gentlemen take polaroids

πέντε κλικ

————

Η μνήμη μου δεν είναι πια συνεργάσιμη μα άλλην δεν έχω. Ξέχασα αν ήταν Έλενας Βενιζέλου και Πέτρου Κυριακού ή ακόμη χαμηλότερα, στη Δορυλαίου. Ένα μικρό δισκάδικο, εκεί το ’81 με ’82, δεν θυμάμαι, oι χρονιές μοιάζουν μεταξύ τους σαν γεράσουν. Σκάλιζα ράφια, άκουγα απ’ τα ηχεία το πρώτο των Sphinx, χάζευα ωραία κορίτσια που μπαινόβγαιναν χωρίς αγόρια, κόντευε Μεγάλη Βδομάδα, είχα το εισιτήριο του ΚΤΕΛ στο πορτοφόλι, περίσσευαν λίγα κατοστάρικα, το πήρα παραμάσχαλα, νύχτωνε, έβαλα σημάδι τα φώτα απ’ το περίπτερο ανάμεσα Σούτσου και Βουρνάζου.

Kent κι έναν bic

Θα το κάψουμε σήμερα.

Jinx, Tuxedomoon

———————-

Πλατεία Αγίου Θωμά, ανηφορίζω, φτάνω.

“τι θα πιεις;”

“o,τι υπάρχει”

Πάντα κάτι υπήρχε. Σε λίγο βγαίνει απ’ τη θήκη του, καθόμαστε στο πάτωμα, η βελόνα μπαίνει στο πρώτο αυλάκι, όπως μπαίνει στη φλέβα το αναισθητικό. Ζέστη, γαλήνη και χάσιμο.

Εκείνη η πλατεία έχει ήχο, είχε τότε, Οκτώβριο, Φεβρουάριο, Μάιο, αρχές καλοκαιριού, έχει και σήμερα, όσες φορές κι αν τύχει να ξαναπεράσω, όλη η πλατεία ένα τεράστιο Steinway και οι άνθρωποι μέσα και τριγύρω της τα πλήκτρα.

Τhe Köln Concert – part one, Keith Jarrett

—————–

Τσόχα 32. Τρίτος. Θέα ακάλυπτος. Ευάερη και ευήλια όμως, αστική θέα, όχι μικροαστική. Φώτα ολόγυρα, στόρια μισοκατεβασμένα, μισοανεβασμένα, όπως το δεις.

“θα πάμε Bάϊντα, είσαι μέσα;”

“όχι”

“δεν θα βγεις;”

“κόψε, συγκάτοικοι είμαστε, δεν παντρευτήκαμε κιόλας”

“καλά ρε,τι θα κάνεις μόνος;”

“έχω παρέα, πήρα ένα δισκάκι σήμερα, καλά να περάσετε, να ευθυμήσετε κι όταν γυρίσεις ούτε που να το σκεφτείς να μου διηγηθείς την ταινία γιατί και απο μάρμαρο να είσαι θα σε πονέσω”

Knives replace air, Eyeless in Gaza

————–

Όταν σώνονται τα λεφτά πριν τελειώσουν οι διακοπές σημαίνει πως κάτι πήγε πολύ στραβά ή πολύ καλά. Δυο μέρες πριν την Κυριακή της επιστροφής μετράμε κατοστάρικα, πενηντάρικα, βενζίνες, διόδια, τσιγάρα και μελανιές πάνω μας, από τις κροκάλες στο Χορευτό κι από χέρια που δεν ξέραν τι πάει να πει «χαïδεύω». Καλά κάναν. Χορτάτα γέρασαν.

Λίγο πριν τα τσίπουρα του αποχαιρετισμού, βιτρίνα με δισκάκια. Ένα με κοιτάζει, σχεδόν παρακλητικά. Πάρε με. Ξαναμετράω κατοστάρικα. «Κι εγώ όλα κι όλα τρία κατοστάρικα έχω, μη κάνεις μαλακίες». Δεν πειράζει μωρό μου, θα πιω ένα σκέτο και θα σε φάω με τα μάτια μου ξανά. Χορταίνω κι έτσι.

