ένα -κάπως απρόθυμο- καλωσόρισμα

september_road_by_noisecraft-d5dzx48

 

Βγάζοντας απ’ το μυαλό και το διάβα σου μια σειρά «αν δεν» (που σ΄αναγκάζουν να λοξοδρομείς, ν’ αλλάζεις μονοπάτι ή να κοντοστέκεσαι αλαφιασμένος ώσπου να το πάρεις απόφαση ότι πίσω δεν έχει), αυτοί οι δυο μήνες που έπονται μπορεί και να ‘ναι η ωραιότερη διαδρομή.

Αν δεν σου κλείνουν το δρόμο λόφοι λογαριασμών που άξαφνα γίνονται βουνά απροσπέλαστα, μικρά και μεγάλα παιδιά σε κλειστά ή ανοιχτά σχολειά, μέρες που το φως κλείνει την πόρτα πίσω του απ’ τις πέντε το απόγευμα (μερικές φορές που τα σύννεφα το τρομάζουν φεύγει και νωρίτερα), τζούφιες αργίες που δεν σε υπολογίζουν μέσα τους, σαββατοκύριακα που περνάνε σαν TGV μπρος απ΄τα μάτια σου. Αν δεν σ’ ενοχλεί ότι ψάχνεις στην αρχή το σεντόνι (και μετά τις λινές κουβέρτες, πριν υποταχθείς στα παπλώματα) τις νύχτες και κάτι να ρίξεις στους ώμους για προστασία νωρίς το πρωί ή αργά το βράδι. Αν δεν νοτίζει το μέσα σου η πρώτη βροχή που δεν μοιάζει καλοκαιριάτικη και σε στέλνει για στέγνωμα στην απλώστρα που φιλοξενεί τις –έτοιμες για αποκαθήλωση στο πατάρι της ντουλάπας- πετσέτες που ξάπλωσαν πλάι σε θάλασσα και γυμνό δέρμα και φέτος. Λίγο ή πολύ, ξάπλωσαν πάντως. Δεν το λες και λίγο για μια ταπεινή πετσέτα αυτό.

Ως και οι μούζικες ακούγονται αλλιώς. Έρχονται με κάλτσες, πουλόβερ και χοντρά παπούτσια , δύσκολο να σε πείσεις μετά να ξεγυμνωθείς μπροστά τους.

Μια στοίβα από «αν δεν», κάθε χρόνο -τέτοιαν εποχή- εκεί. Κι εσύ πάλι στο δρόμο, απέναντί τους. Ή αυτά απέναντί σου, όπως το δεις. Αλλά στο δρόμο, ξανά. Που μπορεί να μη μοιάζει στάλα μ΄αυτούς τους ωραίους κιτρινοκόκκινους φιδίσιους που ποζάρουν φιλάρεσκα σε αφίσες και σε screensavers και σε εικονίτσες καρφιτσωμένες πάνω σ’ ευαίσθητους τοίχους στο φέισμπουκ. Πιο πιθανό να είναι ένας μουντός μονόχρωμος, μα είναι δρόμος που περπατάς πάνω του, ακόμη ένα φθινόπωρο. Δεν το λες καθόλου λίγο αυτό.

skrik

25086458

 

Πάει να πει -έτσι διάβασα κάπου- «κραυγή». Στα δανέζικα ή στα νορβηγικά, δεν το ‘χω σίγουρο. Λόγω Munch θα ψήφιζα δυο μα δεν τον αντέχω τον πολύ εξπρεσιονισμό, ίσως μόνο ερασιτεχνικά κι ατσούμπαλα στη γραφή. Λίγο. Αυτές οι ανασκαφές ατέλειωτες είναι, όσο πιο μαύρο συναντάς στο δρόμο μέσα σου, τόσο το βάζεις γινάτι να βρεις άλλες είκοσι, τριάντα αποχρώσεις του. Αν δεν έχεις εμπιστοσύνη στο κουρασμένο μάτι σου, βουτάς το δάχτυλο στη μαυρίλα. Τον μικρό, όχι τον δείκτη. Ο δείκτης δείχνει λιγούρα, αχορτασιά. Δοκιμάζεις ώσπου να ΄βρεις το σωστό μαύρο, χώνεις μέσα, φέρνεις στο στόμα, γεύεσαι, μια, δυο, τρεις, πολλές φορές. Μέχρι να σκιαχτείς, να πεις «φτάνει» και να τρέξεις να ξεπλυθείς. Με ο,τι βρεις πρόχειρο. Ή με όποιον βρεις αδύναμο. Και -για αδιευκρίνιστους λόγους- πρόθυμο, ίσως.

