sesame park

natural-sesameO κύριος Μπράουν αγόραζε κάθε δεύτερη μέρα ένα ζεστό πανκέικ με έξτρα σουσάμι από το σούπερ μάρκετ απέναντι από το Δημαρχείο. Λίγη ώρα μετά -για την ακρίβεια κάτι λιγότερο από εφτά λεπτά αν ψιχάλιζε ή το θερμόμετρο έδειχνε κάτω από 10 βαθμούς ή δέκα λεπτά αν απλά είχε μαύρα σύννεφα και κορίτσια χωρίς καλσόν στους δρόμους- καθόταν στο αγαπημένο του παγκάκι, στη γωνία του πάρκου που έβλεπε το λόφο με το κοιμητήριο. Οι σταυροί, οι μουχλιασμένες λίθινες πλάκες με τα χαραγμένα ονόματα και τους -κάποιες φορές- φοβιστικούς αριθμούς ήταν από την άλλη, την αθέατη πλευρά του μικρού λόφου, θαρρείς και κάποιος το ‘κανε σκόπιμα για να μην αποσπά την προσοχή των ανθρώπων από την αιώνια καθημερινότητά τους.

Ήταν πάντα λίγο μετά τις δέκα και μισή το πρωί (όχι κάθε πρωί όμως, αν οι κρουνοί στα σύννεφα ξεχνιόντουσαν ανοιχτοί με τις ώρες ή και με τις μέρες) όταν ο κύριος Μπράουν καθάριζε προσεκτικά το παγκάκι από την υγρασία και τα περιττά περιεχόμενα του γαστρεντερικού σωλήνα των σπουργιτιών, των περιστεριών και κάποιων ελάχιστων κοτσυφιών.

Έξυνε σχεδόν ευλαβικά το σουσάμι από την επιφάνεια με έναν μικρό σουγιά, κληροδότημα της μητέρας του. Με το ίδιο μικρό μαχαιράκι που εκείνη τρυπούσε σε τρία σημεία (ούτε σε ένα, ούτε σε δυο μα ούτε και σε τέσσερα) την παρασκευιάτικη μηλόπιτα, για να σιγουρευτεί αν ήταν έτοιμη να βγει από τη μήτρα του φούρνου.

Μετά έτρωγε το κουλούρι κοιτάζοντας τα δέντρα -μια συστάδα από καρυδιές και μουριές- στο βάθος του πάρκου. Τίποτε άλλο δεν αποσπούσε την προσοχή του, ούτε μαμάδες με καρότσια, ούτε φανατικοί τζόγκερς με πολύχρωμες φιτ στολές και φανταχτερά παπούτσια, ούτε καν τα καμπουριασμένα – από τα βάρη της ζωής άραγε; – δεκαοχτάχρονα που σέρναν πίσω τους μια στρατιά από fuck, cunt, deez και tosser αντί για τον σεξπηρικό, τον -έστω- Wordsworthιανό πλούτο της μητρικής τους γλώσσας. Κοιτούσε τα δέντρα σαν να κρυβόταν κάτι μέσα τους, πάνω τους, πίσω τους. Τίποτε δεν κρυβόταν. Μόνο μερικές άθλιες διώροφες τούβλινες αποθήκες, κάποτε δερματάδικα, μετά σκουπιδότοπος για σύριγγες, τώρα real estate λάφυρα.

Το ξεγυμνωμένο από σουσάμι κέικ γινόταν ακριβώς έντεκα μπουκιές. Ποτέ δέκα, ποτέ δώδεκα.

Τα πουλιά τον ευγνωμονούσαν για το θεσπέσιο και δυναμωτικό αυτό γεύμα. Δεν είχε καμιά σημασία αν η βαριά αλλεργία του στο σουσάμι ήταν ο λόγος που τα κοτσύφια και οι κοκκινολαίμηδες αξιωνόντουσαν συχνά πυκνά τέτοια βασιλική περιποίηση. Τα πουλιά δεν είναι υποχρεωμένα να γνωρίζουν τους λόγους και τα αίτια πίσω από την υστερόβουλη καλοσύνη των ανθρώπων.

