το μόνο μέρος στον κόσμο

μη πεις λέξη. μη γράψεις λέξη. μη. άφησέ το όπως είναι μια φορά

Advertisements

τζάνκι

Ξενώνες με παράξενα ονόματα, πέτρινα και ξύλινα δωμάτια, κρύο έξω, μέσα ζέστη, κρασιά, τσιμπολόγημα, σιωπές, κουβέντες, γέλια, γαμήσια, βόλτες, ψιλόβροχο, ξενύχτια, ανοιχτά παράθυρα να φύγει η μυρωδιά απ’ τα τσιγάρα σου, βγαλμένα ρολόγια, μουγκά κινητά, τσίπουρα και τσάγια, καφέδες σκέτοι, το ρούχο σου που μυρίζει όπως όταν ήσουν εικοσιπέντε, μια αγκαλιά ξύλα, μαρμελάδα πορτοκάλι, παρκαρισμένα αυτοκίνητα με άγνωστες πινακίδες στην πλατεία, ησυχία, το μόνο που ακούγεται είναι οι ψιχάλες που χτυπάνε στην κουκούλα μου, πριν χρόνια ακουγόταν ένα ντουπ ντουπ κάτω απ’ τα πουλόβερ μας, σήμερα τα πουλόβερ βγαίνουν με ηχομόνωση, καθαρά παπλώματα, πολλά μαξιλάρια, σαν κρεβάτι-οχυρό, θα επιτεθείς και θα συνθηκολογήσω, σκαλιά για πάνω, ανεβαίνεις και χαζεύω τα πόδια σου, θέλω να γίνω σκαλοπάτι και να κάτσεις πάνω στο στόμα μου γυμνή, και πάπλωμα να γίνω δεν με χαλάει, λέρωσες το σεντόνι, δε με νοιάζει..δικά μου είναι, ένα πουλί στο παράθυρο μας κοιτάει λοξά, ένα πιάτο φασολάδα με ένα κουτάλι, ο ταβερνιάρης μας κοιτάει πιο λοξά απ’ το πουλί, μυρωδιά από βρεγμένα φύλλα στο μονοπάτι, το μόνο μέρος στον κόσμο -μαζί με τα ανοιχτά πόδια σου- που αναβλύζει μύρο, βγαλμένα γάντια για να πιάνω χέρι μέσα στην τσέπη σου, περίπτερο πουθενά, η γιαγιά στο καφενείο-μπακάλικο, δεν πουλάω τσιγάρα ψυχή μου, σπίρτα μόνο, στο ‘λεγα να πάρουμε τσιγάρα απ’ το δρόμο, το τελευταίο μισό-μισό, εντάξει; ένα τσίπουρο ακόμη, δύο, τρία, λάβα που κατεβαίνει βασανιστικά ως το στομάχι σου, ως τα -ωραία κομμένα- γόνατα, μια κονσέρβα ντακόρ πλάι στη σόμπα με δυο φέτες χτεσινό -δανεικό απ’ τη γιαγιά- ψωμί, πόδια που στεγνώνουν στη φωτιά, για κατευόδιο ένα λουκάνικο στο χέρι που έκαιγε πιο πολύ απ’ τα κάρβουνα, έξω λίγο φως, μέσα σβηστό φως, αναμμένα ξύλα, τώρα θα επιτεθώ εγώ και θα παραδοθείς εσύ, παίζουμε τα στρατιωτάκια αλλά όχι αμίλητα, ούτε αγέλαστα, μη μου σπας πάλι τα νεύρα με το λερωμένο σεντόνι, οι επόμενοι θα κοιμηθούν σε καθαρό, χέστηκα για τους επόμενους, χέστηκα για τους προηγούμενους, τώρα είναι τώρα, αρκεί αυτό.

Μια, δυο βραδιές, ένα σακ βουαγιάζ, μια αλλαξιά, τρία διόδια,  μισή ντουζίνα χαπάκια, δέκα ρυτίδες και χίλιες -παραπάνω είναι αλλά ποιός κάθεται να μετράει- γκρίζες τρίχες μακριά.

Είμαι σε καλό δρόμο. Φράγκο τσακιστό δεν έχω, πτώχευσα παντοιοτρόπως προ πολλού, μα δεν μπορώ να απεξαρτηθώ απ΄τους παλιούς χειμώνες. Δεν θέλω κιόλας. Εκεί έμεινα και δε λέω να ξεκολλήσω, κοντά στο τζάνκι, να μου λέω παραμύθια.

——————–

λεφτά δεν υπάρχουν, να ξοδέψουμε τις τελευταίες λέξεις που μας έμειναν πριν τις αποχωριστούμε κι αυτές

φραγή

Το ξυπνητήρι ακούγεται πιο θρασύ, το φως είναι αλλιώτικο στις εφτά. Το ίδιο και το πρωινό ξύπνημα, εκεί που πριν λίγες βδομάδες έσπρωχνες με τα πόδια το σεντόνι μακριά σου, τώρα το αγαπάς ξανά, μέχρι το λαιμό. Αλλάζεις πλευρό. Το στρώμα θέλει γύρισμα, το πάνω κάτω και τα πόδια στο κεφάλι, η βαρετή τελετουργία του δίμηνου. Ανοίγεις μάτια και σκέφτεσαι με αριθμούς. Μόνο με αριθμούς. Παλιά, πολύ παλιά, έβλεπες μια γυμνή πλάτη, μέση, πόδια δίπλα σου και άπλωνες το χέρι. Τρυφερά ή υπαινικτικά. Τώρα σκεπάζεις τη γύμνια, για να μη κρυώσει, για να μη βλέπεις, για να μη σκέφτεσαι, για να μη χάσεις τη σειρά απ’ τα συν και τα πλην. Αν χαθείς μέσα τους δύσκολα ξαναβγαίνεις, Αριάδνες καλόψυχες δεν υπάρχουν σήμερα, ούτε ευάλωτοι μινώταυροι. Και τους λαβύρινθους δεν τους κάνουν όπως παλιά, οι αρχαίοι ήταν ερασιτέχνες, οι σημερινοί θα παίρναν νόμπελ αρχιτεκτονικής, αν υπήρχε. Κακώς δεν υπάρχει. Τι σκέφτεται ο άνθρωπος με την τσίμπλα στο μάτι…

Δεν θέλω να διαβάζω τίποτε. Ούτε να βλέπω. Ούτε να ακούω. Αλλά διαβάζω, βλέπω, ακούω. Θυμώνω, λυπάμαι, καγχάζω, καταριέμαι, βρίζω, οικτίρω, σκάω, κλαίω, μερικές φορές γελάω κιόλας. Μαζί μου, κυρίως. Κρυφά όμως, ούτε μισή ρυτίδα στο πρόσωπο φανερώνει το τι βράζει μέσα μου. Η χαρά της ιατρικής επιστήμης. Μου ΄ρχεται στο μυαλό -όσην ώρα μπαίνω κάτω απ’ το νερό για να ξυπνήσω- αυτό που είχε πει ο Ντεπαρντιέ σε μια ταινία, ούτε θυμάμαι ποιάν, «αν κρατάς άσχημα πράγματα μέσα σου, θα βγουν μια μέρα έξω ανοίγοντας μιαν άσχημη τρύπα, στο στομάχι, στην καρδιά, στο κεφάλι, στο έντερο, θα βγουν πάντως και θα σ’ αφήσουν διπλωμένο πάνω σε ένα άσπρο σεντόνι». Δεν είναι καλή παρέα ο γάλλος την ώρα που πλένεσαι, άσε που είναι πλατύς και το μπάνιο μας μικρό, σκέτη δυσφορία.

