απουσί ς

33177172H  μ ρα που ανακαλύπτ ις ότι το     γκατ λ ιψ  το πληκτρολόγιο,  ίναι μια μαύρη μ ρα.

Πρ π ι να συνηθίσ ις πια στην ιδ α πως όλ ς οι υπ ροχ ς λ ξ ις σωσίβια,  χουν χαθ ί στην αφιλόξ νη θάλασσα μιας λ υκής σ λίδας.

 ρωτας

 υτυχία

 γώ

 σύ

 μ ίς

Μ  τρόμο σκ φτ σαι τι θα συν βαιν  αν ποτ  το    αποφάσιζ  να φύγ ι κι από τις φωνητικ ς σου χορδ ς. Πόσο άσχημη, αλλιώτικη, π ζή τροπή θα πάρ ι η ζωή σου. Όταν  γώ,  σύ,  μ ίς θα μ ίνουμ  μόνοι κι ανυπ ράσπιστοι απ ναντι σ’ αυτούς. Που προνόησαν να φτιάξουν τη ζωή τους χωρίς να στηριχτούν στα   .

 

 

—-

τα παπούτσια του Πάσχα (πάλιωσαν)

 

dsc01177

 

 

Δεν θυμάμαι πόσο παλιό είναι, αρκετά πάντως, έξη χρόνια, εφτά, οκτώ…περυσινά και προπέρσινα ξινά τσουρέκια. Συνήθειο μου ‘γινε να την ανεβάζω αυτή τη μελούρα τέτοιες μέρες, ένας ο Τζεφιρέλι στο γυαλί κι ένα αυτό. Το βγάζω απ’ την κλεισούρα του, μαντάρω μερικές ξηλωμένες λέξεις, ράβω κανένα κουμπί που χάσκει έτοιμο να αποδημήσει, ξαναπιάνω στη θέση της τη φόδρα που ψυχορραγεί, μα δεν χωράω πια μέσα στο τζάρτζαλο. Άλλαξα νούμερο, άλλαξα συνήθειες, άλλαξα χάπια. Αλλά η μυρωδιά των ημερών, κι ας μην έμεινε ούτε μισή αυλή εν ζωή στη γειτονιά, δεν λέει να φύγει.

 

 

 