Stars are stars, Echo & the Bunnymen

————–

Όταν μεγαλώσεις θα σε θέλουν όλα τα αγόρια. Μπορεί να ξανάρθεις στην ίδια παραλία. Σίγουρα θα ‘ρθεις. Μπορεί να βρεις μια ξεχασμένη βάρκα -σαν κι αυτήν- να ακουμπήσεις την πετσέτα σου πάνω της. Αν και δε σε βλέπω να συμβιβάζεσαι με λιγότερο από ξαπλώστρα. Θα τους φας την ψυχή, δεν υπάρχει περίπτωση. Και θα τους αρέσει κι από πάνω. Έχεις τον τρόπο εσύ.

«παγωτό;»

«έφαγες ένα»

«θέλω παγωτό»

«ένα φτάνει»

«φάντα;»

«θα φάμε σε λίγο»

«φάντα»

«με το φαγητό, όχι τώρα»

«τότε και παγωτό και φάντα μετά»

«καλά μωρό μου, κάτσε να σου βάλω κι άλλο αντηλιακό τώρα στην πλατούλα, πριν αρχίσουν ν’ απλώνουν χερούκλες οι μαντράχαλοι»

Sodade, Cesaria Evora

 

————-

(placebo, ελλείψει συνταγογράφησης, αλλά the music’s not over yet)

fade to grey

Τριανταπέντε, τριανταεφτά, εκεί γύρω. Αν την είχε δει νωρίτερα ο σχαμερός ο Τίντο Μπρας, ίσως και να έφτιαχνε μια ταινία μόνο για αυτήν. Τη χρονιά του SalonKitty όμως δεν είχε καν γεννηθεί. Και στο  La Chiave θα ήταν ιεροσυλία να παίξει. Θηλυκό ναι, μα αν έπαιζε, μια τρίχα της Στεφανίας θα ήταν.

Ναι, μη με ρωτάς. Τρίχα από εκεί εννοώ.

Κάθεται τώρα πίσω απ’ τον πάγκο και βάφει τα νύχια της. Κάθε λίγο ορθώνει τα δάχτυλα και κοιτάζει το χρώμα. Νομίζω πως με κοιτάζει ανάμεσα από τα δάχτυλα. Εγώ κάνω ότι ψάχνω τα καρπούζια μπροστά της. Νιώθω σαν τον μικρό Αντουάν κι ας μην είμαι σε κομμωτήριο. Ελπίζω κάποια μέρα που θα μπω, και θα ‘μαστε μόνοι, να βάφει των ποδιών.

Δεν έχεις μικρότερα;

Σηκώνει το βλέμμα. Έρχεται ένα βήμα κοντύτερα, τώρα μας χωρίζουν μόνο μια σειρά καρπούζια και λίγα πεπόνια εβρίτικα, αυτά μπορώ να τα ξεχωρίζω δίχως βοήθεια. Μυρίζει ωραία, λίγο όζα, λίγο ιδρώτα, λίγο ροδακινίλα. Πότισε το δέρμα της εδώ μέσα, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα. Πάντα νύχτα ήταν όταν κλείδωνε. Άλλες πληρώνουν περιουσίες για κρέμες σώματος, αυτή αλλάζει κάθε μέρα. Χτες μύριζε σύκα. Μαύρα, αυγουστιάτικα. Ήθελα να την ανοίξω στα δυο, να τη γλείψω μέχρι να μη μείνει παρά μόνο λίγο δέρμα πάνω της, να κολλήσει ολόκληρη πάνω στο πρόσωπό μου αλλά είχε κι άλλους τρεις πελάτες εκείνη την ώρα. Δεν τόλμησα.

Τα μικρά δεν είναι καλά. Σπάνια να σας βγει καλό, ένα στα δέκα κι αν….