….

Brixton to Phoenix

crumpled-paper-ball1

When Ι kick out your front door, you’ll be sleeping…

Εδώ και βδομάδες μέσα στο κεφάλι του κυρίου Μπράουν παίζαν λούπα το By the time I get to Phoenix και το Guns of Brixton ασταμάτητα. Aπό την ώρα που πάσχιζε να βγάλει μια στάλα οδοντόκρεμα απ’ το σωληνάριο μέχρι τη στιγμή που κοιτούσε -μουσκίδι στον ιδρώτα- το ξυπνητήρι πλάι του να δείχνει τέσσερις το πρωί.

Κάποιες νύχτες το οξυγόνο κρυβόταν σε τρύπες σκοτεινές και αχαρτογράφητες κι εκείνος έπαιρνε μικρές κοφτές ανάσες με δελτίο, πεινούσε, λιμοκτονούσε για αέρα που ήταν άφαντος. Knives replaced the air. Μην στρογγυλοκάτσεις κι εσύ τώρα, ήδη πνίγομαι με τ’ άλλα δυο, είχε σκεφτεί με τρόμο.

Ώρες ώρες, και με ήλιο και με σύννεφα και με μισό φεγγάρι και χωρίς φεγγάρι ακόμα, το μυαλό του κυρίου Μπράουν είναι Κολοσσαίο, τόπος απερίγραπτου μακελειού.

You can crush me, you can bruise me but youll find the note I left hanging on your door.

———— 

the fall by the house of Usher

33225110

Την ώρα που ο κύριος Μπράουν επέστρεφε βιαστικά με τα πόδια στο σπίτι κρατώντας μια χαρτοσακούλα με τα επείγοντα χρειαζούμενα (ένα μπουκάλι  γάλα, τσάι, ζάχαρη, μπισκότα πορτοκαλιού και ένα κουτί -προσφοράς- γατοτροφή, για το οποίο λογομάχησε με την ταμία, η οποία επέμενε πως η προσφορά είχε λήξει μια ώρα πριν), κοντοστάθηκε για λίγο στο αγγελτήριο θανάτου του που ήταν κάπως άτσαλα κολλημένο σε έναν βρώμικο μισογκρεμούλι τοίχο ανάμεσα στα σπίτια των Usher.

Oι Usher, δυο δίδυμα αδέρφια που είχαν από καιρό κλείσει τα εβδομηνταοκτώ, δεν είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους ούτε μια κουβέντα εδώ και μια γενιά (τριανταδυο χρόνια και τρεις μήνες, πιο συγκεκριμένα). Ούτε και με τον κύριο Μπράουν είχαν πάρε-δώσε. Για την ακρίβεια κανείς από την πόλη δεν θυμάται να είχε ποτέ οποιαδήποτε παρτίδα, μιαν ελάχιστη τυπική συναναστροφή μαζί τους, ειδικά μετά τη μέρα που πέθαναν οι γονείς τους (σε ένα τραγικό ατύχημα με αερόστατο που έγινε πρωτοσέλιδο σε όλη την κομητεία, ακόμη και στις γειτονικές). Ήταν, λέγαν οι γλώσσες, δύσκολοι άνθρωποι, μονόχνωτοι, απότομοι, σχεδόν αγενείς. Ο μόνος που έμπαινε και στα δυο σπίτια ήταν η ίδια καθαρίστρια. Η κυρία Nevermore. Μόνο αυτή θα μπορούσε να πει μια κουβέντα παραπάνω και για τους δυο, να φωτίσει έστω μια γωνιά του βίου τους, μα κρατούσε -άγνωστο με τι αντάλλαγμα, υλικό ή άυλο- το στόμα της ερμητικά σφραγισμένο.

Στο θέμα μας, όμως. Στο αγγελτήριο.