Μεγάλη Βδομάδα είναι η καργιόλα η ακμή στο πρόσωπο που δεν έλεγε να με εγκαταλείψει, το καινούριο Lee τζιν μπουφάν που ήταν παγίδα για τα δεύτερης κατηγορίας θηλυκά της γειτονιάς, το όχι και τόσο macho παντελόνι-ψάθα Levi’s που μέσα του βρέθηκα παγιδευμένος χωρίς να το καταλάβω και που ποτέ δεν θα φορούσε ο Ρόυ Ρέις, τα κορίτσια που βγάζαν δειλά δειλά βόλτα το γυμνό από καλσόν και παντελόνια δέρμα για να ταΐσουν τον καινούριο ήλιο και τα λιγωμένα μας μάτια, η γλυκόστυφη μυρωδιά της Clearasil στο μέτωπο, ο συμπαίκτης μου ο Σπίθας -ενενήντα κιλά θεριό-που ποτέ δεν νήστευε γιατί φοβόταν πως θα πεθάνει στο δρόμο για την εκκλησία, η γεύση απ’ τα νερόβραστα φασόλια με μαρούλι και λεμόνι, ένα άγχος -κρυμμένο στη ντουλάπα, πίσω απ΄το Playboy- γιατί πάλι είπα ψέματα στη μάνα μου πως εξομολογήθηκα πριν κοινωνήσω, μια ενενηντάρα γαλάζια Scotch με Bachman Turner Overdrive στη μια πλευρά και Carpenters (αναποφάσιστος μια ζωή) στην άλλη, μια βόλτα με το μπλέ χωρίς ταχύτητες Velamos σε όλες τις ενορίες μπας και τη συναντήσω,  ένα superfast πέρασμα από όλους τους επιτάφιους για να μη χαλάσει το γούρι, η πλάτη του πατέρα μου που ξεκίναγε για δουλειά την ώρα που κατηφόριζαν οι νεκροί Χριστοί στην πλατεία, το Leaving on a jet plane που -ακόμη δεν ξέρω γιατί- φανταζόμουν τον εσταυρωμένο να σιγοτραγουδά unplugged επί ξύλου κρεμάμενος, η σπασμένη φωνή του δεσπότη της μικρής μας πόλης που το αεράκι της Μεγάλης Παρασκευής την φόρτωνε με παράσιτα κι απρόσκλητους μικροφωνισμούς, τα κεριά που δεν έλεγαν να μείνουν αναμμένα κάτω απ’ το ψιλόβροχο, η λαχτάρα μου να τη διακρίνω ανάμεσα στο πλήθος για να πάρω όλο κι όλο μισό βλέμμα προκαταβολή, ένας κόμπος στο λαιμό και λίγη υγρασία στα μάτια κάθε φορά που κοίταζα τον άδειο σταυρό και έλεγα μέσα μου “μη γίνεις ρεζίλι τώρα ρε μαλάκα”, τα μακαρόνια φούρνου με σκέτη κόκκινη, πηχτή κι αναμάρτητη  σάλτσα στο μπαλκόνι-θεωρείο του Μάριου, οι εξετάσεις του Ιούνη που τρέχαν με ορμή προς τα πάνω μου για να με καταπιούν όπως τα Langoliers (αυτά τα έμαθα μετά), τα του κουτιού ασπρόμαυρα Zίτα Ελλάς του αδερφού μου -μετά μεγαλοπιάστηκε με Top Ten, που καμιά σχέση δεν είχαν όμως μ’αυτά τα μαγικά παλιούρια του Billy Dane-, ένα τι-σερτ δώρο της μακρινής ξαδέρφης Έλλης από την Αμερική (αυτής που μου ΄μαθε τους Moody Blues και τους Chicago) που διαφήμιζε 4th of July κι έγινε δεύτερος χιτώνας πάνω μου απ’ των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Θωμά, μια κλεφτή γουλιά Skol στο γυράδικο του κυρ’ Γιώργη, η Νάκυ Αγάθου να προλογίζει την Ακολουθία των Παθών με εννιά μποφόρ μαλλί και βλέμμα “μόλις είχα τον πέμπτο οργασμό της μέρας αγόρια” (δεν υπάρχουν γυναίκες πεντοργασμικές σήμερα, είναι σίγουρο πως δεν τις φτιάχνουν όπως παλιά), τα γυαλιά ηλίου της μάνας μου που θα ‘καναν την Νάνα Μούσχουρη να πλαντάξει στο κλάμα από τη ζήλια της, ο φίλος μου ο Δημήτρης που έφυγε να κάνει Πάσχα με τους παππούδες του στην άκρη του κόσμου που λεγόταν Αλεξανδρούπολη και μ’ άφησε χωρίς ταίρι στις θανατηφόρες ατάκες, ο ένας μου παππούς που έκανε πάντα Ανάσταση στο σπίτι για να μη το αφήσει μόνο του τέτοια νύχτα, ο άλλος παππούς που ήταν κι αυτός στην άκρη του κόσμου -εκατό χιλιόμετρα μακριά-  κι όλο κάναμε σχέδια να βρεθούμε ένα Πάσχα μαζί για το Χριστός Ανέστη αλλά ποτέ δεν το βρήκαμε αυτό το ρημάδι το Πάσχα ρε παππού, το καινούριο Γκολ που δεν πρόλαβα ν’ αγοράσω απ’ την Τυχερή Γωνιά για να δω αν η Πρίνσες Παρκ κέρδισε στον τελικό την Μύνχεν Μπούμχεν, το “σήμερον κρεμάται επί ξύλου” το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, το πρώτο ginger ale μοιρασμένο στα δύο στο Ξενία, το άγχος να μη ματώσω γόνατο στο ντερέ μετά που  κοινωνήσαμε και πάει στράφι τόση νηστεία εξαιτίας μιας κίτρινης δερμάτινης μπάλας απ’ το Πακιστάν που μύριζε καινουργίλα, πετσί, χώμα κι άνοιξη.

Και τα καινούρια μου παπούτσια. Κάθε Μεγάλη Τετάρτη.

Αυτά είναι Μεγάλη Βδομάδα.

