φράχτης

Οι άνθρωποι είναι μπερδεμένοι. Βλέπουν έναν τοίχο απέναντι και δεν ξέρουν, δεν είναι σίγουροι, αν τον έφτιαξαν αυτοί οι ίδιοι ή σιγά-σιγά τον χτίσαν άλλοι, δουλεύοντας σιωπηλά τις νύχτες,  όσο αυτοί κοιμόντουσαν, αρρώσταιναν, δούλευαν, πίναν, ταξίδευαν, πέθαιναν, τρώγαν ή κάναν έρωτα. Σιωπηλά, σχεδόν μουγκά, τις νύχτες. Για να μην ενοχλήσουν τους ανθρώπους που χτίζαν τον φράχτη.

Εκτός από μπερδεμένοι, είναι και φοβισμένοι. Βλέπουν έναν τοίχο απέναντι και δεν ξέρουν, δεν είναι σίγουροι, τι υπάρχει πέρα απ’ αυτόν. Αν δηλαδή τα δεινά τους θα τους συντροφεύουν στην από δω πλευρά ή τα χειρότερα κρύβονται από κει πίσω.

Στους απελπισμένους έχω πίστη. Σ’ εκείνους που οι υπερθετικοί του καλού και του κακού, τους είναι αδιάφοροι, ασήμαντοι, ανύπαρκτοι, κενοί νοήματος και ουσίας. Έχω πίστη σ’ εκείνους τους πεινασμένους που θα ψάξουν να βρουν λίγα ψιχουλάκια ελπίδας, ακόμη κι αν χρειαστεί να γκρεμίσουν το φράχτη με τα νύχια τους, αφήνοντας κομμάτια από τη σάρκα τους, απ’ την ψυχή τους την ίδια πάνω του. Σαν strange fruits, που ‘λεγε και η Billie.

Advertisements