τα στρατόπεδα

Τimes are a-changin’ , they don’t.

Η μνήμη και η εξουσία ανήκουν σε εσαεί αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Θα βρίσκεσαι είτε από εδώ είτε από εκεί. Ποτέ δεν θα κατορθώσεις να πείσεις την μια ή την άλλη ότι ακόμη κι αν άλλαξες στολή είσαι δικός τους. Μπορεί να είναι λέξεις, μπορεί να είναι έννοιες, συγκεκριμένες, αφηρημένες, δεν έχει σημασία, αφελείς πάντως δεν είναι. Ή τη μια θα υπηρετείς ή την άλλη, το ξέρουν, το ξέρεις.

Γι αυτό -όσες ενστάσεις κι αντιρρήσεις καθένας μπορεί να έχει- οι περισσότεροι από μας, από αυτό που αποκαλείται ευσχήμως «κυρίαρχος λαός», ποτέ δεν θα είμαστε πραγματική εξουσία. Γιατί καλώς ή κακώς επιλέξαμε η μνήμη μας να είναι πιο δυνατή, πιο ενοχλητική, πιο ηχηρή, πιο καθαρή από την δική τους. Γιατί μεγαλώσαμε μαθαίνοντας να τη ντρεπόμαστε και να τη σεβόμαστε. Πρώτα αυτήν, μετά τους άλλους.

Advertisements

η Απίστευτη Ιστορία του Ληγμένου Βαγγέλη Βενιζέλου

Κανείς και τίποτε δεν μπορεί να εκφράσει με σαφήνεια αυτό που με τρώει εδώ και καιρό. Είτε προφορικά, είτε γραπτά, είτε ψιθυριστά, είτε φωναχτά. Κανείς και τίποτε. Ευτυχώς. Αυτό δα έλειπε να βρεθεί ένας άγνωστος, γνωστός, ένας τυχαίος, πρόεδρος, αντιπρόεδρος, α’, β’, δεν έχει σημασία, και να με μεταφράσει λέγοντας “σε καταλαβαίνω, σε νιώθω”.  Αμετάφραστος θέλω να μείνω, να σκέφτομαι σε μια γλώσσα ακατάληπτη, πρωτόγονη, άγνωστη, κάθε στιγμή καινούρια, στριφνή, ανάποδη. Δικιά μου, σπάνια, άρα ακριβή, έτσι μ’ αρέσει να κοροϊδεύομαι. Να βρίσκω το ακριβό εκεί που δεν υπάρχει. Πριν μήνες τραγούδαγα κάθε πρωί -από μέσα μου, δεν είμαι δα τόσο Ροβεσπιέρος- «burn motherfuckers, burn!», τώρα ακόμη κι αυτό μου φαίνεται στρουμφοτράγουδο. Φτηνό. Εγώ σκέφτομαι ακριβά. Όχι σα λιμπερτίνος. Σαν ιακωβίνος.

Αλλιώς σκέφτομαι το πρωί την ώρα που πέφτει το ακριβό νερό πάνω μου, αλλιώς στο δρόμο για τη δουλειά καίγοντας ακριβή αμόλυβδη, αλλιώς στο γραφείο τσαλακώνοντας ακριβές ώρες, αλλιώς αργά το μεσημέρι απαντώντας στα τηλέφωνα με ακριβή κούραση, αλλιώς επιστρέφοντας στο σπίτι ρίχνοντας ακριβές ματιές στην άσφαλτο που τσιτσιρίζει, αλλιώς ανοίγοντας την πόρτα χωρίς να με υποδέχεται ούτε ένα ακριβό «θα φας;», αλλιώς ξαναρίχνοντας κι άλλο ακριβό νερό πάνω μου, αλλιώς απλώνοντας το ακριβά ιδρωμένο  πουκάμισο για να στεγνώσει, αλλιώς τσιμπολογώντας άκεφα λίγο ακριβό ρύζι, αλλιώς ανακαλύπτοντας ότι δεν υπάρχει ούτε μια ακριβή κρύα μπίρα, αλλιώς όταν απαντώ «τα ίδια» στην ακριβή ερώτηση «τι έγινε σήμερα;», αλλιώς όταν ξαναμετράω τα λεφτά που δεν υπάρχουν για τις πανάκριβες υποχρεώσεις της επόμενης μέρας. Κάθε στιγμή και άλλη γλώσσα. Άλλος κλείνω το ξυπνητήρι το πρωί και άλλος το ξαναρυθμίζω το ίδιο βράδι. Αυτό που γίνεται ενδιάμεσα, αυτά που σκέφτομαι ενδιάμεσα, ούτε ο Τζέκιλ, ούτε ο Χάιντ, ούτε ο Οβίδιος , ούτε καν ο Μπέντζαμιν Μπάτον θα τολμούσαν ποτέ να τα ονειρευτούν. Φτηνοί ερασιτέχνες.