Ήρωες αναγνώστες των βλογς, ήρωες. Angst eaters…

Απρίλιος 2013, κοντεύει. Σκάλιζα τις προάλλες τα ράφια πίσω απ’ την πλάτη μου. Σκάλιζα και απορούσα με όσα έβρισκα. Ειδικά με κείνο το «recorded and remixed during scattered days of April 1983». Τριάντα χρόνια πριν, Fill Feel φωνή, κιθάρα, πιάνο. Ο Harry μπάσο και ο Bang στα ντραμς. Σήμερα θα ΄λεγα «πλάκα μου κάνετε αγόρια, ναι;». Tότε ακόμη και οι Birthday Party των πτωχών, ακόμη και τιτλάκια κλεμμένα απ΄τον Iggy με συγκινούσαν. Δεν ξέρω αυτοί τι απογίναν, εδώ και αιώνες όμως ζούμε σε διαφορετικά παραμύθια. Έκανα χτες μια τελευταία απελπισμένη απόπειρα να βάλω τη βελόνα πάνω στο Αlice in Sufferland και ξανάβαλα το βινύλιο στη μαύρη θήκη του -και μετά όλο μαζί μέσα στα μαύρα σκοτάδια στο ράφι- μέσα σε ένα λεπτό. Ούτε καν σε διαφορετικά παραμύθια, σε διαφορετικά δάση ζούμε. Φεύγοντας για το δικό μου ξέφωτο όμως, πρόλαβα και πήρα μαζί το στριφογυριστό μπασάκι απ’ το Imitation of the real. Μόνο αυτό, χάρισμά τους τα υπόλοιπα. Τι τάισα τ’ αυτιά μου θέ μου, με τι τα ξεγέλαγα πάνω στη σχεδία, στη διαδρομή για τη Μεγάλη Σιωπή.

Ψέματα είπα για το ξέφωτο. Σε μια faraway beach κυλιέμαι χρόνια, σαν αποθαμένος και ξεπουπουλιασμένος γλάρος, σα μια άνυδρη μπάλα από βρωμερά φύκια, ψευτοσφούγγαρα, πλαστικά σακκούλια κι άμμο, σα καύκαλο από μια σουπιά που έχασε ξάφνου το μελάνι και τη σάρκα της πριν προλάβει να συναντηθεί με το καλοκαίρι που ερχόταν με φόρα απ’ τον ορίζοντα που γυάλιζε. Όσο μαύρο και να ρίξεις πάνω σου ή ξοπίσω σου για να ξεγελάσεις τα μάτια των αλλωνών, απ΄τον χαμό δεν μπορείς να γλιτώσεις αν απαρνηθείς τα εικοσικάτι σου. Dead finks don’t talk. Mόνο γράφουν που και που, ασυνάρτητα, ασύνδετα, ασπόνδυλα, χαοτικά. Χωρίς να ξέρουν γιατί.