Ο κύριος Μπράουν ξεκόλλησε -με εμφανώς τσαλακωμένο το φλέγμα του- το μαβί χαρτί με το όνομά του, προσέχοντας να μη το καταστρέψει. Το δίπλωσε όσο καλύτερα μπορούσε, αφήνοντας την χαρτοσακούλα ανάμεσα στα πόδια του. Μετά το έβαλε στο πορτοφόλι, ανάμεσα στην κάρτα ασφάλισης και στην loyalty  κάρτα της Tesco. Ξαναπήρε την σακούλα στα χέρια και έκοψε δρόμο, ανάμεσα από τα σπίτια των Usher, εκεί που έχασκε μια τεράστια ρωγμή (αφύσικα μεγάλη για τόσο μικρό τοίχο), για να προλάβει να φτάσει τρία λεπτά νωρίτερα στον προορισμό του.

Οι πρώτες ψιχάλες ήδη έπεφταν. Ο ουρανός είχε το χρώμα μιας πάρα πολύ καταθλιπτικής κυριακάτικης νύχτας (μια απόχρωση σκοτεινότερη από gloomy) κι ας ήταν μόλις πέντε και δέκα, απόγευμα μιας κοινής καθημερινής ημέρας. Στο τέταρτο βήμα, μέσα στα χορταριασμένα χαλάσματα ανάμεσα στα σπίτια των Usher, ο κύριος Μπράουν παραπάτησε -μάλλον από την ταραχή του, για όσα προηγήθηκαν- και σωριάστηκε καταγής.

Το μπουκάλι με το γάλα έσπασε και πότισε το χώμα τριγύρω. Αυτή ήταν και η μόνη φωτεινή, σχεδόν λευκή, γραμμή μιας ιστορίας με πολύ χαμηλή νέφωση.

….

bête noire

32830257Σίτεψε πια, κουράστηκε. Φέτος έταξε στον εαυτό του το ακριβότερο δώρο που του ΄κανε ποτέ δεκεμβριάτικα: να μην αφήσει καμιά τύψη, καμιά ενοχή, κανένα «κι αν» ή  «αλλά» να μαγαρίσει τις τζινγκλμπελ ντέιζ.

Αν αυτά τα δαιμόνια τολμούσαν να δείξουν τα χαλασμένα τους δόντια, ήταν αποφασισμένος να τα αρπάξει απ΄τον λιγδιάρη λαιμό τους και να τα κρεμάσει σαν εξόριστα στολίδια στην πίσω πλευρά του δέντρου. Την σκοτεινή. Εκεί που ούτε λαμπιόνι, ούτε μπάλα, ούτε κορδέλα έζησε ποτέ. Γιατί ο,τι δεν βλέπεις δεν υπάρχει. Ποιός ο λόγος να το φτιασιδώνεις κιόλας;

Τα αποφάσισε και τα οργάνωσε όλα, με κάθε λεπτομέρεια. Είναι όμως κάποιες παράξενες νύχτες -την ώρα που τα ραδιόφωνα περιθάλπτουν βαριά τραυματισμένους ποιητές- που γεννοβολάνε με απερίγραπτες ωδίνες φρικιαστικές σκέψεις. Ότι δηλαδή σαν έρθει η ώρα να ξεστολίσει και να ξαναβάλει τα άπαντα της  εθιμικής καταναγκαστικής αλλεγκρίας  πάλι μέσα στα κουτιά τους και μετά στο πατάρι, αυτά τα καλικαντζάρια δεν θα είναι πάνω στο δέντρο. Θα περιμένουν υπομονετικά, βυσσοδομώντας, ακονίζοντας τα νύχια τους, καλά κρυμμένα μέσα στους τοίχους του σπιτιού για να αρχίσουν να πριονίζουν ξανά τον κύριο Μπράουν. Ζητώντας αίμα, εκδίκηση για τις μέρες και νύχτες που πέρασαν μακριά του. Για να πληρώσει ακριβά την αποκοτιά του να ζήσει χωρίς αυτά, λίγες χρονιάρες μέρες.