Μετά φεύγω. Μια μέρα όπως ολωνών. Με συν και πλην. Κάποιες φορές γράφω γι αυτά, τις περισσότερες όχι. Όταν γράφω είναι για να ‘χω να θυμάμαι, έριξα μια ματιά τις προάλλες σε όσα έγραφα τέσσερα, πέντε χρόνια πριν και έφριξα με την αναλγησία μου. Πού τον έθαψα τον άλλον που ζούσε μέσα μου; αν με συλλάβουν και μου πουν «πήγαινέ μας τώρα στον τόπο του εγκλήματος» ποιόν θα βρω να με πιστέψει σαν του πω «δεν θυμάμαι τίποτε, ούτε λέξη, αυτός που λέτε ποτέ δεν έζησε εδώ»; Χωρίς πτώμα δεν νομίζω ότι θα με καταδικάσουν. Το τι θα κάνω εγώ μαζί μου είναι άλλη ιστορία, δικαστής, ένορκος, εισαγγελέας και δεσμοφύλακας μαζί. Μη σου πω και δήμιος.

Λίγο πριν τις έντεκα, επιστρέφω σπίτι με δυο γάλατα, όχι μπίρες, οι νύχτες ψύχραναν, το μέσα μου το ίδιο, σηκώνω το βλέμμα μου, οι οικοδομές ολόγυρα χρειάζονται βάψιμο και συντήρηση επειγόντως, σε ένα-δυο χρόνια οι σοβάδες θα πέφτουν στα κεφάλια μας αν δεν πέσει πρώτος ο ουρανός να μας πλακώσει, στο πεζοδρόμιο διασταυρώνομαι με μια γυναίκα -δεν συγκράτησα το πρόσωπό της, ούτε καν περίγραμμα- που μυρίζει ωραία, πολύ ωραία, γνώριμα, ξάφνου θυμάμαι -και με συλλαμβάνω να χαμογελώ, πράξη καταδικαστέα και οπωσδήποτε αντικοινωνική- εκείνο το σύνθημα στον τοίχο, «όσα ρούχα και να αγοράσεις εγώ θα σε σκέφτομαι γυμνή».

Μετά μου ‘ρχεται στο μυαλό το «αγοράσεις» και το χαμόγελο παγώνει. Πάλι καλά, σε κάποιους, σε κάποιες, κόβεται στο «γυμνή». Κανείς μας δεν είναι όπως παλιά. Κοινότυπο κοινότοπο μα καλό είναι να μη το ξεχνάς. Και το μέσα έξω να γυρίσεις δεν φοριόμαστε, άλλοι στενέψαμε, άλλοι φαρδύναμε, άλλοι κοντύναμε, αυτό κυρίως.

Με το «σκέφτομαι» τι γίνεται όμως; μπορείς ακόμη ή έβαλες φραγή;

 

 

 

 

bjork me baby

Την πολυθρόνα απέναντι και την καρέκλα στο μπαλκόνι, που με φιλοξενεί τώρα, τις  χωρίζουν ακριβώς έξη βήματα. Τι από τα εδώ μέσα είναι γραμμένο στην καρέκλα φαίνεται εύκολα, μπίρες, τσιγάρα, ιδρωμένα φανελάκια, παγάκια, βασιλικός, σακούλες με σκουπίδια που με κοιτάζουν εκλιπαρώντας να τις βγάλω βόλτα. Τη μέρα που θα διαβώ την μπαλκονόπορτα και θα την κλείσω –περίπου- οριστικά για οκτώ  μήνες, για να ξανακαθήσω στην πολυθρόνα, δεν θέλω να τη σκέφτομαι. Όλα μείον. Κοινόχρηστα συν. Και τσιγάρα έξω. Καπνιστής δεν είμαι μα με πληγώνει το έμπα-έβγα, ρίξε ένα χοντρό πανωφόρι στους ώμους, βάλε παπούτσια χωρίς κάλτσες (με τις παντόφλες δεν μπορώ, νιώθω σαν να κόβω βόλτες σε διάδρομο νοσοκομείου για να γλιτώσω τη θρόμβωση), βρες μια γωνιά που δεν θα σε πάρουν οι βοριάδες, άναψε και τόλμα λίγες ανάπηρες τζούρες, μέχρι να φτάσεις στην τρίτη έφτασες κιόλας στο φίλτρο, ή θα μάθω να στρίβω ή θα βγαίνω μόνο με νηνεμία. Να σαλιώνω χαρτάκια δεν μπορώ, να ‘ταν γνώριμο δέρμα εντάξει, θα μπορούσα να πεθάνω από αφυδάτωση. Στριφτά όχι. Ελπίζω στην καλοσύνη του θεού των μποφόρ. Αυτόν το θεό όμως τον αποκαθηλώσαμε στα μέρη μας, σαν αρχίσει να φυσάει δεν στέλνεις παιδί με τα πόδια στο σχολείο, θα πάρει αυτόματα μεταγραφή σε άλλο νομό, όπου σταματήσει. Μερικά τα βρήκαμε χρόνια αργότερα στην Κρήτη, ευτυχώς πρόλαβε και πέθανε ο Μινώταυρος και δεν μας κατηγόρησε κανείς για φόρο αίματος.

Θυμήθηκα τα τερτίπια του Τσαγκαρουσιάνου και των μικρών στάθηδων στο 01, «αυτό το τεύχος γράφτηκε ακούγοντας Σάρα Βον, Άφεξ Τουίν, Φώτη Πολυμέρη, Λου Ντόναλτσον και Βίκη Μοσχολιού». Κάτι μου διαφεύγει αλλά κάτι πρέπει να σκεφτώ κι εγώ για το τέλος αυτού του ποστ, ξεροσφύρι γράψιμο ίσον φτήνια.  

