fuck your manuals

Πρώτα βγάζω απ’ το βάζο δυο ελιές πράσινες, μπαμπατζάνικες, όπως τις έλεγε η σχωρεμένη η γιαγιά μου. Κρεατωμένες, χαρακωμένες, ξιδάτες, ζουμπουρλούδες. Αυτό το τελευταίο ήταν του παππού. Το ‘χε ένα μικρό παράπονο που η γυναίκα του δεν ήταν διπλόφαρδη. Παραφωνία στη γειτονιά, όπου η πιο αδύνατη ήταν σαν την Angelica του Ρούμπενς. Τότε δεν είχαν ζυγαριές για τους ανθρώπους, τέτοια παραπανίσια άγχη δεν τα χρειάζονταν. Για τα ρύζια μόνο είχαν, για τα βούτυρα, το αλεύρι και τον χύμα τοματοπελτέ. Βάλε και τρεις-τέσσερις θασίτικες, από κείνες τις σταφιδιασμένες. Όση ομορφιά τους λείπει, τόσο λυσσάρες είναι, χυμάνε μες στο στόμα σου και κείνο ίσα που προλαβαίνει να πει «παραδίνομαι, ξεγυμνώστε με, κάντε με ο,τι τραβάει η ψυχή σας».

Στο πλάι απ’ τις ελιές ένα κομμάτι φέτα, τρεις πιρουνιές όλη κι όλη, να τελειώνει πάνω που αρχίζει η καύλα στο στόμα, έτσι, για να τη λαχταράς περισσότερο. Να θες να γλύψεις και τα τρίμματα. Και τη γωνιά απ’ το πιάτο που ξάπλωνε. Φετηδονιστής. Μπορεί από κει να βγήκε και το fetish, θα το ψάξω όταν τελειώσω.

Αγγουράκι κομμένο σε λωρίδες, όχι απ’ τα σποριασμένα, τα τζούφια. Απ’ τα σφιχτά, εκείνα που όταν τα ζουλάς δεν βγάζουν στάλα νερό, πασπαλισμένο με λίγο χοντρό αλάτι. Ραντίζω μετά με ξύδι, για να αντιμιλάει όμορφα η ξυδίλα την ώρα της μπουκιάς. Ξύδι αληθινό ε, όχι τα ξερατά με καραμέλες και χρώματα. Χοντρό αλάτι πέφτει πάνω και σε και μια ντομάτα, ανοιγμένη γαρύφαλλο. Αυτήν θα την τιμήσω και με μια πρέζα ρίγανη. Ή λίγο φρέσκο θυμάρι, αν τα ζουμιά της -την ώρα που χύνονται- με συγκινήσουν πολύ. Αν μυρίζουν ντοματίλα κι όχι κοκκινόνερο.

Κασέρι Ξάνθης. Οr die. Άμα θες γραβιέρα, τράβα Νάξο ή στους -άκηδες. Δικό μου το πιάτο, δικά μου τα κολλήματα. Να τρως και να σκουπίζεις τα λάδια απ’ τα χείλια σου. Μπαμπέτ και μαλακίες..

Άμα έχω καμιά ξεχασμένη αντσούγια στο ψυγείο, έχει καλώς. Θα ζήσει στιγμές δόξας, που τις είχε ξεχάσει από τότε που κολυμπούσε ως γαβράκι. Αν δεν έχω, μπορεί να βρίσκεται λίγος παστουρμάς. Και μια φέτα την κάνει τη δουλειά. Άντε δυο, όχι τρεις, για χόρταση δεν είναι. Θα μυρίζουν μετά τα βρακιά απ’ το τσιμένι, οι μασχάλες, το WC, το σύμπαν. Αλλά έτσι είναι τα καλά και απαγορευμένα, αφήνουν σημάδια πίσω τους. Όσο και να πλυθείς πριν γυρίσεις σπίτι, ακόμη και να γδαρθείς με το σφουγγάρι, πέτσες να κρέμονται από πάνω σου, σα ματωμένη ακακία να μοιάζεις, κάποια στιγμή θα προδοθείς.

Το ψωμί έτοιμο είναι, κομμένο, χτεσινό. Καλά ψωμιά δεν βρίσκεις εύκολα πια, θα βολευτώ μ΄αυτό. Για να μη τρέχουν τα σάλια σου είναι το ψωμί, σαν τις αιμοστατικές γάζες στις ανοιχτές πληγές. Κάνουν δουλειά, ίσα μέχρι να ‘ρθουν τα ράμματα. To τσίπουρο, εν προκειμένω. Με κρύο νερό, λένε. Πάει, malt το κατάντησαν κι αυτό, τίποτε δεν μπορείς να ευχαριστηθείς χωρίς τύψεις. Βάζω όσα παγάκια χωράει το ποτήρι,  fuck your manuals.

Κάτσε δίπλα, πάρε πιρούνι και άρχισε να τσιμπολογάς. Σε προειδοποιώ, μη πεις κουβέντα για το μαύρο μας το χάλι και τα σκουπίδια που παριστάνουν τους σωτήρες, όχι σήμερα, όχι τώρα. Τετρακόσιες λέξεις αράδιασα ο έρμος στο πιατάκι, μισή δεν θα σου κάνει κέφι για να ξεχαστούμε μια στάλα;

——————

αφιερωμένο στο συνεταιράκι μου και στον αγώνα μας να πετύχουμε το πιάτο του ενός ευρώ, κομπλέ

17:48, μια Δευτέρα

Kοίταζα αφηρημένος ώρα πολλή τον διθέσιο απέναντι. Μέχρι που κατάλαβα γιατί το βλέμμα μου έμεινε καρφωμένο εκεί, στην άλλη γωνιά του αχνά φωτισμένου δωμάτιου.

Αν μια μέρα φύγω, πώς θα μπορέσει να ζήσει μονάχος του; ποιό ντουπ ντουπ θα’ χει μετά να προστατεύει μέσα του; ποιός θα του βάζει μουσική; ποιός θα πέφτει ξέψυχος πάνω του; ποιά βέβηλα πόδια θα αγκαλιάζουν τα μπράτσα του; ποιόν αδέξιο θα ΄χει να τρέμει μη τυχόν και τον γεμίσει λεκέδες; τίνος άλλου όνειρα θα ΄χει να νταντεύει; τίνος άλλου δύσθυμου σώμα θα δεχτεί να φιλοξενεί απογεύματα σαν κι αυτό; ποιόν θα εμπιστεύεται μέσα σε τόσο σκοτάδι;

Είναι τόσο μα τόσο θλιβεροί οι καναπέδες που γερνάνε και πεθαίνουν δίχως τα αφεντικά τους…