Τώρα θέλω να ξεκινήσω για το φαρμακείο, τρεις γωνιές παρακάτω. Να πάω κοντά σ’ αυτόν με τα άσπρα, να σκύψω πάνω απ’ τον ώμο του συνωμοτικά -για να μη μας ακούει η μπαϊλντισμένη γριά που της μετράνε την πίεση στην καρέκλα παραδίπλα- και να του πω «κύριε Γρηγόρη, τελείωσε το φάρμακο, δώστε ένα, δυο, τρία.. φτηνά, ακριβά, καινούρια, ληγμένα, με συνταγογράφηση, δίχως, δε με νοιάζει, φάρμακα να ΄ναι κι ο,τι να ΄ναι». Χωρίς φάρμακα όχι στους τελικούς, αλλά ούτε ως το επόμενο πρωί φτάνουμε μ’ αυτούς τους φτηνούς που μπλέξαμε. Κατάλαβες αγορίνα μου;

summer into winter

Περασμένες οκτώ, τέλος βάρδιας ήλιου, οδηγώ ανάμεσα στο βουνό και το ποτάμι ακούγοντας Κριστόφ. Αν με ρωτάς γιατί τόση φτηνή απελπισία, θα σου πω δεν ξέρω. Λίγες μέρες πριν έκανα την ίδια διαδρομή με συνοδηγό Αλ Μπάνο. Ούτε και τότε ήξερα. Είχα χάσει τη διασταύρωση, ένας βούλγαρος με πόρσε που ερχόταν από πίσω με μούτζωσε σλάβικα γιατί έστριψα χωρίς να βγάλω ελληνικό φλας, σάμπως και θα μπορούσε να το μεταφράσει ο απόγονος του Κρούμου αν έβγαζα έγκαιρα..

Με την πλατεία μας ξεμπέρδεψα. Μάλλον. Μια, δυο, τρεις, μετά άρχισαν να έρχονται τα κουτιά με τις πίτσες, τις κρέπες, τα εξάμπιρα, τα simeco, δεν είχαμε και κανέναν να φασκελώσουμε τριγύρω, κάτι έρημα και σκοτεινά γραφεία του ΠΑΣΟΚ μονάχα αλλά είναι σα να κλέβεις παγκάρι, αυτοί μουτζώνονται και μόνοι τους, ένα βράδι πέταξα το τελευταίο κουτάκι της άμστελ στον κάδο της ανακύκλωσης και χάθηκα. Με ελαφριές τύψεις αλλά χάθηκα. Περπάτησα ως το σπίτι, μπήκα στο αυτοκίνητο, άνοιξα τα παράθυρα και ξαναπήγα στο βουνό, χρειαζόμουν άλλοθι, χρειαζόμουν αέρα, χρειαζόμουν όμως και αμόλυβδη, ή το βουνό θα έπρεπε να έρθει πιο κοντά ή θα μάθαινα να αναπνέω -ξανά- και στο μπαλκόνι για να μη καταστραφώ οικονομικά.