Προς το παρόν στράγγιξα την τρίτη φιξ. Ακούγοντας τις φωνές της ρωσοπόντιας -αν πιεις πάνω από δυο καταπίνεις μαζί και την πολιτική ορθότητα και τους παλιννοστούντες και την πίκρα σου που δεν έχει τέταρτη στο ψυγείο- από το μπαλκόνι αριστερά και κάτω, στον λαϊκό πρώτο της διαγώνιας οικοδομής. Εγώ ζω στον αστικό τρίτο. Και τέταρτο έχουμε αλλά δεν ξέρω ποιάς τάξης όντα ζουν εκεί, ούτε και με νοιάζει, αρκεί να πληρώνουν τα κοινόχρηστα. Τώρα η ρωσίδα μπήκε μέσα και έμεινε έξω το άλλο της μισό. Όχι άντρας, όχι σύντροφος, είπαμε, αν περάσεις τα τέσσερα ποτήρια σκέφτεσαι φωναχτά κι ας σε κακοχαρακτηρίσουν, πρέπει να είναι εκατοντριάντα κιλά, όση και να μπει μέσα, η άλλη μισή μένει έξω απ’ τη μπαλκονόπορτα. Πόσο ντρέπομαι. Όχι πάρα πολύ.

Ένας με άσχημο πορτοκαλί σορτσάκι, γυμνός από πάνω, το ένα χέρι να σκαλίζει μέσα στο σορτσάκι και το άλλο μ’ ένα φραπέ, βγήκε στο μπαλκόνι της. Έχει μόνο μια μπαλκονόπορτα, είναι ν’ απορείς λοιπόν από πού βγήκε. Πάντως ανακάλυψα ότι η ρωσίδα έχει δυο μισά, ένα δικό της κι ένα κανονικό. Οι μπίρες δεν ακρωτηριάζουν την ορθή κρίση. Τώρα βγήκε η άλλη μισή και κάθησε δίπλα του, αγκάλιασαν τα κάγκελα και χαζεύουν τις γάτες που σκαλίζουν τους δυο γεμάτους κάδους των σκουπιδιών ακριβώς από κάτω τους. Στα τρία μέτρα.  Sailing on a sea of junk.

Η ώρα είναι τέσσερις και εφτά. Μεσημέρι. Κάποιος ηλίθιος ακούει πολύ δυνατά Uriah Heep. Πέφτω σε ένα πηγάδι και κουτρουβαλιέμαι τριανταπέντε χρόνια πίσω. Έχω γεμίσει μελανιές, θα κιτρινίσουν και μετά θα γίνουν μαύρες. Και δεν μ’ αρέσουν οι Uriah Heep, ας έβαζε Status Quo. Ούτε κι αυτοί μ΄ αρέσουν, καλύτερα κανένα σαχλό, Sweet, Slade, Gary Glitter, τέτοια φτηνά. Όσο πιο φτηνά τόσο καλύτερα. Κλιφ Ρίτσαρντ να βάλει. Λούλου. Μετά θα του απαντήσω εγώ με Tammy και Τάσο Παπασταμάτη, να ξεκινήσει ο τρίτος παγκόσμιος από τα μπαλκόνια γιατί απ’ τις πλατείες δεν λέει να πάρει μπρος. Εκτός κι αν δεν ζ’ήσουμε έναν Τρίτο Παγκόσμιο αλλά πολλούς μικρούς, της γειτονιάς, του πεζοδρόμιου, του ξαφνικού, του “δεν πάει παραπέρα”.. 

Bjork ! Bjork ! αυτή ρε πούστη μου, αυτή, το θυμήθηκα, αν δεν άκουγαν το ισλανδικό χτικιάρικο γράφοντας, όχι τεύχος αλλά ούτε flyer έβγαζαν. Στο 00 θα έμεναν, 01 δεν θα έγραφε ποτέ το κοντέρ.

Τέταρτη μπίρα δεν έχει. Ελπίζω να σφίξει ο καιρός σύντομα. Δεν συμφέρουν τα μπαλκόνια. Εξακόσιες λέξεις ως εδώ κι ακόμη κατουριέμαι…

Μια πάρα πολύ ωραία γυμνή πλάτη κατηφορίζει, απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο. Πολύ γυμνή, σχεδόν αγγίζει η γύμνια της τα λακκάκια χαμηλά, δεν φοράω γυαλιά αλλά τα λακκάκια τα νιώθεις κι ας μη τα βλέπεις, κι ας είναι μεσάνυχτα, κι ας είναι ξένα κι ας είναι περαστικά, για λίγα μόνο δευτερόλεπτα. Ξαφνικά το λάπτοπ μυρίζει Escape, πέφτω σε ένα πηγάδι και τσακίζομαι, δεκαπέντε χρόνια πίσω. Αφού εκεί είμαι, το ξέρω. Απλά εδώ επιστρέφω γιατί κουράστηκα να με ρωτάνε «πού χάνεσαι;».

Πουθενά δεν χάνομαι. Πώς να χαθείς μέσα σου; άστους να λένε, όσο κι όπου κι αν ταξιδέψεις, όσος καιρός κι αν περάσει στο τέλος θα βγεις σε ένα μπαλκόνι με κάγκελα ολόγυρα, να τ΄αγκαλιάζεις, να βάζεις το σαγόνι πάνω τους και να κοιτάς χαμηλά, με βλέμμα άδειο, ένα κάδο σκουπιδιών. Γεμάτο. Με πράγματα χρήσιμα ως χτες, για πέταμα σήμερα. Έτσι διέταξαν. Τίποτε για ανακύκλωση, τις ίδιες σκέψεις ανακυκλώνεις χρόνια και χρόνια και τα είδαμε τα χαΐρια μας, prepared words, prepared worlds. Σε στενεύει το κοστούμι, η καρέκλα, το δωμάτιο, η οθόνη, τρώγεσαι με όλα, αντί ν’ αλλάξεις ρούχα, γωνιά και ματιά. Γυμνός, στην ανάγκη. Χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, χωρίς καθωσπρεπισμούς, δίχως Bjork για μούρη και δεκανίκι. Και κάτω απ’ το μπαλκόνι, έξω απ’ τα κάγκελα.

Μ’ εκείνη την ηλίθια μπλε σακούλα που με κοιτάζει περιπαιχτικά απ’ τη γωνιά, σα να λέει “σιγά ρε Μπολιβάρ” θα τα πούμε ένα χεράκι το βράδι. Την πήρα και την σήκωσα….

Την ώρα που θα ανοίγω τον κάδο, κάτω στο δρόμο, στο σπίτι θ’ αφήσω να παίζει το In a landscape του John Cage. Ερήμην μας. Τιμής ένεκεν. Για τα σκουπίδια που –σε πείσμα κάποιων ανόητων που νομίζουν πως τα ΄μαθαν όλα γι αυτά- τραγουδάνε ακόμη. Και μπορεί να τους πνίξουν μέσα τους.