Της μιλάω στον ενικό, μου μιλάει στον πληθυντικό. Ονειρεύομαι πως είναι η Κίτυ Κέλερμαν κι εγώ ο Χέλμουτ Βάλενμπεργκ. Οι δυο μας ανάμεσα σε ένα σμάρι χρώματα, πράσινα, κόκκινα, μαβί, κίτρινα, καφέ, πορτοκαλί, ροζ, πιο κόκκινα, πιο μαβί, σαν παλιωμένο αίμα. Έγραφε ο άλλος ο δύσμοιρος για πενήντα γκρίζα όταν εδώ μέσα βρίσκεις τα άπαντα της Pantone. Συν τα χείλια της. Δεν ξέρω τι χρώμα ήταν αυτά, ποτέ δεν τα πέτυχα άβαφα. Μια φορά ήθελα να πω «θα κόψεις ένα κομματάκι τους να δοκιμάσω;» αλλά μας διέκοψε μια γριά που ήρθε να πάρει πιπέρια για γέμισμα.

Δεν έχω χώρο στο ψυγείο και το μισό θα πεταχτεί έτσι κι αλλιώς, μόνος είμαι αυτές τις μέρες.

Σε περίπτωση που δεν κατάλαβες. Αυτές τις μέρες.

Βγαίνει, έρχεται απ’ την μεριά μου. Χτυπάει ένα, με το χέρι που έμεινε άβαφο. Χτυπάει δεύτερο. Για να χτυπήσει τρίτο σχεδόν κολλάει επάνω μου. Σχεδόν. Για να μην κολλήσει πρέπει να κάνω ένα βήμα πλάγια, προς τα ροδάκινα, εκείνα τα αλμπίνικα, που μοιάζουν σαν τον Τζόνι Γουίντερ. Δεν πάω πουθενά, δεν μ΄αρέσει ο Τζόνι άλλωστε. Σταματάει στο τρίτο. Γυρίζει και με κοιτάζει στα μάτια. Τα πάντα επάνω της μυρίζουν βανίλιες. Με λίγη ώριμη ντομάτα στο τελείωμα.

Αυτό να πάρετε. Ακούγεται καλό.

Θέλω να την πετάξω πάνω στα καφάσια με τα νεκταρίνια. Τη μισή. Η άλλη μισή θα είναι πάνω στα ροδάκινα, τα καλά, εκείνα που όταν τα ξεφλουδίσεις θες να γλείφεις και το μαχαίρι, όπως το ‘κανε ο Γκάρι Όλντμαν με το ξυράφι. Όποια δίψα προλάβει να σβήσει κανείς. Θέλω να γεμίσει ζουμιά, να τρέχουν πάνω της, στις ρώγες, στην κοιλιά, στον αφαλό, στα μπούτια της, ως το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της. Να στάζει. Να ακούγονται τα αχλάδια που λιώνουν απ’ το βάρος της, τα καρπούζια να κάνουν κρακ, ν’ ανοίγουν στα δυο για να βγουν τα κουκούτσια και να τρέξουν να κολλήσουν στα λακκάκια στη μέση της, ψυχή έχουν κι αυτά. Να πάρω ένα σταφύλι και να το βάλω στο ένα της ρουθούνι, μετά άλλο ένα,  στο διπλανό. Κι όταν ανοίξει το στόμα της για να πάρει ανάσα, να της πω με λύσσα «τα καλύτερα ροδάκινα ποτέ δεν μου τα έδωσες, πάντα δυο τελευταία μένουν κάθε μέρα, τα παίρνεις μαζί σου και φεύγεις».

Καλό, άσχημο, αυτό θα πάρω.

Νομίζω πως τα λεμόνια και τα lime με αγριοκοίταξαν που πήγα να τους φάω τη δουλειά. Ούτε που τα ‘δωσα σημασία.

Την ώρα που πλήρωνα, είδα ένα ανοιγμένο βιβλίο πλάι στην όζα της.