Εκεί, στο μπαλκόνι, βάλαμε ξανά κάτω τους αριθμούς για να δούμε τι αποτέλεσμα βγάζει το φετινό καλοκαίρι. Ακέραιο δεν βγαίνει, οπότε είπαμε να πορευτούμε με τα δεκαδικά κι ο,τι προκύψει. 1,20 αντηλιακή, 7,44 βουτιές, 2,2 πετονιές, 5,08 δύσεις ηλίου, 3,14 ανατολές, λίγη λαθραία άμμος στα σεντόνια, ενοχλητικό αλάτι ανάμεσα στα δάχτυλα, μερικές ατελείς αλλά έντιμες στύσεις, μετρημένες στο ένα χέρι τζούφιες ανατριχίλες, μάλλον απ’ την βραδινή υγρασία παρά από φιλότιμες ορμόνες. Και ούτε μια εφημερίδα. Ούτε καν βιβλίο. Μη σου πω ούτε καν κουβέντες. Μπούχτισα κι από κουβέντες.

Κάποτε -μαζί με τα βιβλία που διάλεγα για να μπουν στον σάκκο- έγραφα κασέτες για τις διακοπές. Πολλές. Η μουσική δεν σταματούσε στιγμή, όλα τα καλοκαίρια μου, τα καλοκαίρια μας, είχαν σάουντρακ ζηλευτό, side 1, side 2, εξηντάρες, ενενηντάρες, χρώμια, dolby, στη μέση εμείς. Νομίζω πως από τη μέρα που γεννήθηκαν τα cds, τα καλοκαίρια ξέφτισαν λιγάκι. Όταν ήρθαν τα mp3 ξεθώριασαν, όταν τα τραγούδια κρύφτηκαν μέσα σε κινητά οι ζέστες ξεψύχησαν κι ας έδειχνε 34 C υπό σκιά έξω. Δυο τέτοια ξεφτισμένα ομοναμούρ και ιοντινότε άκουγα τις προάλλες, ξεφτισμένα και ξεφτιλισμένα. Όμοιος ομοίω. Έπαψα από καιρό όμως να ντρέπομαι  για την κατάντια μου όταν οδηγάω μόνος κάνοντας ταυτόχρονα σαχλές βουτιές προς τα πίσω, χωρίς κανένα φόβο μη σπάσει ο σβέρκος μου ή βγω απ΄το δρόμο. Ούτε ο Φέτελ μπορεί να τα κάνει αυτά. Ούτε ο Σένα θα τολμούσε.

Μια κασέτα βρήκα πριν λίγες μέρες, μέσα σε ένα κουτί από παπούτσια που κάποτε φιλοξενούσε κάτι πάνινα superga, στη ντουλάπα με τα κοστούμια. Eίχε κι άλλες αλλά σ’ αυτήν έπεσε πρώτα το μάτι μου, είχε και χειροποίητο τίτλο, marine girls &  lazy boys. Πρώτος στην πρώτη πλευρά, Ben Watt, some things dont matter. Πρώτo στη δεύτερη πλευρά, plain sailing, Tracey Thorn, 1984 ήταν. Αν καλοσκεφτείς ότι κοντά τρεις δεκαετίες αργότερα, μιαν ολόκληρη γενιά δηλαδή, εκείνη συνεχίζει να τραγουδάει χωρίς αδιέξοδες πικρίες Oh, the divorces κι αυτός τα κατάφερε να γκριζάρει μια χαρά με κοτζάμ Σύνδρομο Churg–Strauss στους ώμους, συνειδητοποιείς ότι η μόνη ψήφος εμπιστοσύνης που μετράει, το μόνο δημοψήφισμα που θέλει με λύσσα «ναι» για απάντηση, είναι αν έχεις το κουράγιο, τα κότσια να μείνεις ακόμη ζωντανός μέσα σε τόσο θυμό, τόση αβεβαιότητα, τόσο γκροτέσκ, τέτοια παράνοια. Όσα συνταγογραφημένα χημικά κι αν ποτίζεσαι πρωί, μεσημέρι, βράδυ για να στέκεις όρθιος. Όσα αδέσποτα δακρυγόνα κι αν σταματάς λίγα χιλιοστά από τα μάτια σου κάθε μέρα γιατί fuckin’ boys don’t fuckin’ cry. Όσες ασπίδες κι αν βλέπεις ορθωμένες απέναντι να σου φράζουν το δρόμο για ένα βράδι στη θάλασσα με μόνη παρέα μια πετσέτα, μια μπίρα και ένα χαμόγελο. Ούτε καν μαγιώ, ρολόι, λεφτά, κινητό. Πριν ξαναγυρίσεις στα χημικά, τα δακρυγόνα, τα συντάξιμα, τα μεσοπρόθεσμα και τα εκπρόθεσμα. Για να προλάβεις έστω και μια λυτρωτική βουτιά προτού ξαναμπεί ο χειμώνας και η θάλασσα τα κάνει όλα λίμπα μέσα στο σπίτι, οργισμένη μαζί σου που την άφησες μόνη της φέτος…