Θεσσαλονίκη

Ο Αντώνης δεν ήταν ψηλός. Μόνον ένας κακός άνθρωπος θα έγραφε «ήταν κοντός». Γι αυτό εφευρέθηκε το «δεν», για να λειαίνει τις γωνίες που πέφτουν σαν τις ύαινες πάνω σου αν παραπατήσεις στις σκέψεις. Τέλος πάντων, ο Αντώνης ήταν ένα και εξηνταοκτώ με φλατ παπούτσι, ξυπόλητος δεν πατούσε στα πατώματα.

Ξυπόλητη ήταν η Σωτηρούλα. Όχι αυτό που λέμε «ξεβράκωτη», λεφτά για παπούτσια είχε αλλά είχε και χούι να περπατάει στο σπίτι με πόδια γυμνά. Εγώ σφουγγαρίζω, εγώ καθαρίζω, θα κάνω όσες πατημασιές θέλω, του έλεγε όταν τον έβλεπε να κοιτάζει με αηδία τα σημάδια απ’ τον ιδρώτα στα μάρμαρα. Μη φανταστείς τίποτε ακριβό, άγιαξ της σειράς ήταν, εργολαβικά.

Όπως καταλαβαίνεις ο Αντώνης και η Σωτηρούλα ζούσαν μαζί, μοιραζόταν τα ίδια μάρμαρα. Παιδιά δεν είχαν, όχι γιατί δεν ήθελαν αλλά γιατί τους εμπόδιζε το αίμα τους. Μη βάζεις στο νου σου καμιά σπάνια αρρώστια, καμιά λευχαιμία, μπα, τίποτε τέτοιο. Μόνο κακοί άνθρωποι βασανίζουν τους άλλους μέσα σε ιστοριούλες με νοσοκομεία, καρκίνους, πάνες ακράτειας, τσιγάρα και ξενύχτια με χώματα στα μάτια. Ο Αντώνης και η Σωτηρούλα ήταν μια χαρά, το ίδιο και οι τακτικές εξαμηνιαίες εξετάσεις τους στο ΙΚΑ. Τέλος πάντων, ο Αντώνης και η Σωτηρούλα ήταν αδέρφια. Of a certain age, που λέει κι ο Χάνον.

Το πώς ξέμειναν οι δυο τους στο ίδιο σπίτι είναι μεγάλη ιστορία. Πολύ μεγάλη. Mόνο κακοί άνθρωποι θα επέμεναν φορτικά λέγοντας «γράψ’ την», γι αυτό λοιπόν εφευρέθηκε το «δεν», για να ξεκινάς την ιστορία από όποιο σημείο θέλεις. Και να την τελειώνεις όπου θέλεις, επίσης.

Μια Παρασκευή λίγο μετά την πρωτομαγιά, ο Αντώνης ντύθηκε για να βγει να συναντήσει -για πρώτη φορά, μπλάιντ ντέιτ και τα συναφή- την sweetmamma. Aυτή δεν ξέρω τι κουμάσι ήτανε αλλά ξέρω πως την πέτυχε στο φέισμπουκ. Έκαναν τα καθιερωμένα ένα, δυο, τρία αλληλοlike σε τοίχο αλλουνού, ράγισε ο πάγος, πριν σπάσει εντελώς και τους σιχαθούν όλοι οι υπόλοιποι βλέποντάς τους να σαλιαρίζουν σε ξένα ντουβάρια, έριξε τα μούτρα του ο Αντώνης, έκανε friend request, τον σπίτωσε η sweetmamma. Μαζί με άλλους 684 αλλά αυτά δεν τα μετράς αν έχεις να πας με γυναίκα από τη μέρα που εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο ο Γιόχαν Κρόιφ. Ή ο Γιόχαν Νέσκενς. Κάποιος απ’ τους δυο πάντως, δεν κράτησα και σημειώσεις πότε πήδηξε τελευταία φορά ο Αντώνης, μια μικρή ιστορία προσπαθώ να διηγηθώ, δεν γράφω ιστορικό δοκίμιο.

Η Σωτηρούλα δεν κατούρησε στο πηγάδι, είχε και αυτή σελίδα στο φέισμπουκ. Και βλογ είχε. Με το ίδιο όνομα και τα δυο, «Poisson Ivy». Mε δυο s , αλλιώς θα την μπέρδευαν με την κανονική του σχωρεμένου του Lux και θα είχαμε δράματα. Για avatar είχε τη μικρή γοργόνα, όχι την άριελ, την άλλην. Το τι έγραφε εκεί μέσα -και τι μύριζε, με τέτοιο όνομα και άβαταρ- δε στο λέω. Φαντάσου το. Σωστά. Επιστρέφουμε στον Αντώνη τώρα.

Κοιταζόταν για τις τελευταίες διορθώσεις στον καθρέφτη της -από ξύλο τριανταφυλλιάς- τρίφυλλης ντουλάπας, απ’ την προίκα της μάνας τους. Κι ο μπαμπάς τους έκανε ωραία τρίφυλλα αλλά καμιά σχέση με ντουλάπες. Ήταν λοιπόν στημένος απέναντι απ’ τον καθρέφτη -όχι πολύ μεγάλο καθρέφτη, τα είπαμε αυτά στην αρχή-  φτιάχνοντας το γιακά του πουκάμισου όταν μπήκε η Σωτηρούλα και τον σκάναρε πατόκορφα.

Αυτό θα βάλεις; είσαι σίγουρος ; Κακιασμένη οχιά να μιλούσε, πιο τρυφερά θα ακουγόταν το σφύριγμά της.

Ξανακοιτάχτηκε. Δεν είδε κάτι περίεργο πάνω του. Την κοίταξε μέσα απ’ τον καθρέφτη, είδε πολλά περίεργα πάνω της αλλά ανακουφίστηκε που την είδε, έτρεμε την ημέρα που ο καθρέφτης δεν θα την είχε μέσα, ήξερε καλά ποιός δεν έχει είδωλο στον καθρέφτη. Η Σωτηρούλα είχε. Προς το παρόν.

Τι έχει ρε συ το κουστουμάκι; της αντιμίλησε. Πρόπερσι το πήρα, δυο χρόνια το φάγαν οι ναφθαλίνες, τα σκοτάδια και οι κρεμάστρες κι εμένα μ’ έφαγε το μέσα, καιρός να βγει μαζί μου βόλτα κι αυτό, να πάρει καμιάν ανάσα.

Λάθος έκανα πριν, βιάστηκα να οπλίσω με όποια λέξη βρήκα πρόχειρη και αστόχησα. Οι σκέτες κακιασμένες οχιές κρατάνε κάποια προσχήματα. Οι κακιασμένες κι αγάμητες ταυτόχρονα όχι.