national geographic

32730011

Έχω χαρτογραφήσει κάθε σπιθαμή, κάθε χιλιοστό σου μέσα και έξω. Με αίμα, ιδρώτα, δάκρυα, υπομονή κι επιμονή, μέρα, νύχτα, χρόνια τώρα. Ανταμείφθηκα όμως, κανένας δεν θα το αμφισβητήσει ποτέ αυτό. Κανένας, ούτε καν εσύ. Όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουν οι γεωγράφοι ή οι δορυφόροι του μέλλοντος, κανένας, ναι κανένας δεν πρόκειται να μάθει τίποτε καινούριο για σένα που δεν το ξέρω ήδη εγώ και που δεν με εκπλήσει κάθε -μα κάθε- φορά που το αντικρίζω, σαν να ‘ναι η πρώτη, πάνω σου.

 -ΤΕΛΟΣ-

Ο κύριος Μπράουν διόρθωσε βαριεστημένα (αλλά ακραιφνώς επαγγελματικά) το εκπλήσσει στην τελευταία από τις 476 χειρόγραφες σελίδες (συνεπαρμένος από τον οίστρο, ο άγνωστός του νεαρός επίδοξος συγγραφέας είχε παραλείψει ένα σίγμα) και παρά τις ρητές εντολές του εργοδότη του, αποφάσισε – σφόδρα ενοχλημένος από τα απανωτά και υπερφίαλα «κανένας» – να απαντήσει.

time

32686796

Ο κύριος Μπράουν έφτιαξε προσεκτικά τον κόμπο της γραβάτας του. Και δυο αλανιάρες τρίχες στο δεξί του φρύδι. Μετά από μια τελευταία -τάχα μου φευγαλέα-  ματιά στον καθρέφτη, βγήκε ανήμερα των γενεθλίων του, την Κυριακή 30 Νοεμβρίου στις εφτάμιση το απόγευμα για να κεραστεί μια Γκίνες.

Συνεπαρμένος από τον κόσμο τριγύρω, στον πάγκο, στα τραπέζια, ακόμη κι έξω απ΄το μαγαζί,  ξεχάστηκε. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ήταν κιόλας Δεκέμβριος.  Τρομοκρατημένος από την αποκοτιά του να επιτρέψει στο χρόνο να κυλήσει τόσο γρήγορα, έκανε έναν μήνα (με μετρημένες μια προς μια τις ημέρες) μέχρι να αποφασίσει να βγει ξανά τόσο αργά για μια μπίρα. Και -φαντάσου- έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι να ξαναγιορτάσει τόσο παράτολμα τα γενέθλιά του.

σταφιδόψωμα

32647732

Κάθε Κυριακή πρωί μετά την λειτουργία, ο κύριος Μπράουν περπατά -όταν δεν βρέχει- ως το πάρκο που βρίσκεται εφτάμιση τετράγωνα μακριά από το σπίτι του. Το χειμώνα ντύνεται καλά, κασκόλ όμορφα περασμένο γύρω απ΄ τον φρεσκοξυρισμένο του λαιμό, ένα καμηλό παλτό αγορασμένο στις εκπτώσεις, παπούτσια με λαστιχένια σόλα (γυαλισμένα από το βράδυ του Σαββάτου), γάντια που μοσχοβολάνε ωριμασμένη δερματίλα.

Τα γάντια τα βγάζει μόνον όταν πετάει σταφιδόψωμο στις πάπιες.

Του αρέσουν οι πάπιες του κυρίου Μπράουν. Τις ταΐζεις και δεν σε ζαλίζουν με ευχαριστίες. Ούτε σε πληγώνουν αν προτιμήσουν τα μπισκότα του διπλανού. Δεν θυμώνουν αν πετάξεις ένα κομμάτι, ή και δυο, στις χήνες. Δεν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν θέλουν υποσχέσεις, δεν δίνουν υποσχέσεις. Φεύγεις, φεύγουν.

Ποτέ δεν θα σου πουν οι πάπιες «I love you, will you pay my rent?». Ποτέ δεν θα σου ζητήσουν τα ρέστα, όσο κι αν τις εξευτελίσεις.