Τι διαβάζεις;

Χαζό είναι, είπε λίγο αμήχανα. Δέκα, έντεκα ώρες όμως χωμένη εδώ μέσα διαβάζεις ο,τι σου δώσουν. Να, αυτό. 

Έπρεπε να το φανταστώ. Κοίταξα αφηρημένος προς εκεί που συνήθως υπήρχαν κολοκυθάκια. Και θυμήθηκα ότι ήταν τα πρώτα που τελείωναν, νωρίς νωρίς. Όλη η γειτονιά έλεγε πως η μυρωδιά και η γεύση τους δεν είχαν ταίρι σ’ ολόκληρη την πόλη..

 

 

 

άγονη γραμμή

Δώδεκα και είκοσι, δεν κουνιέται φύλο. Τέντες ανεβασμένες. Το θερμόμετρο χάλασε, κόλλησε στους 32, αυτά παθαίνεις με τα κινέζικα θερμόμετρα και τα δύστροπα καλοκαίρια. Μπαίνω και βγαίνω στο μπάνιο κάθε ώρα, ποτίζομαι, όπως οι ντοματιές μου στο μπαλκόνι. Κι όμως, όπως κι αυτές, κάθε μέρα μαραίνομαι όλο και περισσότερο, χωρίς να δω άνθος πάνω μου, πόσο μάλλον καρπό.

Άχνα τριγύρω, πρόπερσι, ακόμη και πέρυσι κάτι ακουγόταν από τα μπαλκόνια της γειτονιάς. Ένα πηρούνι, μια τηλεόραση, ένα φτηνό ρεφρέν, μισό γέλιο, δυο γυναίκες με ιδρωμένη τη γραμμή ανάμεσα στα στήθια τους που καληνυχτίζονται, κάτι.  Κάτι.  Ο,τι.

Κοιτάζω τους κάδους στο δρόμο. Κανείς δεν ασχολείται πια μαζί τους τα βράδια. Μόνον οι γάτες, όσες δεν μετανάστευσαν σε πιο ακριβές γειτονιές. Κάθε μέρα όλο και πιο λιπόσαρκοι γίνονται, τι περισσεύει να πετάξεις μέσα τους;  Στο τέλος θα τους βγάλουν και θα μας φέρουν τσίγκινους κουβάδες με καπάκι, όπως παλιά. Την εποχή που μόλις τους άδειαζε το σκουπιδιάρικο τους παίρναμε και τους κάναμε δοκάρια, για το προμεσημεριανό διπλό.

 

Ο ήχος της δερμάτινης μπάλας που χτυπάει πάνω στους ντενεκέδες. Δοκάρι και έξω. Ό ήχος απ’ το μέταλλο όταν πέφτει στο πλακόστρωτο, αδειάζοντας τα τελευταία απομεινάρια καρπουζόφλουδας που δεν καταδέχτηκε να πάρει η σκουπιδιάρα. Η μουσική απ΄το καπάκι που ταλαντεύεται καμιά δεκαριά φορές μέχρι να σιωπήσει. Τότε δεν ήξερα, μετά άκουσα να κάνει το ίδιο και ο ΜaxRoach. Δοκάρι και μέσα.

 

Κάθε κουβέντα και ένα ουφ. Φανερό ή φορεμένο από μέσα. Όταν μιλάμε, γιατί συνήθως δεν μιλάμε. Οι παύσεις είναι πια τόσο μεγάλες που για να τις  διασχίσεις χρειάζεσαι ποδήλατο. Κανείς δεν ρωτάει τον άλλον τι σκέφτεσαι; Ξέρουμε. Παλιά, ανάμεσα σε κουβέντες  κοίταζες ξένα πόδια και σκεφτόσουν τι καιρό κάνει μέσα τους, πόσο λέει το θερμόμετρο εκεί πάνω που ενώνονται, πόσο ψηλά θ’ αφήσει να φτάσει η σκέψη σου πριν την πιάσει και την γυρίσει στο αφεντικό της. Μερικά κορίτσια αγαπούσαν τις σκέψεις και τις άφηναν να φτάσουν στον προορισμό τους. Μερικά αφήναν κι εσένα, μαζί με τις σκέψεις σου.