Σπαγκί λινό κοστούμι θα βάλεις; ενάμιση σκαμπό άνθρωπος; δεν φτάνει που είσαι ζουμπάς, είναι και μές στην τσαλάκα το ρούχο, γουμίδι, σαν μπαντονεόν μοιάζεις ρε, για καφέ θα βγεις ή για να σκορπίσεις το γέλιο απλόχερα;

Mπαντονεόν. Η κουφάλα. Ούτε καν ακορντεόν. Άμα είσαι ένα και εξηνταοκτώ γερνάς και πεθαίνεις στο Μπουένος Άιρες. Σηκουάνα δεν θ’ αξιωθούν να δουν τα μάτια σου.

Πληγώθηκε όσο να ‘ναι ο Αντώνης αλλά ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά θα ήταν. Από τη μέρα που της είπε «θα βγω για καφέ με τη sweetmamma» λύσσαξε. Γιατί αυτήν την κατάπινε ζωντανή το σπίτι, το μέσα, τα ντουβάρια, ο νεροχύτης, τα μπαλκόνια, ο μπιντές. Πώς ρουφάει ο σατανάς τους αμαρτωλούς; πώς ο μακαρίτης ο Μάρλει το μπάφο; ο Μπάροουζ το όπιο; πώς καταπίνει η φάλαινα το πλαγκτόν; Έτσι.

Φάλαινα…χμμ…η Σωτηρούλα δεν ήταν αδύνατη. Μόμπι Ντικ δεν την έλεγες αλλά αν ο θεός έκανε καμιά υπερωρία την ώρα της δημιουργίας και μαστόρευε κάτι ανάμεσα σε μεγάλη φώκια και μωρό όρκας, θα είχες φωτογραφία της αδερφής του Αντώνη. Οκτάωρο μου ήθελε ο θεός, βάλε εσύ κοινέ θνητέ τη φαντασία σου να δουλεύει overtime τώρα.

Ε όχι και μπαντονεόν, είπε φουρκισμένος ο Αντώνης. Όχι και μπαντονεόν. Πες κάτι άλλο που κάνει λιγότερο θόρυβο, είπα να περάσω απαρατήρητος όταν βγω, δεν θέλω όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω μας.

Πάνω μας. Μας. Α ρε Αντωνάκη, η Μητέρα όλων των Λαθών ήταν αυτό το «μας». Τη Λίβερπουλ μαζί με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να κατέβαζες σε αρένα απέναντι από καυλωμένο ταύρο, πιο ήρεμος θα ήταν αυτός σε σχέση με την Σωτηρούλα όταν το άκουσε.

Άσε μας ρε αδερφέ Κατσάμπα που σε πείραξε το μπαντονεόν. Βγες απ’  τη ντουλάπα και άμε στο καλό με την καλή σου.

Αδερφέ Κατσάμπα! Την καργιόλα. Χτυπάει εκεί που πονάει. Πάλι καλά όμως, αφού δεν τον είπε και Έρικα Μπρόγιερ ή Χάρη Κατσιμίχα, στεγνός την έβγαλε. Καραμαζώφ αποκλείεται να ξεστόμιζε η Σωτηρούλα, ορθόδοξη δεξιά ανέκαθεν, αριστούχα Σχολής ΕΡΕ, ότι έληγε σε –ωφ δεν υπήρχε γι αυτήν. Με την εξαίρεση του στρογκανόφ. Δεξιά ήταν, ηλίθια όχι. Το πρόφερε με όμικρον και το έτρωγε.

Γύρισε και της είπε «να σου κοπούν τα πόδια κακούργα, αυτή η ζήλια σου θα σε φάει στο τέλος, να σου κοπούν τα πόδια!». Βρόντηξε την πόρτα της ντουλάπας, βρόντηξε και την εξώπορτα, έφυγε. Η Σωτηρούλα έμεινε για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια μόνη. Με αγκαλιά το πιεσόμετρο, δέκα μικρή, δεκαεννιά η μεγάλη. Και πάλι καλά να λες που δε χτύπησε μπλακτζάκ με τέτοια σύγχυση.

Βγήκε ο Αντώνης παρέα με το ένα και εξηνταοκτώ του. Πήρε και την ψυχή του μαζί, κανόνας απαράβατος και πατρική παρακαταθήκη, «μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει» έλεγε ο μπαμπάς του όσην ώρα έστριβε το τρίτο τρίφυλλο της μέρας ενώ η γυναίκα του κουβαλούσε σαν το μουλάρι -δεν το λέει η καρδιά μου να πω μουλάρα- τα όσπρια του μήνα, μισή οκά φυτίνη και δυο μπουκάλια πετρέλαιο -για τους λεκέδες και τους κοριούς- απ’ τα λαδάδικα ως τα μισά της Αγίου Δημητρίου. Μετά τα έφτυνε η γυναικούλα και άδειαζε το μισό μπουκάλι σε ένα παρτέρι με λεμονιές, έξω απ’ τη Μητρόπολη, για να αντέξει να βγάλει την ανηφόρα της Ρακτιβάν. Άμα έβγαλε αυτή η λεμονιά έστω και ένα κουκούτσι, να μη σώσω να ξαναγράψω λέξη. Θεός σχωρέστους, και το μπαμπά του και τη μάνα του και τη λεμονιά.

Είχαν πει να βρεθούν στη «Σαχάρα», εκείνος δεν ήξερε πού είναι αυτό, αυτή τον κατατόπισε. Όποιος φτάσει πρώτος μπαίνει και πιάνει τραπέζι, του έγραψε. Εκείνο στη γωνία κάτω απ’ το κλιματιστικό, αυτό στάζει είτε δουλεύει είτε όχι κι έτσι κανείς δεν κάθεται εκεί, είναι κι ακριβώς δίπλα στο βεσέ, οπότε δεν χρειάζεται καν να ψάξουμε ο ένας τον άλλον. Μπρίλιαντ ;

Not so. Tη Σαχάρα τη βρήκε σχετικά εύκολα, το τραπέζι ευκολότερα, άλλωστε ένα κλιματιστικό και ένα βεσέ είχε όλο κι όλο το μαγαζί, ούτε ο τυφλός της Ιεριχούς -πριν τον περιλάβει βέβαια ο Χριστός- θα λάθευε. Μπήκε, κάθησε, μετά από μια ώρα -κι ενώ η σερβιτόρα το πήρε απόφαση πως την δούλευε λέγοντάς της «περιμένω παρέα»– παρήγγειλε ένα βερμούτ, πριν προλάβει να φρικάρει η κοπελίτσα της έγνεψε ο κοτσιδάτος πίσω απ’ το μπαρ σα να έλεγε «έλα, ξέρω», ήξερε να μεταφράζει το βερμούτ γιατί η κοτσίδα ήταν χρώματος ξεθωριασμένα  –ήντα, του έβαλε διπλή μερίδα κόκκινο μαρτίνι σε νεροπότηρο κι ένα μπολ με φιστίκια και στραγάλια, η ώρα πήγε εννιάμιση, δέκα, δέκα και μισή, έφαγε άλλες δυο μερίδες στραγάλια σκέτα -γιατί τα φιστίκια δεν συνέφεραν το μαγαζί με ένα ποτό μονάχα- αλλά sweetmamma γιοκ. Στις έντεκα παρά είκοσι ακριβώς τους άδειασε τη γωνιά, αφού πρώτα έριξε ακόμη ένα -το έβδομο- κατούρημα «για το δρόμο». Μετά μπήκε στο 23 «Ν.Σ.Σταθμός-Συκιές» και ορκίστηκε μόλις φτάσει σπίτι να κάνει unfriend αυτή την άκαρδη.