Το φουρνιστό αρνί, οι ημίγλυκοι καμπάδες, τα πάντα λειψά τσουρέκια,  τα κόκκινα αυγά με στάμπα από φύλλα και το πατριωτικό μπάρμπεκιου της Κυριακής στο παραδιπλανό στρατόπεδο, παρέα με  τίμια μοιρασμένες δόσεις από Νίκο Γούναρη, εξωτικά κλαρίνα, Βογιατζή και Βάνου, Μανώλη Χιώτη, Σώτο Παναγόπουλο και Χρόνη Αηδονίδη από το ραδιόφωνο του άσπρου Renault 10 ή το Philips του σαλονιού που θεός ξέρει ποιανού ράφι το χαίρεται σήμερα, ποτέ δεν με πολυσυγκίνησαν τόσο ώστε να χαλαλίσω δέκα λέξεις και γι αυτά (ετούτες εδώ δεν μετράνε). Ήταν σαν να διάβαζα βιβλίο ανάποδα, να ξέρω δηλαδή απ’ έξω κι ανακατωτά τον επίλογο και να πρέπει να αρχίσω να γράφω την πρώτη παράγραφο. Την γράφω, κάθε χρόνο. Ως το άλλο Πάσχα όμως οι πρώτες σελίδες είναι, πάλι, σκισμένες και δεν ξέρω από πού να ξαναρχίσω. Κάποια στιγμή δε μπορεί, θα βαρεθώ.

Να ‘χεις κι εκείνο τον τίτλο στο εξώφυλλο να μου δείχνει, ως και σήμερα, τα κίτρινα δόντια του…

«We can’t stop time».

Τα ίδια και στη ράχη του βιβλίου. Ένα χρυσοτυπωμένο, καλλιγραφημένο, περιπαιχτικό «you can’t». Που με κοιτάει, περιμένοντας δεν ξέρω τι, στα μάτια. Αλλά έμαθα, με τον καιρό, να το κοιτάω κι εγώ μέχρι να χάσει ένας απ’ τους δυο και να κατεβάσει το βλέμμα. Σε πείσμα όλων των όσων μάθαμε από μικροί, παρά την γκριζίλα που με αγάπησε παράφορα και δεν λέει να ξεκουμπιστεί από μέσα μου, το ΄χω βάλει γινάτι να νικήσω ακόμη κι αν το κατεβάσω πρώτος εγώ.

 

 

η άγνωστη και το αγνοούμενο ξ

 

                                                                                                                                                       Κυριακή, 22 Μαίου

αγαπημένο μου βλογ

σχεδόν καλοκαίργιασε, το καταλαβαίνω απ’ τα κοινόχρηστα

άρχισα να κσυπνάω πολύ νωρίς τις κυριακές, πριν καν οι παπάδες φορέσουν τα άμφια, σήμερα δηλαδή κσύπνησα νύχτα και μες στη σκέπση μου άναπσαν φώτα, δεν ηύρα πού ήταν το κουτί με τον καφέ και τα πήρα πολύ άσχημα που όλα τα τιμαρέβει χωρίς να με ειδοποιήσει, δεν την κσύπνησα μα την τιμώρησα αφήνοντάς την μόνη της στην άδεια κάμαρα, στ’ άδειο κρεβάτι,  για να ρίκσω την πίεση που σίγουρα πήγε δεκάκση άπλωσα την ώρα που κσημέρωνε ένα πλυντήριο με σκούρα, άμα προλάβω, άμα, θα βγάλω τα φυτά απ το διάδρομο έκσω στο μπαλκόνι να τα δει και ήλιος, όχι μόνο η Σεγκιούλ -η σφουγκαρίστρα της οικοδομής- , συρτά θα τα βγάλω γιατί αν ακούσω «κρακ» από τη μέση -σαν πέρσι- τους χάσαμε τους σπόνδυλοι, μετά θα γυαλίσω τραπεζάκια, καρέκλαι και κάγκελα, άμα προλάβω, άμα, θα ρίκσω ένα όρθιο πλύσιμο στα μπαλκόνια γιατί δεν θέλω να σέρνομαι στα τέσσερα σφουγκαρίζοντας σαν τη δούλα και να με προγκάν τα γειτόνια, αντάουμπντεντλι θα με σοδομίσει η αλλεργία μου με τόση γύρη και σκόνη και θα μεταμορφωθώ σε άνθρωπο-πασχαλίτσα, κσέχασα να δγιαβάσω το σημείωμα που άφησε για να βγάλω αποβραδίς τον κιμά απ την κατάπσυκση αλλά εφτυχώς το μεσημέρι με τραπεζώνει εκσω το αδέρφι μου και μετά επιστρέφω για τα μπίζνες ες γιούζουαλ, έχω να απλώσω κι ένα πλυντήριο λεφκά, με τα παπάτζω ck μπροστά μπροστά για να γυαλίσει το μάτι της κσινής απέναντι