 

….

δεκατιανό

brown-bag-lunch2

Στις 14 Νοεμβρίου (λίγο μετά τις μία το μεσημέρι) την ώρα που άνοιγε την χαρτοσακούλα για το δεκατιανό του, ο κύριος Μπράουν πληροφορήθηκε (άγνωστο πως, μα καλοθελητές υπάρχουν παντού) οτι κάποιος, κάπου, έγραφε ιστορίες για κείνον. Χωρίς να ζητήσει την άδειά του γι αυτό.

Έβαλε λίγο ενοχλημένος, λίγο αναστατωμένος, το         μέσα στην σακούλα και την έκρυψε στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου του. Λόγω της αστικής του καταγωγής  έβρισκε, ανέκαθεν, εξαιρετικά αγενές να μετράει κάποιος τις μπουκιές του. Και να λοξοκοιτάζει τι βάζει στο στόμα του.

Τέσσερις ημέρες μετά, θυμήθηκε την ξεχασμένη σακούλα και την πέταξε στον κάδο της ανακύκλωσης. Αφού πρώτα έβγαλε από μέσα το       , που κατέληξε στην λεκάνη του WC, κομμάτι, κομμάτι.

Όπως είναι λογικό, ποτέ κανείς τρίτος δεν έμαθε το περιεχόμενο αυτής της σακούλας. Ήταν μια μικρή αλλά σημαδιακή νίκη του κυρίου Μπράουν, ένας κρίσιμος πόντος στον αμφίρροπο αγώνα για την διαφύλαξη της ιδιωτικότητάς του, που μόλις άρχιζε.

 …

you’ve got me on my knees

32590025

O κύριος Μπράουν αγάπησε πρώτη φορά, παράφορα, βασανιστικά σχεδόν, στα τριανταοκτώ  του. Την λέγαν Layla. Roxanne. Peggy Sue. Gloria. Suzanne. Angie. Glendora. Eileen. Τις Παρασκευές τριγυρνάει στα bar, μέχρι την ώρα που θα ακουστεί το «last call» και διηγείται στον καθρέφτη ή στα μπουκάλια απέναντι (σκουπίζοντας με την ανάποδη της παλάμης του τον αφρό της Ο’hara’s) δυο-τρία στιχάκια απ’ την ιστορία της πρώτης και μοναδικής του αγάπης. Που την λέγαν Layla. Roxanne. Peggy Sue. Gloria. Suzanne. Angie. Glendora. Eileen.

κάθε τρίτη Κυριακή

32498163

O κύριος Μπράουν κάθε τρίτη Κυριακή επισκέπτεται τον πατέρα του στον Οίκο Φιλοξενίας (είναι απίστευτο τι χλιαρά ονόματα σκαρφίζονται οι άνθρωποι για να μπογιατίσουν το απόλυτο κενό), με ένα μικρό κουτί -του μισού κιλού- fat rascals στα χέρια. Εκείνος δεν τον γνωρίζει. Η άνοια έφτασε ως το μεδούλι του. Κάθε μέρα τρυπάει αλύπητα για να φτάσει πιο βαθιά.

Ο κύριος Μπράουν φεύγει μετά από ένα τέταρτο της ώρας (ούτε λεπτό παραπάνω) με ένα διπλόφαρδο χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό του. Επί πενήντα δυο χρόνια ο πατέρας του αρνήθηκε πεισματικά να τον αναγνωρίσει. «Δεν είναι δικό μου», της το ξέκοψε πάρα πολύ οργισμένος απ΄την αρχή. Γαμήθηκες με τόσους και τόσους, δεν θα τον φορτώσεις σε μένα. Και δεν τον είδε, δεν τον κράτησε στα χέρια του, ούτε του μίλησε ποτέ. Γι αυτόν παιδί δεν υπήρξε. Ούτε και για τον κύριο Μπράουν υπήρξε πατέρας, βέβαια. Αυτή η λέξη απαγορεύθηκε από τη μακαρίτισσα τη μητέρα του στο σπίτι. Μέχρι τη στιγμή που έμαθε -στις μικρές βορειοανατολικές γκρίζες πόλεις όλα μαθαίνονται, αργά ή γρήγορα- ότι το αλτζχάιμερ τον έδεσε πισθάγκωνα. Και ένιωσε πως ήρθε η ώρα.