————————–

Art : Ana Teresa Fernandez

buzz me bitch !

Μου είπες τις προάλλες «νομίζω πως υπάρχει κόσμος που γράφει με θρησκευτική ευλάβεια έχοντας στόχο -ή κρυφό καημό, εν πάση περιπτώσει- να μπει πρωτοσέλιδος στο buzz και στα σχόλια απο κάτω να γίνει ο Όλεθρος». Σου είπα ότι όσο η επιδοκιμασία των άλλων δεν είναι εμμονικός αυτοσκοπός και δεν τρέφεσαι μ’ αυτήν, δεν με πειράζει. Και να είναι όμως, πάλι μπορώ να ζήσω με την-ενίοτε όχι εσφαλμένη- ιδέα που έχει καθένας για τις λέξεις του, τις σκέψεις του και την προσφορά του στη διάδοση ρηξικέλευθων ιδεολογιών, διατύπωση καινοφανών θεωριών και διαμόρφωση του γραπτού λόγου στον εικοστό πρώτο αιώνα. Κι ο Ναπολέοντας ψηλός νόμιζε πως ήταν πάνω στο άλογο.

Μα η ιστορία έγινε, ειδικά τώρα με το γεμάτο Σύνταγμα,  Σκέφτομαι και Γράφω. Και περιμένω όσους τσιμπήσουν. Και μετά ένας μπάζος, δυο μπάζοι, δέκα μπάζοι, πέντε εκατομμύρια μπάζοι. Κι από κάτω ένα αμφιθέατρο πολιτίκ σχόλια, δυο αμφιθέατρα φατσούλες και χεράκια, τρία τοποθετήσου επί της διαδικασίας απολιτίκ συνάδελφε, τέσσερα διαφοροποιείσαι προπαγανδιστικά σύντροφε, πέντε μικροαστικά πουλάκια κάθονταν και παρακολουθούσαν αμήχανα τις πολύχρωμες  εμπριμέ μονόχρωμες επιχειρηματολογίες. Δε λέω, ωραίος και γόνιμος και δημιουργικός και -ενίοτε- ιλαρός  ο e-διάλογος αλλά αν δεν τον βαρεθείς στην ώρα του ή αν δεν βάλεις φρένο, κινδυνεύεις να τον φοράς μέχρι να ξεφτίσει ή να μη χωράς μέσα του. Ο φίλος μου ο Καρτέσιος είχε μια πιο ριζοσπαστική άποψη για το θέμα : e-διαλόγους δεν αντέχω πια, κόλλησα χιλιάδες ένσημα, πολλές φορές νιώθω ότι αντί απλώς να φεύγω όταν βλέπω λεξιλάγνους ή στρατευμένους να μονομαχούν, είναι καλύτερο να έχω ένα πιστόλι πρόχειρο για να κλείνει γρήγορα και αποτελεσματικά η συζήτηση. Τραβηγμένο, πού να τρέχεις να βρεις πιστόλι σήμερα…