Μέσα στο λεωφορείο άρχισε να σκέφτεται τι θα πει της Σωτηρούλας, μέχρι που θυμήθηκε ότι δεν είχε βγάλει εισιτήριο και το μεγάλο άγχος στραγγάλισε το μικρό. Από το κούνα-κούνα και το σταμάτα-ξεκίνα ζαλίστηκε, μπορεί να έφταιγε και το βερμούτ, μπορεί κι ο οδηγός που βιαζόταν να τελειώσει βάρδια για να πάει στο Blue Iguana Live, να χαζέψει κώλους. Ανακατεύτηκε και κατέβηκε μια στάση νωρίτερα, αυτό ήταν αποκοτιά -σκέφτηκε καθυστερημένα- , καλύτερα να μπω ξεβράκωτος στις δυο τα ξημερώματα στο Bar Me παρά να περπατήσω μόνος στη γειτονιά μου νυχτιάτικα. Σταυροκοπήθηκε που ο θεός τον έκανε στρέιτ και αν απορείς πώς ήξερε το Bar Me, κακώς απορείς.

Ξεκλείδωσε την εξώπορτα της οικοδομής στις εντεκάμιση, την κλείδωναν από τις εννιά το βράδυ -εφτά το χειμώνα-. Όποιος δεν είχε κλειδιά μαζί του ή συγγενή πρώτου βαθμού στην άλλη άκρη του θυροτηλέφωνου να του ανοίξει μέσα σε ένα λεπτό, τον τρώγαν σαν kofta οι πακιστανοί αν δεν είχαν -στο μεταξύ- προλάβει να τον ξεκοκαλίσουν οι γεωργιανοί που παραφυλάγαν πίσω απ’ τον μεγάλο κάδο με τα μπάζα στην απέναντι γωνία. Πριν τρεις μήνες αυτοί είχαν φάει μια γριά -που την βρήκαν μετά στο Χαρίσειο γιατί βαρέθηκε να ζει μόνη- και ανήμερα Καθαρά Δευτέρα εξαφανίστηκαν δυο μικρά δίδυμα κοριτσάκια, θα ‘ταν δεν θα ‘ταν δεκάξη, που κάποιος είπε ότι τα είδε μέσα στις λαγάνες που μασουλούσαν τρεις ρουμάνοι καθισμένοι στα σκαλιά της πολυκατοικίας που μέναν τα δίδυμα, για τέτοιο θράσος μιλάμε. Αν είχαν και ταραμά θα κινδύνευε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο, βάλε και ελιές και μετά θα χρειαζόταν να εκκενώσουν και την Κασσάνδρου και την Αγίου Δημητρίου μαζί. Δυο μέρες μετά τα κοριτσάκια επέστρεψαν σπίτι, πήγαν μια εκδρομή με φίλους τους στις Πρέσπες, για τέτοιο θράσος μιλάμε, να δεις που αυτά θα είχαν και σελίδα στο φέισμπουκ. Οι ρουμάνοι μάλλον όχι.

Όταν μπήκε στο σπίτι όλα τα φώτα ήταν σβηστά, μόνο η τηλεόραση έπαιζε Λιακόπουλο, πάλι πούλαγε αυτός εφτά βιβλία ένα εικοσάρικο, πότε τα γράφουν, πότε τα τυπώνουν, μόνον η ΝASA  και τα μυστικά τυπογραφεία των Μάγια το ξέρουν. Η Σωτηρούλα ήταν καθισμένη στον τριθέσιο αμίλητη με τα πόδια της πάνω, σκεπασμένη από τη μέση και κάτω με μια αχρησιμοποίητη ως τότε κουβέρτα -πλεκτή με βελονάκι- της προίκας της που μύριζε κλεισούρα και ληγμένα οιστρογόνα. Κανείς τους δεν μίλησε και τι να προλάβεις δηλαδή να πεις άμα ανοίξει το στόμα του ο Λιακόπουλος. Κάθησε στην άκρη του καναπέ χωρίς να βγάλει το σακάκι του, μόνο τα παπούτσια άφησε στη θέση τους δίπλα στην πόρτα μπαίνοντας, κανόνας Σωτηρούλας απαράβατος, ή ξυπόλητος ή πετάς, εγώ καθαρίζω, εγώ σφουγγαρίζω, μόνο δικές μου πατημασιές θα υπάρχουν εδώ μέσα.

Μετά από τρεις συγκρατημένους αναστεναγμούς που κράτησαν πέντε λεπτά -κι αφού στο ενδιάμεσο ο Λιακόπουλος πρόλαβε και φώναξε εφτά φορές «σε μένα η κάμερα»-, της είπε «δεν ήρθε». Ούτε παραπονεμένα, ούτε θυμωμένα, ούτε πικραμένα. Απολογητικά. Σα βρεγμένη γάτα, δαρμένος σκύλος, άντρας που μόλις ανακάλυψε ότι η γυναίκα του διάβασε όλα τα sms του, καλύτερα ζώο και βασανισμένο κι ας με σταυρώσει η φιλοζωική, δεν το συζητώ. Δεν του απάντησε, δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει και αυτή της η σιωπή ήταν χειρότερη κι από γιατρού την ώρα που κοιτάζει την αξονική. Θέλησε να σηκωθεί να πάει στο κρεβάτι του αλλά οι ενοχές του -μια που την άφησε μόνη βραδιάτικα, μια εκείνο το «να σου κοπούν τα πόδια»– τον είχαν καρφωμένο στον καναπέ, στο πλάι της.

«Κοίτα τι μου ‘κανες κακούργε» είπε τραβώντας την κουβέρτα απ’ τα πόδια της, «σ’ ευχαριστεί τώρα αυτό; πες μου, αυτό ευχήθηκες;».