Πήγαινα στο δισκάδικο του Νίκου και του Κώστα τουλάχιστον τρεις φορές κάθε βδομάδα, είχα δεν είχα λεφτά να επενδύσω. Τα ράφια απέναντι απ’ την εξώπορτα κι εγώ δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ. Μα ποτέ. Θεοδωράκηδες, Χατζηδάκηδες, Ξαρχάκοι, Λοίζοι, Σαββόπουλοι, Μάρκοι, Τσιτσάνηδες, terra incognita. Xέρι δικό μου δεν σκάλισε εκείνα τα χωράφια, κι αν με ρωτάς αν μετανιώνω θα σου πω όχι. Με όσους ήθελα να βρεθώ, αντάμωσα αργότερα, στα ψέματα. Αλλού. Με τον Άκη Πάνου ανταμωθήκαμε στ’ αληθινά, στο σπίτι του, όσο ζούσε μέσα στην πόλη, δίπλα στα τσιμεντένια. Ήμασταν τέσσερις, ήταν αυτός απέναντι, τον περιμέναμε υπομονετικά να ξυπνήσει, ήταν Ιούλιος με ζέστη και ο ύπνος τα μεσημέρια πολύτιμος. Εκεί -αν και βαριά αδιάβαστος, αγεωγράφητος, ανιστόρητος- κατάλαβα πως κάτι σπουδαίο συμβαίνει, εν μέσω τσιγάρων, καφέ και μιας κουβέντας που ήταν απ’ τα λίγα ακριβά που έχω κρατημένα στα πίσω πίσω ράφια, για μια ώρα ανάγκης, για την πιο μεγάλη ώρα.

Τα βράδια στο ραδιόφωνο ψευτοακκιζόμασταν προσπαθώντας να φανούμε αντάξιοι του μέσου. Φυσικά μάταια. Έπαρση δεν είχαμε, το ξέραμε πως δεν κάναμε δα και τίποτε σπουδαίο που δεν είχε εξαντληθεί πριν από μας, μα θαρρούσαμε πως το να παίζεις σε μια northern town άσματα και μούζικες ηρωικές -και ενίοτε ερωτικές- ήταν μια πράξη που έδινε άλλη γεύση στα Johnnie Walker και τα Ballantine’s μας, πριν, κατά τη  διάρκεια και μετά. Μερικές φορές το παρακάναμε πριν, μερικές κατά τη διάρκεια και -για να ξεπλύνουμε τη ντροπή των ασυνάρτητων που ξεστομίζαμε (που κάποιοι και -κυρίως- κάποιες έβρισκαν ως και εμπνευσμένα)- πάντα μετά. Αν υπήρχε αλκοτέστ πλάι στα πικάπ και τα μικρόφωνα, ίσως τώρα θα εξετάζαν με συμπάθεια την αίτησή μας για αποφυλάκιση, εικοσιπέντε -και βάλε- χρόνια μετά. Χαλάλι όμως, ουράνια τόξα με Steely Dan, Doobie Brothers, τα πρώτα των Chicago, τα ωραία του Joe Jackson, τους Blood, Sweat & Tears (με και δίχως Al Kooper) έχουν αιώνες να εμφανιστούν πάνω απ’ τη μικρή μας πόλη. Αντί για Donald Fagen μας φάγαν τα χασμουρητά εμπριμέ με τα μουντά μονόχρωμα (και τα σαχλά λογοπαίγνια, σύμφωνοι). Πριν μας καταπιούν -σε ιδιωτικές ακροάσεις- τα ξεβαμμένα σκούρα.

Τώρα θα σου δώσω μιαν εντελώς άχρηστη πληροφορία για την οποία δεν θα χρειαστεί να με ευγνωμονείς. Οι Artery ζούσαν στο Sheffield. Ίσως και η Lena τους. Το 1983 που μπαίναν στο στούντιο για το «One afternoon in a hot air balloon» -και να θες να μη πιστεύεις σε στοιχειωμένες χρονιές, θ’ αναγκαστείς να αλλαξοπιστήσεις κάποια στιγμή με τα μούτρα μελανιασμένα απ΄το τσάμπα πείσμα- ο Hawley ήταν δεκαεξάρης. Δεν ξέρω τι έκανε με τα εκεί λύκεια, δικό του θέμα αυτό, αλλά μερικές ψυχές τις γάμησε υποδειγματικά. Με ο,τι χρώμα βρήκε πρόχειρο μέσα τους.