Αν βρεις εσύ, μη πυροβολείς αδιακρίτως. Δεν είναι το buzz το θέμα, ούτε το πρόβλημά σου. Εκεί, άλλωστε, διάβασα (κι εσύ το ίδιο φαντάζομαι) και διαβάζω πράγματα που μου άνοιξαν τα μάτια ή με έστειλαν ισοπεδωμένο στον καναπέ με εγκεφαλική παράλυση. Όμως μη ξεχνάς πως κάθε καλλιτέχνης έχει την ευθύνη για το έργο του, κάθε επισκέπτης για τις αντιδράσεις του,  don’t blame the museum.

τέσσερις και μια νύχτες

Τέσσερα βράδια φέτος, το πέμπτο θα κοιμηθούμε σπίτι.

Της είπε.

Είχε βάλει κάτω βενζίνες, διόδια, δωμάτιο, ταβέρνες, ένα κομάτι πίτσα στο χέρι, ένα ποτό το βράδυ, μάλλον μπίρα, σίγουρα μπίρα, ούτε οι βάρκες ούτε τα πανιά βγήκαν ίσα αλλά για να μη πονέσει κι άλλο το στομάχι του αποφάσισε πως το ναυπηγείο έφταιγε, αυτοί θα ξεκινούσαν κι αν ο γιαλός έβγαινε στραβός θα γύριζαν μια μέρα νωρίτερα. Για όλα υπάρχει λύση εφόσον υπάρχει δρόμος. Σε καράβι δεν θα ‘μπαιναν γιατί τα βαπόρια και τα λιμάνια είναι φυγόπονα, η άσφαλτος δεν σταματάει λεπτό τα δρομολόγια.

Τι θα προλάβουμε να κάνουμε τέσσερις μέρες; ώσπου να βγάλω ρούχα και πετσέτες απ’ τη βαλίτσα θα πρέπει να τα ξαναπακετάρω.

Δεν το είπε με παράπονο. Με κούραση το είπε. Και μόνο στη σκέψη του βάλε-βγάλε-βάλε ο ιδρώτας στο μέτωπο και στη γραμμή ανάμεσα στα στήθη της αυθαδίαζε. Ούτε δυο  ώρες δεν έχω που βγήκα απ’ το μπάνιο, σκέφτηκε, ξανά μανά αφρόλουτρα, ενυδατικές και νερά. Δεν τον μπορούσε τον ιδρώτα όμως, ούτε τον δικό της, ούτε -ακόμη χειρότερα- τον δικό του. Μετά από δεκαεφτά χρόνια καλύτερα να της έλεγες να αγγίξει βάτραχο παρά το ιδρωμένο δέρμα του. Τα ίδια σκεφτόταν κι αυτός, μόνο που αντί για βάτραχο όταν την έβλεπε ιδρωμένη σκεφτόταν σαλίγκαρο. Ιδρώτες δηλητήριο…

Τι θέλεις να σου κάνω εγώ; απάντησε. Και το πεντακοσάρικο που θα ξοδέψουμε πολυτέλεια είναι, η άλλη ξεκινάει φροντιστήρια τον Αύγουστο. Μακάρι να είχαμε θάλασσα στα πόδια μας να σε πηγαίνω μέρα παρά μέρα, να μη βάζεις και βγάζεις ρούχα και πετσέτες στην τσάντα αφού σ’ ενοχλεί τόσο.

Τα είπε αυτά σκαλίζοντας αφηρημένα το πορτοφόλι του, τι έψαχνε άγνωστο, το περιεχόμενο γνωστό, μερικές αποδείξεις, λίγα κέρματα, ένα εικοσάρικο, δυο πιστωτικές, ταυτότητα, μια εικόνα της Παναγίας της Σαλαμιώτισσας. Και δυο κάρτες από γιατρούς, απ’ αυτές που κάνεις συλλογή όταν περνάς τα σαρανταπέντε.