Εδώ -κοντά στην κορύφωση του δράματος- θα περίμενε κανείς κρατώντας την ανάσα του να διαβάσει ένα φτηνό συγγραφικό κολπάκι, που θα περιέγραφε με προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις οτι το «αυτό» δεν ήταν παρά τα κομμένα με το κουζινομάχαιρο πόδια της. Από το γόνατο και κάτω, πάνω τα είχε τα παχάκια της η Σωτηρούλα και δεν θα τέλειωνε πριν το ξημέρωμα. Γερό ήταν το μαχαίρι, προίκα της κι αυτό, ένα Wusthof Classic 23, οπότε δεν θα ζορίστηκε πολύ στο κόκαλο. Έτσι θα έπαιρνε την εκδίκησή της, κάνοντάς τον να λιώνει από ισόβιες τύψεις. Τι μίζερυ και χαζά, αυτό το σχέδιο ήταν επώδυνο μα και μεγαλοφυές ταυτόχρονα. Σωστά;

Λά-θος.

Μαχαίρι πάνω στο γυμνό της δέρμα δεν ακούμπησε. «Αυτό» δεν ήταν παρά η ουρά ενός ψαριού, στο extreme size της Σωτηρούλας, που ξεκίναγε μια σπιθαμή κάτω από κει που αν σκάλιζες πολύ και ανασήκωνες πεντέξι σάρκινες δίπλες θα ‘βρισκες τον αφαλό της. «Αυτό» ήταν μια γοργόνα που την ζωγράφισε ο Φράνσις Μπέικον και αμέσως μετά την έκανε χίλια κομμάτια, έτσι για να ΄χεις μια -έστω- θολή εικόνα του τι τρομαχτικό και μισοτελειωμένο αντίκριζε ο κεραυνοβολημένος και δακρυσμένος Αντώνης. Ένα από τα greatest hits του σουρεαλισμού. Το πώς συνέβη κάτι τόσο τραγικό κι αναπάντεχο και τι συζήτησαν μετά, μέχρι το ξημέρωμα, τα δυο ορφανά γέρνοντας το ένα στον ώμο του άλλου -επίπονη και επικίνδυνη μανούβρα για τους σκουριασμένους αυχένες τους- δεν θα το μάθουμε ποτέ και ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Δεν πρέπει όλες οι ιστορίες να είναι ξεδιάντροπα αδιάκριτες. Ξέρω μόνο πως εκείνη κάποια στιγμή του ζήτησε -αφηρημένα, από συνήθεια- να της τρίψει τα πόδια γιατί πιάστηκαν τόσες ώρες πάνω στον καναπέ κι εκείνος αγόγγυστα έφερε μια λεκάνη με ζεστό νερό από το μπάνιο και της έβαλε προσεκτικά την ουρά μέσα. Το νερό το κράτησε για να το κάνει ψαρόσουπα, αύριο. Αύριο θα έκοβε και την ευρυζωνική, τους ήταν άχρηστη πλέον.

Εκείνο που μπορώ με σιγουριά να σου πω τελειώνοντας είναι ότι ποτέ ξανά το πάτωμα δεν θα φιλοξενούσε τις πατημασιές της Σωτηρούλας πάνω του. Από κείνη τη μέρα κιόλας έπρεπε να μάθει να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού τσουλώντας και πλατσουρίζοντας σαν τη φώκια. Αυτά τα μάρμαρα είχαν σίγουρα ζήσει και καλύτερες μέρες….

Aπό το απέναντι δυαράκι, ανάμεσα σε μυρωδιές από καμμένο σπορέλαιο, σκουριασμένα κάγκελα, πεσμένους σοβάδες και ξεχειλισμένους σκουπιδοντενεκέδες, τα χείλια του Νάστα συνέχιζαν να πονάνε…

 ————————————

 

Φωτογραφία :  arcphotodays(αυτό έλειπε να μην..)

 

 

 

 

losing my religion

Λύσσαξες με τις ζέστες του Σεπτέμβρη. Φαγώθηκες με τον καθαρό ουρανό. Απόρησες που το καλοκαίρι ξεχείλωσε. Γκρίνιαξες που δεν μπορείς να διακρίνεις πια τις εποχές.

Και τώρα τι κατάλαβες;

Οι απρόσμενες ζέστες, ο γαλάζιος ουρανός, η άδεια παραλία που μάταια σε περιμένει αλλά ξέρεις πως είναι εκεί, οι νύχτες με ανοιχτή μπαλκονόπορτα, ένα σεντόνι ανάμεσα στα πόδια σου, μια μπίρα στο μπαλκόνι χαζεύοντας το φως απ’ την τηλεόραση των απέναντι, λίγο νερό στις γλάστρες, τα κινητά που ακούγονται να χτυπάνε από πάνω, από κάτω, από δίπλα, ο ηλίθιος Ρωμαίος που είναι παρκαρισμένος στη γωνία με ανοιχτά παράθυρα και Βέρτη στα κόκκινα- ούτε τις Ιουλιέττες τις φτιάχνουν όπως παλιά-, το κρύο νερό στο ψυγείο, δυο ρεσώ που φωτίζουν τη χαραμάδα ανάμεσα στα πόδια της, τα δάχτυλά σου που μυρίζουν βασιλικό και σκόρδο, μια βόλτα με τις σαγιονάρες στο γαλατάδικο για τσιγάρα, τα δυο, τρία τι-σερτ που επιμένεις μουλαρίσια -και καλά κάνεις- να μένουν κρεμασμένα κι ετοιμοφόρετα, να βγαίνεις απ’ το μπάνιο ακούγοντας το δέρμα σου να λέει «ευχαριστώ» αντί «σκέπασέ με γρήγορα», ν’ ανοίγεις την πόρτα του ασανσέρ και να μην αντικρίζεις το χαρτί με τα κοινόχρηστα, να μπαίνεις μέσα της και να μην είσαι σίγουρος αν η ανατριχίλα είναι από την κουρτίνα που μόλις κουνήθηκε λιγάκι, όλα αυτά -όταν αρχίζει να νυχτώνει απ τις εφτάμιση, απ’ τις εφτά- είναι η μεθαδόνη μας, το δεκανίκι για να αντέξουμε όσο μπορούμε, παριστάνοντας τους καθαρούς, πριν ξαναπέσουμε στα σκληρά του Οκτώβρη. Φέτος, έτσι έφτασε στ’ αυτιά μου, η διαδρομή ως τον Μάη του χρόνου δεν θα είναι μόνο πανάκριβη, θα ‘ναι και νοθευμένη. Όσοι αντέξουν. Αλήθεια σου είπαν ότι δεν θα σε κυνηγήσουν για τη χρήση, θα σε κυνηγήσουν όμως αλύπητα επειδή ζεις.