Τώρα πάλι εκεί κοιτάζεις, αφηρημένος, και σκέφτεσαι αριθμούς, εφτά δόσεις, δυο απλήρωτους λογαριασμούς, τριακόσια χοληστερίνη, βάλε δέκα ευρώ αμόλυβδη, να μη χαλάω κατοστάρικο. Η γραμμή ανάμεσα στα στήθια τους δεν έχει πια κίνηση, μια σταγόνα κατεβαίνει που και που. Αν προλάβεις και τη δεις, αν προλάβεις και την πάρεις, ίσως σε πάει στον προορισμό σου. Αλλιώς πίσω, περιμένοντας την επόμενη, άγνωστο πότε. Αν το μυαλό σου είναι ακόμη εκεί, στην προβλήτα, και δεν βολοδέρνει σε κάποιο ξεθωριασμένο θέρος.

Ουφ για το σήμερα, ουφ για το αύριο. Ξεκίνησαν με σημάδια από χαστούκια στο πρόσωπο, μετά γεμίσαμε μελανιές παντού. Φέτος βαράνε κατευθείαν στην ψυχή οι καργιόληδες. Εκεί -λένε τα εγχειρίδιά τους- αργούν να φανούν τα σημάδια.

 

 

 

the great gig in the sky

Τι ώρα πήγε; σαν να άργησε κανένα μισάωρο ή μου φαίνεται;

Τρία τέταρτα. Ντίβα, μη χέσω. Απ΄το αβγό δεν βγήκε ακόμη, πέντε χρόνια βλόγερ..

Τι λες να παίξει σήμερα; παλιό σετ ή τίποτε καινούρια;

Μόνο παλιά έχει, το ίδιο τραγούδι γράφει επί χρόνια. Πολιτικά μη παίξει μόνο, δεν το ‘χει. Θα γλαρώσουμε στις καρέκλες.

Άμα θέλαμε πολιτικά πηγαίναμε στου Radical. Kαι για τρελλό αβανγκάρντ στου Old. Άμα σου ‘λειψε η Λόρι Άντερσον πας στη Ρίσκι και στάνιαρες. Εδώ πληρώσαμε για μιούζικαλ.

Εγώ σκυλομετάνιωσα που δεν πήγα στο Βυτίο ή στης Niemandsrose  ,εκεί τουλάχιστον δε ντρέπεσαι άμα σε δουν να μπαίνεις μέσα. Μπορεί να σε βγάλουν και καμιά φωτογραφία, «ήταν κι αυτός εκεί».

Σωστός, σκουφί έβαλα ως τη μύτη για να περάσω την πόρτα εδώ, αν μ΄ έβλεπε κανείς της αντιτρομοκρατικής ακόμη μελάνια θα είχα στα δάχτυλα.

Τουλάχιστον δεν μας βγαίνει ακριβός. Στου Πετεφρή τις προάλλες πήγα καπάκι και στις δυο συναυλίες για να τα χώσω στο encore. Καταφχαριστήθηκα. Kαι στο Χνούδι πήγα αλλά δεν βγήκε στη σκηνή. Παίζαν απ’ τα ηχεία κάτι ωραία παλιά της, ήπιαμε τον Αμαζόνιο, καπνίσαμε το Schwarzwald, γίναμε μωβ, συναυλία δεν είδαμε, καλά περάσαμε, φύγαμε.