Άκου με, δεν είναι το ίδιο και το ξέρεις. Να φύγω θέλω, να μη βλέπω αυτά τα ντουβάρια, αυτό το μπαλκόνι, αυτές τις γλάστρες, αυτά τα κάδρα, αυτό το κρεβάτι, αυτούς τους καναπέδες, αυτές τις κουρτίνες. Να φύγω και να ξημερωθώ όπου να ‘ναι, αρκεί να μη ξαναγυρίζω εδώ τα βράδια, κοιμάμαι και το ταβάνι είναι μια σπιθαμή από τη μύτη μου, ανάσα δεν μπορώ να πάρω, το σπίτι μίκρυνε, οι τοίχοι του κουνιούνται, πλησιάζουν ο ένας στον άλλον, στο τέλος θα γίνουν ένα, δεν θέλω να είμαι μέσα εκείνη την ώρα, δεν το καταλαβαίνεις εσύ αυτό;

Το καταλάβαινε. Κινούμενους τοίχους όμως δεν μπορείς να σταματήσεις με ένα μισθό, κι αυτόν ανάπηρο. Τι να βάλεις ανάμεσά τους για να μη σε λιώσουν; εδώ μέσα ούτε γνωστοί και φίλοι ερχόντουσαν πια, να βάλουν κόντρα με τις πλάτες τους, με τα γέλια τους, με τις κουβέντες τους, να αργήσει λίγο το τέλος. Έχουν κι αυτοί να παλέψουν με τα δικά τους ντουβάρια, με τα δικά τους ταβάνια, με τα δικά τους πεντακοσάρικα που δεν βγαίνουν πέντε νύχτες όποια αριθμητική πράξη και να κάνεις. Τέτοια μαθηματικά με νύχτες ποτέ δεν μας διδάξαν στο σχολείο. Με ύλη που δεν διδάχτηκε, τα καλοκαίρια από δω και πέρα θα παραμείνουν άλυτα. Με ιδρώτα που μυρίζει  σπιτίλα και ξεθυμασμένη φτηνή μπίρα…

————————– 

art : Αlyssa Monks

Έθνος Υπέρβαρον

Θέλω όσο ποτέ άλλοτε να διαψευσθώ αλλά νομίζω  πως η απόσταση από το θυμωμένος κι από το οργισμένος μέχρι το απελπισμένος δεν περπατιέται πολύ εύκολα. Είναι στρωμένη με πάρα πολλές αμφιβολίες, πολλά «ναι μεν αλλά», μια στρατιά «και μετά τι;», ενδεχομένως και αρκετές ενοχές για την παρατεταμένη, τη μακρόχρονη βολική σιωπή. Και «μου» και «μας».

Μάλλον υπάρχει λίπος ακόμη. Λίγο σε πολλούς, περισσότερο σε λίγους, αρκετό σε αρκετούς, ελάχιστο στους περισσότερους, δεν ξέρω. Όσοι νομίζουν πως έχουν, αυτοί ξέρουν. Κάποιος όμως που δεν έχει γραμμάριο να χάσει, από ένα οριακό σημείο και μετά σταματά να γαβγίζει και να δείχνει τα δόντια του μόνο. Τα μπήγει κιόλας. Κρέατα υπάρχουν. Κι ας είναι των παλιών αφεντικών, ακόμη και τα γέρικα σκυλιά τρελαίνονται όταν δεν μπορούν να μάθουν νέα κόλπα ή αν τ’ αφήσεις νηστικά.

