπά μου». Ο μπαμπάς του όμως είχε άλλα σχέδια -αφού δεν του ‘δινε χάπια ο ΕΟΠΥΥ για να γλιτώσει την κατάθλιψη- και στα σαράντα της γυναίκας του έφτιαξε μια πολύ ωραία θηλιά σταυρόκομπο και κρεμάστηκε πάρα πολύ απελπισμένος και πικραμένος από μια ροδακινιά. Ο Μπάμπι είπε «thats life, δε γαμείς, θα ζήσω με το θείο μου». Η θεία του όμως είχε -κι αυτή- άλλα σχέδια και κάρφωσε του άντρα της ένα μαχαίρι ίσα με τριανταπέντε πόντους στο πάγκρεας γιατί είχε υπόνοιες (δικαίως) πως την απατούσε παρά φύση και κατά φύση με την οχιά τη μακαρίτισσα την αδερφή της. Ο Μπάμπι είπε με μάτι που γυάλιζε «θείτσα, τα δυο μας τώρα» και η θείτσα έπεσε στα ψυχοφάρμακα -αφού της έδινε χάπια με το ντουρβά ο ΕΟΠΥΥτζής της γειτονιάς που την γούσταρε- γιατί ήξερε κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη τι κουμάσι είναι ο Μπάμπι…

Εφιάλτης στο δρόμο με τα ροδάκινα

Ο κακός και μύωπας λαθροκυνηγός που είχε σκοτώσει εξ αμελείας τη μαμά του Μπάμπι σε μιαν άλλη ιστορία, μόλις έμαθε το φριχτό τέλος που περίμενε τη θεία του ορφανού, δεν άντεξε τις τύψεις και κρεμάστηκε -κι αυτός- από μια ροδακινιά. Δυο μέρες μετά κρεμάστηκε σε μια γειτόνισσα ροδακινιά και η αγαπημένη πιστή  του καραμπίνα Bennelli-Rassaello που ήταν αδύνατον να ζήσει χωρίς το γκαβό αφεντικό της.

Εκείνη τη χρονιά, οι παραγωγοί ροδάκινων απελπισμένοι πλέον από τα νέα αυτά παράξενα φρούτα που βρίσκαν κάθε τρεις και λίγο πάνω στα ωραία δέντρα τους, αποφάσισαν να αλλάξουν επάγγελμα και να ανοίξουν «αγοράζω χρυσό». Ο πρώτος τους πελάτης ήταν το μαλακισμένο ο Μπάμπι που κουβάλησε τα χρυσά δόντια απ’ όλο του το σόι, τα γιορντάνια της μάνας του, το συλλεκτικό ρόλεξ «Άθενς 1896» του θειού του και τον μεγαλόσταυρο της θείτσας του. Ο μπαμπάς του όχι ρολόι, όχι καδένες, όχι χρυσό, στον ήλιο μοίρα δεν είχε.

Γι’ αυτόν τον μπαμπά καμιά ιστορία δεν γράφτηκε. Ούτε συγχωνεύτηκε. Την κλείσαν πριν καν ανοίξει.

≈  ≈ ≈

what if we live to be fifty *

Αυτό που θα πω στο τέλος είναι χλιαρή παραίνεση σε μένα, δεν αφορά τρίτους. Να μη προσβληθείς. Ας μη μυγιαστείς. Όσοι θέλουν όμως ας μυγιαστούν, οι μύγες είναι φτηνές τον Ιούλιο, τον άλλο μήνα που θα είναι υπέρβαρες θα ακριβύνουν. Είναι και λυσσασμένες φέτος. Μια ρίχνεις κάτω με τη σκοτώστρα, δέκα έρχονται για να πάρουν εκδίκηση. Πας να φας μια μπουκιά γεμιστά και το μυγαριό που σε κοιτάζει προκλητικά απ’ το πιάτο είναι περισσότερο κι απ’ το ρύζι. Πιπέρια και ντομάτες γεμιστά με μύγες δε λέει, ούτε στο Σουδάν την καταδέχονται τέτοια γκουρμεδιά. Πας να πιεις την τελευταία γουλιά της μπίρας και τη βλέπεις να μπανιαρίζεται μέσα όπως η Κλεοπάτρα, περιμένοντας -καυλωμένη και σίγουρη για τις ορμόνες της- τον Αντώνιο. Μερικές είναι καμικάζι, καπνίζεις και κόβουν βόλτες πάνω στο τσιγάρο, φτάνουν ως την κάφτρα και ξανά πίσω, στην άκρη απ’ τα χείλια σου. Νικοτίνη με μυγοχέσματα μαζί. Φτηνό drug αλλά τέτοιες εποχές όλα τα ρουφάς. Δεν ξέρω πώς ξεχωρίζεις μια αρσενική μύγα από μια θηλυκιά αν δεν τις αιχμαλωτίσεις αλλά μ’ αυτές το πρότζεκτ είναι take no prisoners. Πεθαίνουν άφυλες. Καλή μύγα είναι μόνο η πεθαμένη μύγα.

Μου έλεγα λοιπόν ότι από μια ηλικία και μετά -ίσως και πριν, απλά αν δεν χρωστάς παλιούς λογαριασμούς δεν μπορείς να ξεπληρώσεις γραμμάτια στον καιρό τους- το να κάνω μεταπτυχιακό στα fb , στα τουίτερ και τα βλογς είναι σα να κυνηγάω μύγες. Μια να σκοτώσεις, εκατό θα γεννηθούν. Aν χάσεις το μέτρο θα σε καταπιούν ζωντανό τα σοσιαλμίντια κι ας ορκίζεσαι οτι δεκάρα δε δίνεις γι αυτά. Ο φίλος μου ο Καρτέσιος (ξανα)είχε δίκιο : μακριά και αγαπημένοι. Ούτε καν το αγαπημένοι είναι ζητούμενο. Το μακριά είναι. Αυτό το παιδί έπρεπε να είναι ο πνευματικός μου, αν δεν φοβόμουν -για λογαριασμό του- ότι στο τέλος θα κατέληγα η μύγα του.

Ο τίτλος είναι περίπου άσχετος με το θέμα. Ευκαιρίας δοθείσης όμως, being fifty be wise. Not a flie. Εκτός κι αν θες να γίνεις ο Lord τους.-

 

* Tom Robinson, ήδη sixty