ούτε χτες έφαγα σπιτικό φαΐ, ντάλα μεσημέρι πλακωθήκαμε στα τσίπουρα και στα σουτζούκια και στα τυροκαφτερά «κάτω», είχα καιρό να χτυπήσω κάρτα κι ο καφετζής έκανε λίγα μούτρα λέγοντας «απ’ τον επιτάφιο έχω να σε δω ρε» αλλά κσίδι είχε, ας έπινε, δυο καρέκλαι -μονίμων θαμώνων, ευγενών γερόντων- εκατέρωθεν της πύλης του καφενέ ήτο ντιπ κενές τιμής ένεκεν, ο ένας πέθανε την Πέμπτη και τον έτερον τον έθαπσαν στις δώδεκα, θεός σχωρέστους μποθ, το έπιασα το υπονοούμενο με τον επιτάφιο

αν και άνετα πίνουμε άνεφ αφορμής, ήπιαμε εις μνήμην αυτών και των μισθών μας και εις υγείαν μας και υπέρ υγείας των πέριξ ημών, ομοτράπεζων και ομόκλινων, για τους εχθρούς μας και τους κυβερνητικούς τους νυν και τους πρώην είπαμε «να πσοφήσουν οι γαμιόληδοι» και μετά το κάναμε πουέρτα ντελ σολ από την αγανάχτηση και τα μπινελίκια, εκεί που κόντεβε να πέσει η κυβέρνηση το κόπσαμε γιατί δεν κσέραμε τι λέει ο πάσχος επ’ αφτού και χωρίς καθημερινή καθοδήγηση δεν ξεκινάμε ούτε για κατούρημα, όχι επανάσταση

μετά ήρθαν δυο βούλγαροι με ένα ακορντεόν κι ένα κεσέ από γιαούρτι για τα τιπς, έπαικσαν ένα τακσίμι και μετά αρχίνησαν θλιβερό μπάλκαν σουίνγκ κι ένας από μας, ο πιο κσύπνιος, είπε «μπάστα γειτόνια, αν είναι να τις κόπσουμε τις φλέβες τις κόβουμε και με πλιάτσικα», οι υπόλοιποι τον κοιτάκσαμε λοκσά γιατί σιγά μη κσέρουν οι σμόλιαν τζίπσις τι είναι ο φίλιππας, κάτι τέτοια κσιπασμένα εφκολάκια κάνουμε με τους κσένους και δη τους καλλιτεχνικούς μετανάσται και κανείς δεν μας χωνέβει μετά

επειδή μερικά χαϊβάνια ηπγιαμε λίγο παραπάνω είπαμε να μη το κσανακάνουμε σύντομα γιατί χαΐρι δεν θα δούμε με τέτοια κσύδια, άμα είσαι πεντήκοντα το σκώτι σου νταλντίζει πιο έφκολα κι άμα μπλέξεις με ακσονικές πάει η βάρκα, μπάταρε

τρεις και δέκα ακριβώς πέρασε ανάμεσα μας, όπως ήμασταν σπαρμένοι σαν τους μαϊντανούς στις καρέκλαι, μια ωραία γυναίκα, μια άγνωστη με ωραία πόδγια και ωραίαι γόβαι και ωραίο κραγιόν και άλλα ωραία χαρίσματα μέσα και έκσω, κυρίως έκσω, και δεν μίλησε κανείς μας

κιχ

ούτε σ’ αφτήν μιλήσαμε γιατί σε άγνωστες που κουβαλάνε σακούλες με πσώνια που γράφουν ζάρα δεν μιλάμε, μόνο από μακς μάρα και πάνω, άμα είναι ιντιμίσιμι ή λα πέρλα σηκωνόμαστε απ’ τις καρέκλες και βαράμε προσοχή, άμα προλάβουμε, άμα

μετά όμως ήπγιαμε εις υγείαν και εκείνης και της άγνωστης αγαπημένης ενός εκάστου, όχι της επίσημης, της άλλης, που τόσα χρόνια είναι χαμένη

πάω να πσάκσω τον καφέ, πικρόν θα τον πγιώ, κσέχασα τι άλλο ήθελα να πω και να γράπσω καθώς κσάφνου μέσα στη σκέπση μου σβήσαν τα φώτα γιατί το παράχεσε η ΔΕΗ, ας περιμένουν και οι γυναίκες κι ο φύκος και οι φόροι κι ο ρεν κι ο μπιθικώτσης