Τώρα εκείνος είναι αδύνατον να απαντήσει στο «καλημέρα πατέρα». Ούτε να το αποφύγει μπορεί, έτσι άσχημα στριμωγμένος που είναι ανάμεσα στο κρεβάτι και στο ερειπωμένο μυαλό του. Μένει απορημένος, κοιτάζοντας το ταβάνι, το παράθυρο, την πολυθρόνα, τη νοσοκόμα που μπαινοβγαίνει, τον άγνωστο άνδρα που τρώει κουλουράκια δίπλα του γεμίζοντας ψίχουλα το πάτωμα και του κρατάει το χέρι την ώρα που -κοιτάζοντας το ρολόι του- λέει «Πρέπει να φύγω τώρα πατέρα, σε τρεις βδομάδες τα ξαναλέμε. Αν είσαι ακόμη εδώ».

a very flat tie

32442975

O κύριος Μπράουν κοίταξε απογοητευμένος το ξεφούσκωτο μπρος αριστερό λάστιχο του αυτοκινήτου του. Επί οκτακόσιες εικοσιμία ημέρες το αντίκριζε στην ίδια θλιβερή κατάσταση. Για οκτακοσιοστή εικοστή πρώτη ημέρα δεν θα πήγαινε στο σταθμό για να πάρει το τραίνο των εννέα και μισή. Σε λίγο θα στέρευε από δικαιολογίες.

Λεωφορεία στην μικρή τους βορινή πόλη δεν υπήρχαν και ο κύριος Μπράουν είχε να μπει σε ταξί δυο χρόνια. Συγκεκριμένα δυο χρόνια και τρεις μήνες ακριβώς, από εκείνο το πρωινό που η λατρεμένη του σύζυγος μπήκε σε ένα ταξί -με προορισμό τον σιδηροδρομικό σταθμό, για να επιβιβαστεί  στο τραίνο των εννέα και μισή- λέγοντάς του «θα τηλεφωνήσω το βράδυ αγάπη μου» και έκτοτε δεν είχε νέα της. Μετά από οκτώ μήνες, ανήμερα των γενεθλίων της, το πήρε απόφαση πως δεν θα του τηλεφωνούσε. Και μίσησε τα χωρίς αέρα λάστιχα, τα ταξί και τα τρένα. Μ’ αυτήν ακριβώς τη σειρά.

Ίσως, κατά βάθος, γι αυτό απέφευγε να βρει οποιοδήποτε άλλο μέσο -ακόμη και τα πόδια του, τι ήταν άλλωστε έξη χιλιόμετρα δρόμος- για να φτάσει ως την πλατφόρμα νούμερο 1 (η νούμερο 2 ήταν τρία βήματα πιο πέρα, μα πήγαινε σε λάθος κατεύθυνση). Γιατί ενδεχομένως  το τρένο θα τον πήγαινε εκεί που πήγε κι εκείνη και τότε θα ήταν υποχρεωμένος να την ψάξει, να την βρει και να την ρωτήσει για ποιο λόγο δεν του τηλεφώνησε πριν από οκτακόσια είκοσι βράδια.

οι τσέπες

32409701

Κάποτε, κάποιος, έβαλε κρυφά ένα σημείωμα στην τσέπη του κυρίου Μπράουν. Ένα σημείωμα που έλεγε «ποτέ δεν νίκησε ο φόβος, να το θυμάσαι».

Έγραψε κι εκείνος σ’ ένα χαρτάκι «ναι, αλλά μια ισοπαλία άνετα την παίρνει»  περιμένοντας υπομονετικά και χαιρέκακα να βρει την τσέπη του κάποιου -και την κατάλληλη στιγμή-  για να το γλιστρήσει μέσα της.