Οι 10cc ποτέ δεν με ξετρέλαιναν. Τα περισσότερα τραγούδια τους τα ΄βρισκα μισά, σακάτικα, ανάλατα. Δεν πέρασε ούτε ένα καλοκαίρι όμως, μήτε ένα, που δεν κάναμε καλή παρέα το «Im Μandy, fly me» -μέσα από κασέτες, γουόκμαν και σιντί με mp3, αργότερα-  εγώ, μια μπίρα και το κύμα, δυο μέτρα παραδίπλα. Σιγά το σκηνικό, θα πεις. Σωστά, θα πω. Μα αντέχει τριαντατόσα χρόνια, δεν το λέει η καρδιά μου να στήνω άλλο, δήθεν γκράντε, τάχα μου οσκαρικό, μόνο και μόνο για να κοροϊδεύω το ανυποψίαστο κοινό πως αντικρύζει κάτι καινούριο. Το καλοκαίρι μου δεν το κουρεύω, καλύτερα πτώχευση μια κι έξω.

Αν έφτασες ως εδώ είσαι ήρωας. Ούτε ο Οδυσσέας τα κατάφερε καλύτερα. Αν κι εδώ που τα λέμε, ένα skrik δρόμος ήτανε. Για να ακουγόμαστε που και που, να μη χαθούμε μια για πάντα. Ποιος δίνει δεκάρα για τα κουφάρια των -κάποτε ταξιδιάρηδων, έστω και στη σιγουράντζα των αφρών – γλάρων μετά…

—-

το τρένο της ληγμένης βαφής

Όταν παίρνω διπλή δόση xozal αυτά παθαίνω, βλέπω Ιστορίες εκεί που δεν υπάρχουν, γράφω για χτένες ενώ ο κόσμος καίγεται. Ο αλλεργιολόγος μου το είχε ξεκαθαρίσει άλλωστε, ορθά κοφτά : «με το που ξεκινάς να τα παίρνεις κομμένο το αλκοόλ, η οδήγηση, το σεξ  και το βλόγιν».

Δεν ξέρουν απ’ αυτά οι γιατροί, όλα κόβονται, το σεξ όχι.

Έβλεπα τις προάλλες την αφίσα από τη συναυλία των ντιπέρπλ με τον Βασίλη. Λάθος έκανα. Με το κατάλληλο αντιαφροδισιακό και το σεξ κόβεται. To λέγαν και οι Virgin Prunes σαν ήμουν νέος, If I die, I die. Oύτε μετά θάνατον ζωή, ούτε δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, ούτε forever young, οι Dorian Gray πέθαναν μαζί  με τον Όσκαρ και την πρώτη εξέταση για PSA, όσα μαύρα τι-σερτ κι αν φορέσουν, όσο σφιχτοφρύδικα κι αν κοιτάξουν το άπειρο ή το φακό την ώρα που ο Basil Hallward τους κάνει το πορτρέτο.

Tέτοιες στριφνές και δύσκολες μέρες, strange days, sour times, όπως θέλεις βάφτισέ τες, όλα δικαιολογούνται όμως. Ακόμη και το να γράφεις εξυπνάδες για πεθαμένες ορμόνες. Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν  κάποιοι που βιώνουν εφηβικά ή προκλιμακτηριακά déjà vu με τα child in time και τους θερμαστές απ’ το τζιμπουτί, η γνώμη μου περισσεύει. Άλλωστε ο βασανισμένος και πνιγμένος έλληνας που ζητάει ένα σωσίβιο ρεφρέν αυτές τις σκληρές εποχές, ακόμη κι απ’ τα μαλλιά πιάνεται. Κι ας είναι αραιά, κι ας είναι ταλαιπωρημένα πιά κι αυτά απ’ την ανελέητη βαφή του χρόνου.

Τουλάχιστον, σκέφτομαι,  ο Ian συμβιβάστηκε με την ιδέα πως το τρένο πέρασε.  Στα εξηνταέξη σου υπάρχει ζωή -και χρώμα, έστω γκρι, έστω άσπρο-  κι έξω απ’ αυτό…