άμα κσαναδιαβάσω εγώ Πετεφρή πριν κοιμηθώ, να μου τρυπήσεις το @

λέτερ φρομ ντέμπι

Σε διάβασα λοιπόν, αν αυτό ήθελες. Από το δωμάτιο της μικρής, λαθραία. Σύνδεση στη δουλειά δεν έχω γιατί εδώ και δυο μήνες δεν έχω πια δουλειά, η εποχή των περικοπών δεν είναι σαν την εποχή των μουσώνων, δεν τη βλέπουμε μόνο στις ταινίες και μέσα σε βιβλία, στο ATM τη βλέπουμε, μηδέν συν μηδέν ίσον μηδέν. Στεγνά. Τώρα μη ρωτάς τι. Ο,τι βρέξει, όταν βρέξει, αν βρέξει, αλλιώς σαχάρα.

Κοντεύει χρόνος που δεν σε άκουσα, πάνω κάτω Πάσχα ήταν και πέρυσι αν θυμάμαι καλά, τα είπες πρώτα με τον άλλον, φαντάζομαι όταν τέλειωσες με τα τυπικά ρώτησες «τι κάνει η γυναίκα σου; δώσε να της πω ένα γειά» και ήρθε η σειρά μου να πούμε τα υπόλοιπα τυπικά. Έτσι πάντα ήσουνα, «με τη σειρά». Δεν μου αρέσουν τα τυπικά και οι σειρές, κοντεύω πενήντα και στις ουρές δεν με συγκινεί να στήνομαι. Ούτε οι κρυφές προσκλήσεις μέσω οθόνης μου αρέσουν, θες να πεις κάτι, πεσ’ το. Σκέφτομαι πως τόσα χρόνια μετά σαν blind date θα ήταν, σιγά μη γνωρίσει ο ένας τον άλλον. Θα είχε την πλάκα του, συγγνώμη που δεν βρίσκω άλλη λέξη, εσύ τα πας καλά μ’ αυτές, εγώ όχι.

Θυμάσαι -λες- ακόμη το στήθος μου, δεν θέλω να σου πω ψέματα πως σε θυμάται κι αυτό, έχει τα ζόρια του βλέπεις. Κάθε τρεις και λίγο φυτρώνει μια κύστη στο αριστερό, ο γιατρός λέει να μην ανησυχώ αλλά να το παρακολουθώ, χόρτασα να το βλέπω στην οθόνη του υπέρηχου, σιχάθηκα τις παρακεντήσεις, βαρέθηκα να το χαϊδεύω μόνη μου και να παρακαλάω «κάνε να μη πιάσω τίποτε σήμερα». Το δεξί είναι φρόνιμο μέχρι στιγμής αλλά ξέρεις πώς πάνε αυτά, μισό σπασμένο ίσον σπασμένο. Γάμησέ τα.

Ο άλλος είναι στον κόσμο του. Ή έτσι δείχνει. Πράγματα γνωστά, τα σπουδάσατε όλοι σας, μη στα περιγράφω. Έξω απ’ το σπίτι κύριος, μέσα απόστρατος ήρωας με παντόφλες, στομάχι, φανελάκι, τελειοποίηση ρεψίματος και βαριά τριχόπτωση. Του είπα να γίνει εβραίος, ν’ αρχίσει να φοράει κιπά για να μη ξοδεύεται με λοσιόν και βιταμίνες, μου είπε να κοιτάω την κυταρίτιδά μου. Πάτσι. Δεν ξέρω αν πηδάει καμιάν άλλη, με μένα πάντως είναι καλός ακόμη. Σκληρός εννοώ, όχι τρυφερός. Χάπια για το πρώτο σας πουλάνε, για το δεύτερο δεν πρόβλεψαν. Κανείς σας δεν θ’ αγόραζε άλλωστε.

