χειραποσκευή

25019083

 

Κατέβασα την μικρή βαλίτσα, μιάμιση νύχτα θα ΄ταν όλη κι όλη. Είχε να ταξιδέψει πάρα πολλούς μήνες, ίσως και χρόνο, κόντευε να πεθάνει ξεχασμένη πάνω στη ντουλάπα. Μόνο με κουνούπια και καμιά γενναία αράχνη συναντιόταν, ανάλογα με την εποχή.

Στην εξωτερική θήκη βρήκα ένα -το ‘χα για χαμένο- μπλε κασκόλ, μια ομπρέλα και ένα διαφημιστικό της Avis.

To κασκόλ μύριζε, ακόμη, έναν λαιμό γνώριμο που είχα -όμως- στο μεταξύ ξεχάσει. Το ξανάφησα μέσα, δεν είναι καιρoί αυτοί για να ανατρέχεις σε vintage greatest hits.

Η ομπρέλα είχε μπει μισοβρεμμένη, σε μια σακκούλα απ’ τα αφορολόγητα. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν η εκδοχή της βροχής ήταν της  Blossom Dearie ή της Heather Nova. Η μνήμη έχει την κακή συνήθεια να στεγνώνει γρήγορα, όσο περνάνε τα χρόνια.

Αυτοκίνητο δεν νοίκιασα. Απ’ το να βάζεις το απροπόνητο αριστερό σου χέρι να παλεύει -μάταια- με το λεβιέ, καλύτερα να δώσεις τριάντα λίρες παραπάνω στην Southern, μπας και φιλοτιμηθούν κάποτε να καθαρίζουν καλύτερα τα βαγόνια τους.

Στο βάθος βάθος βρήκα ένα ζευγάρι γάντια. Δεν συναντηθήκαμε φέτος το χειμώνα. Αν το λες χειμώνα αυτό το μουσκεμένο χλιαρό πράμα που ζήσαμε.

Είναι ακόμη απορίας άξιον πόσες μικρές παλιές ιστορίες μπορεί να σου διηγηθεί ένα φερμουάρ που μόλις ξανάνοιξες. Κι ακόμη πιο περίεργο, πώς δεν με βγάλαν ποτέ υπέρβαρο με τόσες λέξεις που σέρνω -σαν την άδικη κατάρα- πάνω μου.

—-

το πράσινο αυγουστιάτικο μίλι

Περνάει ο καιρός, έρχεται το φθινόπωρο, δεν έχω θέμα. Ο κόσμος μου αναλύεται σε κάτι ψευτοεικόνες ασαφείς. Τυχαία συναισθήματα ξεπηδάνε εδώ κι εκεί. Αλλά δεν κρατιούνται έτσι τα blogs.

Εδώ πάνω ο καιρός είναι παλαβός, έχει μέρες που ξυπνάς με το στρώμα μούσκεμα, κάποια πρωινά τραβάς το σεντόνι ψηλά ως το λαιμό. Όταν πέσει ο ήλιος χρειάζεσαι κάτι ελαφρύ να κάνει παρέα στους ώμους και κάτι δυνατό για να ξεχάσεις αυτό που έρχεται – ή αυτό που φεύγει-. Όπως και να ΄χει όμως, νυχτώνει απ’ τις οκτώ, αδιαπραγμάτευτα.

Γιατί ν’ ανάβεις φως, αναρωτιέμαι, και να σκαλίζεις το κεφάλι σου να βρεις φαΐ αφού ο άλλος στο έβαλε ζεστό -κι ας περάσαν εφτά ολόκληρα χρόνια- στο πιάτο.

——————————

λέξεις : Vita Moderna (ο “άλλος”)

μαρκίζα : κλεμμένη, απο κατεδάφιση