Χτες, με τον αέρα, τη βροχή, τον μαβί ουρανό και την τηλεόραση ανοιχτή με το πένθιμο και χυδαίο εμβατήριο του σκληρού, άδικου μα και εθνικά απαραίτητου, κατάλαβα πως ο Σεπτέμβρης δεν είναι παρά η πλάτη μιας ωραίας γυναίκας λίγο πριν ή αμέσως μετά το «αντίο». Την ώρα που αρχίζει να βρέχει. Με τη μυρωδιά της κολλημένη σε κάθε γωνιά σου. Και κάτι σαν φίδι να κόβει βόλτες στο στομάχι σου. Μείον το φίδι, ούτε ο Τρυφώ θα μπορούσε να το φιλμάρει καλύτερα αυτό το αντίο. Που -από μια στιγμή και μετά- ούτε «τα λέμε» είναι, ούτε «στο επανιδείν». Αντίο σκέτο είναι.

Θα μου πεις τίποτε δεν κρατάει για πάντα. Αν σ’ ανακουφίζουν οι αλήθειες πες το. Εγώ την πίστη μου στις αλήθειες την έχασα. Ειδικά των άλλων. Ίσως φτιάξω μερικές δικές μου αλήθειες ή μια ολοδικιά μου πίστη, τώρα που τέλειωσε η μεθαδόνη του Σεπτέμβρη, να ‘χω να πορεύομαι.

Thanks Michael..

Ηρωική Συμφωνία

Δεν με αντέχω όταν παίρνω το πινέλο και βάφω τα ντουβάρια μαύρα. Ακόμη περισσότερο όταν δεν πιάνω καν πινέλο και πασαλείβω με τα χέρια ή πετώντας με λύσσα μελανές σκέψεις στους τοίχους, σαν Τζάκσον Πόλοκ των κατά φαντασίαν θυμωμένων. Αν θυμώσεις πας και σπας, δεν θαλασσοδέρνεσαι με «σκέφτομαι και γράφω».

Το κουμπί mute πάνω μου έχει την τιμητική του. Oύτε volume up, ούτε loudness, ούτε on στο subwoofer. Mούγκα. Η μουσική είναι εκεί, βαράει αλύπητα αλλά το mute βαράει επιστημονικά, όταν με βρουν στα πατώματα ούτε μελανιές θα δουν πάνω μου, ούτε εκδορές, ούτε «σημεία πάλης». Αυτοχειρία, θα πουν. Παραδόθηκε στις σιωπές του γιατί ξέχασε να μιλάει. Εκπαίδευσε τα δάχτυλά του και ευνούχισε τη γλώσσα του. Αντί να πιάσει μια πέτρα και να βρει στόχο, προτίμησε να γράψει δέκα like βλέποντας άλλες εύστοχες. Θλιβερός.

Πήγα σήμερα με τον μεγάλο για να γραφτεί. Με το που περάσαμε την πύλη της σχολής ήρθαν κοντά μας δέκα, δώδεκα αγόρια, πράσινα, γαλάζια, ροζ, κόκκινα. Τον άφησα στα χέρια τους, μπορεί να κολυμπάει μόνος. Έμεινα έξω, κάθησα στο πρώτο τραπέζι που είχε άδεια καρέκλα, τα χρωματιστά παιδιά, δεκαεννιά, είκοσι, εικοσιένα, είχαν όλα καθαρά πρόσωπα. Και λαμπερά μάτια. Κάποιος, δεν θυμάμαι από ποιο τραπέζι, με ρώτησε ποια είναι η γνώμη σας για το νόμο της Διαμαντοπούλου. Δεν έβγαλα λόγο, αντιστάθηκα στο μανδραβέλη που κρύβω μέσα μου, είπα είμαι σίγουρος πως εσείς ξέρετε καλύτερα γιατί θα τον νιώσετε στο πετσί σας. Κανείς τους δεν ικανοποιήθηκε με τέτοια ερμαφρόδιτη απάντηση, εκτός από μένα. Όλοι τους κουνάνε το δάχτυλο επιτιμητικά, οι αιώνια σοφοί (αυτοί οι αιώνιοι είναι οι αληθινά επικίνδυνοι, όχι οι άλλοι), οι πρέσβεις της ορθής –ελληνικής- αγωγής Ε.Π.Ε. και οι καθημερινοί εμμονικοί, εγώ θα προτιμούσα να το κόψω αντί να το δω τεντωμένο μπρος στα πρόσωπά τους. Τριάντα χρόνια κοντεύουν που σταμάτησα να είμαι στη θέση τους, ούτε δάσκαλος ούτε τιμητής τους δικαιούμαι να γίνω όσο δεν έχω να τους προσφέρω κάτι λιγότερο ευχο-λογικό από το «σας αξίζουν καλύτερα πανεπιστήμια». Και καλύτερη ζωή τους άξιζε αλλά προλάβαμε και τη δανειστήκαμε εμείς. Αγύριστη. Όσο περίμενα τον νέο συμφοιτητή τους με κέρασαν έναν καφέ απ’ το κυλικείο, πλαστικό ποτηράκι αλλά από τους πιο ωραίους καφέδες της ζωής μου, πάνω στα τραπεζάκια της «παθογένειας». Είπαμε πολλά. Είπαν, για την ακρίβεια. Με έκπληξη συνειδητοποίησα πως διάλεξα ν’ ακούσω. Μαθαίνεις αν ακούς. Ακόμη κι αν είσαι στην απέναντι όχθη, εσύ είσαι στην ασφάλεια της στεριάς, αυτοί είναι μέσα στα νερά. Πολλές φορές θυμώνω μαζί τους, τις πιο πολλές όμως θυμώνω μαζί μου γιατί δεν έδωσα τη χαριστική βολή σ’αυτό το δάχτυλο που όλο θέλει να σηκωθεί, σαν φανταστική μπαγκέτα που θα διευθύνει ένα σωρό εκ του ασφαλούς παραινέσεις. Που αν τις βάλεις όλες μαζί, μόνο φάλτσα μπορούν να παίξουν. Τις είδαμε τις Ηρωικές Συμφωνίες μας των -άντα και των -ήντα, τις χορτάσαμε.

Όταν τέλειωσε με τις γραμματείες και με βρήκε -ακόμη- έξω, με κοίταξε λοξά. Τι δουλειά έχεις εδώ; …Πήγαινε κι έρχομαι, του είπα, κάνω ένα τσιγάρο -κερασμένο κι αυτό- και ξεκινάω, τους προτρέπω να μη γίνουν ποτέ πρόεδροι της ΕΦΕΕ, έχει ο καιρός άσχημα γυρίσματα.

Ο φίλος μου νοίκιασε ακριβώς απέναντι από το μπαλκόνι μου. Ο χειμώνας προμηνύεται λαμπρός. Για πρώτη φορά εδώ και καιρό συμφώνησα, χωρίς καμιάν αναστολή, μαζί μου. Και χωρίς καν να ρωτήσω το χειμώνα, αν αυτός διαφωνήσει -που θα διαφωνήσει, δεν το συζητώ- δεν είναι καιρός για ανόητους ηρωισμούς.