Ωραίο ήταν εκείνο που έγραφες για τα εγκαύματα πάνω σου. Ωραία θα ήταν. Τότε. Τώρα δεν γίνεται, μπλούζα δεν βγάζω, ούτε φούστα. Όχι μπροστά σου. Aν θέλεις να βάλεις το χέρι σου ανάμεσα στα πόδια μου καν’το, μη διστάσεις αλλά και μη πάρεις θάρρος που θα κλείσω τα μάτια και θα δαγκώσω τα χείλια μου, έτσι δεν γίνεται πάντα;  Ως εκεί όμως.  Δεν ξέρω πώς είσαι εσύ σήμερα αλλά εγώ σε ντρέπομαι, λίγο. Σε κάποιον που δεν με θυμάται πώς ήμουν θα βγω γυμνή, το έκανα ήδη, αλλά «πώς έγινε έτσι, σαν μοντέλο του Ρούμπενς» σε μάτια που με ξέντυσαν -ερήμην χεριών- αμέτρητες φορές δεν θέλω να διαβάζω. Το στήθος που κόντεψε τότε να μπει μέσα σου -καλά θυμάσαι- δεν τρυπάει πια, άστο καλύτερα.

Για τα παιδιά δεν θα σου πω. Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτά, δεν έχουν θέση τα παιδιά στην κουβέντα μας. Τα δικά σου μεγάλωσαν κι αυτά. Μη μου πεις. Άσε τα παιδιά έξω απ’ αυτό που είμαστε σήμερα. Τα παιδιά είναι άλλο, εμείς άλλο. Ούτε για τα καθημερινά θα σου πω, άστα κάτω απ’ το χαλί κι αυτά. Και πολλά σου έγραψα κι εκείνον κακώς τον έβαλα στην κουβέντα μας, πάντα σιχαινόμουνα τις παναγιωταρά, μη γίνω κι εγώ μία, ήδη συνωστιζόμαστε.

Εντάξει, σε διάβασα. Για μια τόση δα στιγμή νόμισα πως ανατρίχιασα, μάλλον ήταν η πόρτα από τα εικοσιτόσα μας που άνοιξες κι έκανε ρεύμα. Την έκλεισα και σου απάντησα μεγαλοβδομαδιάτικα αν και δεν όφειλα. Να πάω στην κουζίνα να τους φτιάξω φαγητό τώρα; Θα ήθελα πρώτα να φύγεις όμως, μη το πάρεις στραβά. Είσαι ικανός μετά από όλα όσα σου είπα να κάθεσαι να με κοιτάς όσο σκύβω να βγάλω τις κατσαρόλες και να σκέφτεσαι «τουλάχιστον ο κώλος της είναι ακόμη ψηλά, έστω και χωρίς δωδεκάποντα».

Δεν φορούσα Charlie. Ούτε White Linen. Ysatis φορούσα. Κι αν σ’ανακουφίζει αυτό, ναι, έχεις δίκιο, δεν τις κάνουν πια όπως παλιά.

η γραμμή νούμερο 2

Η πόλη δεν έχει μετρό και δεν πρόκειται να αποκτήσει. Τρεις γραμμές λεωφορείου της βρίσκονται μόνο κι αυτές ανάπηρες. Αν δεις εκείνους που περιμένουν στην αφετηρία, είσαι σίγουρος πως kindle δεν έχει κανείς τους στην τσάντα, ούτε iPad, ούτε BlackBerry στην τσέπη. Μερικοί δεν έχουν καν πορτοφόλι. Στο δρομολόγιο για και από την -κατ’ ευφημισμό- Νεάπολη, όποιος ανοίξει να διαβάσει κάτι, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά η απόδειξη από το γερμανικό σούπερ μάρκετ που έπεσε βαριά. Ένας έλεγχος ακόμη, έστω στο και πέντε, μήπως και καταλάβει γιατί το πενηντάρικο -σ’ όποιον το έχει- δεν είναι πια αρκετό. Μπορεί κάποιοι τολμηροί να διαβάζουν το λογαριασμό της ΔΕΗ,του ΟΤΕ, της βόνταφον, δεν ξέρω, είμαι κι εγώ διαστροφικός και τους καταλαβαίνω. Εφημερίδα δεν είδα ποτέ ανοιχτή εκτός από μια τυλιγμένη που είχε μέσα λίγους πανσέδες για φύτεμα. Το χειρότερο είναι να προσπαθείς σε ευθείες και στροφές να διαβάσεις τις αιματολογικές αναλύσεις που μόλις πήρες, ευτυχώς καθισμένη. Γιατί όσο και να μη διάβασες τα μάτια της μικροβιολόγου την ώρα που έλεγε «θα σας πει ο γιατρός σας», εκείνο το «αιματοκρίτης 25» όλο και φαντάζεσαι τι μπορεί να σημαίνει.

Μανδραβέλη, Ακρόιντ, Χωμενίδη και LIFO δεν είδα να διαβάζει κανείς….