Και όρεξη για κουβέντες υπάρχει, εκτός από λίπος και κρέας. Δεν πρόλαβε ο Βαρουφάκης να στείλει μήνυμα στον αγαπητό πρωθυπουργό Γιώργο, του απάντησε ο Αρίστος Δοξιάδης πριν καν κρυώσει το mouse. Για να επιβεβαιωθεί -ξανά- πως ακόμη κι αν αυτή η χώρα χαθεί από προσώπου γης, πάντα θα υπάρχουν δυο άξια τέκνα της που θα ρίχνουν με νεροπίστολα βιτριόλι ευφυούς ειρωνείας ο ένας στον άλλον πάνω απ’ το φρεσκοκλεισμένο φέρετρο, εν είδει επικήδειου. Αρκεί να έχει απομείνει έστω και ένας ακροατής, για χειροκρότημα, για μπιζάρισμα, για γιούχα ή μπαζάρισμα.

the great curve

Οι καθρέφτες είναι αμείλικτοι. Το ίδιο και τα περυσινά μαγιώ. Δεν ξέρεις ποιο από τα δυο να πρωτομισήσεις. Ο χειμώνας, βλέπεις, μου έπεσε βαρύς. Τρομοκρατήθηκα, ήπια, έφαγα, ξάπλωσα, κάπνισα, σαν να μην υπήρχε αύριο. Είχα σχεδόν πεισθεί μετά το Καστελόριζο πως άλλο καλοκαίρι δεν θα υπάρξει, πως εκείνο του 2010 ήταν το τελευταίο, τα χρόνια που θα ακολουθούσαν θα είχαμε μήνες που θα τους λέγαν Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και θα ‘ταν απλώς πιο ζεστοί από τους προηγούμενους και τους επόμενους. Ζεστοί και άδειοι.

Έσφαλα. Συνηθισμένο.

Τώρα ονειρεύομαι απογεύματα στη θάλασσα, την ώρα που εξαφανίζεται ο ήλιος. Πέντε λίτρα αμόλυβδη χρειάζομαι στο πηγαινέλα, μπορεί και τέσσερα, κανείς δεν με κυνηγάει. Ούτε οι γλάροι κάνουν αμάν για να με δουν, ούτε με περιμένει κανείς το βράδι στο σπίτι. Πέντε λίτρα αμόλυβδη, έξη κουτάκια μπίρα, τέσσερις ώρες, όταν η άμμος αρχίζει να κρυώνει. Απλά, μονοψήφια μαθηματικά.

Αρκούν. Χορταίνεις.

Το δέρμα τους είναι πιο ωραίο όταν δεν πέφτει ο ήλιος πάνω του. Όταν έρχεται λίγη ψύχρα από τη θάλασσα. Την ώρα που θα γλιστρήσει από τα χείλια τους μια σταγόνα μπίρα, θα κατηφορίσει προς το σαγόνι και θα πέσει στο στήθος τους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που αυτό θα σου πει «κρυώνω» με τον πιο εύγλωττο απ’ τους εύγλωττους τρόπους. Όσο βγάζουν τα ρούχα, στην έρημη πια παραλία, για μια μεγάλη βουτιά. Κι ούτε χαλάρωση, ούτε κυτταρίτιδα, ούτε ήρθε ξανά ώρα για αποτρίχωση γαμώτο βλέπεις μετά. Δεν έχει μετά.

Ώρα για μια μπίρα ακόμη. Πάρε κι εσύ μια..

Δεν χρειάζεται φέτος να πας μακριά. Το φευγιό στο μυαλό είναι, ούτε στα καράβια, ούτε στις προβλήτες, ούτε στα ενοικιαζόμενα, ούτε στις πισίνες, ούτε στις κρυμμένες κι απ το θεό παραλίες, ούτε στα λινά διάφανα, ούτε στα αντηλιακά με μυρωδιά ροδάκινο, φράουλα ή μάνγκο. Και προπαντός ούτε στις λέξεις.

The world  moves on a womans hips είπε ο άλλος. Eκεί ακριβώς να πας. Την ώρα που χάνεται ο ήλιος.