Ακριβός όχι αλλά για ξινός μην ορκίζεσαι. Πας ρε παιδάκι μου στο Gasireu και θες να φιλήσεις με τρεις γλώσσες όποιαν κάθεται δίπλα σου, πας στη Three Wishes και έχεις σπρέι για την αναπνοή στην τσέπη, φλασκί με τεκίλα και προφυλακτικά για παν ενδεχόμενο, βγάζεις εισιτήρια για τον Silentcrossing και είναι σα να παίζεις στο Ναυαγό αλλά με ναυαγίνα την Μόνικα και τον I’m not a gun να κάνει σερφ στα μυαλά σου, τέτοια ωραία πράματα.

Ρε συ, προχτές πήγαμε στου Τσαλαπετεινού. Και μουσικές και βιντεογουόλ, δυο σ’ ένα, δεν το λυπάσαι ρε παιδί μου το εισιτήριο, δεν είναι τσίπης ο άνθρωπος, ένα μήνα πριν με πήγαν στο Δύτη, σα να έβλεπα τον Τζέρι Γκαρσία να παίζει παρέα με το Moby κάτω απ’ την Κάαμπα. Χαλάλι τα χιλιόμετρα και το μουσκίδι στο νιπτήρα λες.

Εισιτήρια για τον Vitamoderna πήρες;

Οκτώ. Στη μαύρη αγορά να τα πουλήσω, θα βγω απ’ την κρίση στεγνός. Πότε παίζει;

Oύτε ο ίδιος ξέρει. Συνήθως το μαθαίνουμε μετά το gig. Δεν έχει σημασία όμως, πρώτα αγοράζεις εισιτήρια και αν είσαι τυχερός τον βλέπεις κιόλας. Αν δεν είσαι περιμένεις την άλλη συναυλία, καινούρια εισιτήρια.

Ασύμφορος.

Κάθε άλλο. Στην τσίτα σε έχει ο guru, πάντα στην ουρά, μη σε καταπιούν οι καναπέδες. Red alert είναι ο άνθρωπος.

Πιάστηκε ο κώλος μου ρε, θα βγει αυτός ή τσάμπα τραβιόμαστε;

Μα δεν ήρθαμε γι αυτόν, δεν το κατάλαβες ακόμη;

Aλλά;

Mπαίνουμε εδώ που δεν έχει μεγάλη ουρά και μετά φεύγουμε για όλους τους άλλους. Έχει ένα πορτάκι κάτω απ’ τη σκηνή, μόλις αρχίζει να παίζει σιγά-σιγά την κάνουμε με λίγα κλικ, ένας ένας, μη πληγωθεί και είναι ευαίσθητο αγόρι, ούτε που παίρνει χαμπάρι πότε αδειάζει η πλατεία, στο θεωρείο μένει τελευταίος ο kopoloso που είναι φίλος του, κάποιος πρέπει να ζητήσει ένα encore στο τέλος.

Θλιβερό.

Όχι τόσο. Το χειρότερο είναι που ακόμη κι αν δεν υπάρχει ψυχή στην αίθουσα, ακόμη κι αν φύγουν κι ο σελιτσάνος με τη so far που έχουν ρεζερβέ στασίδι, πάλι κάνει encore. Τι να πεις…

Βαρέθηκα. Πάμε sraosha; όλο λέει ότι βαριέται κι όλο παπάδες παίζει. Γκράντε.

Εγώ έλεγα για Ξυδάκη. Ξέρεις τι αγοράζεις, λάθος νότα δεν έπαιξε ποτέ ο Jarrett. Εκτός κι αν πάμε και στους δυο για να μη χαλάσουμε τις καρδιές μας.

Πρώτα όμως περνάμε για πέντε σφηνάκια stolichnaya στα όρθια απ’ τον Silezukuk και τσιγάρα με ένα εξάμπυρο απ’ την psilikatzou. Οι παλιές αγάπες δεν ξεχνιούνται…

Άντε, τράβα μια φωτογραφία και hit the road, δεν θα ξεχειμωνιάσουμε εδώ..

 

 

 

(ξέχασα πολλούς αλλά θα έχουμε και επόμενη συναυλία)