6-14° C

25139669 (1)

(μεθαδόνη)

 

 

Είδα έναν άντρα να πέφτει, είδα έναν άντρα να κλαίει. Δεν ξέρω τι είδους ποίηση βρίσκει κανείς σ’ αυτά. Εγώ καμία. Πεζά τα βλέπω, τα διαβάζω βερεσέ. Δεν είμαστε -άλλωστε- όλοι γεννημένοι για εξώφυλλα σε κατάλογο ΙΚΕΑ ή σε διαφημιστικό της D&G. Μια χαρά μπορούμε να πέφτουμε και να τσακιζόμαστε και να σκοτωνόμαστε στο κλάμα πίνοντας μαρτίνι ή άμστελ από κουτί (νερώνει βέβαια το μαρτίνι μα δεν μπορείς και να θρηνείς και να το φχαριστιέσαι κιόλας). Αυτοί στις διαφημίσεις είναι εξωγήινοι. Γι αυτό δεν θα μας αγαπήσει ποτέ καμιά Bianca Balti.

Θυμάμαι τον πρώτο μου συγκάτοικο στο εναμισάρι ρετιρέ της Νάξου, καρδιά Κυψέλης. Όταν του μιξοκλάφτηκα κάποιο βράδι -δεκαεννιά χρονώ σκατό εγώ, αυτός εικοσιένα- ανάμεσα σε μαλαματίνες και ψητό κοτόπουλο με τηγανητές πατάτες γειτονιάς, ότι «αν είναι όμορφη έχει μια μούρη τριάντα στρέμματα κι αν τα στρέμματα δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα αλλά λειψά τότε δεν βλέπεται», ήταν αποστομωτικός : «και η όμορφη και η άσχημη όταν σκουπίζονται στο WC, το λερωμένο χαρτί που κρατάνε στο χέρι τους τα ίδια σκατά μυρίζει». Να τα ακούει η Bianca.

Χτες στο δρόμο είδα μια παράτολμη νεαρή γυναίκα να τρώει παγωτό, πύραυλο. Ευτυχώς όχι ξυλάκι γιατί με ανατριχιάζει η αίσθηση του ξύλου στα δόντια, ας είναι κι αλλωνών. Μετά που γύρισα στο σπίτι προσπάθησα να θυμηθώ το πρόσωπο, το στόμα έστω, της γυναίκας. Μάταια. Θυμόμουν όμως τι έγραφε το χαρτάκι του παγωτού και ότι ήταν βανίλια, με ένα σοκολατάκι στην κορυφή. Δεν είναι διόλου ενθαρρυντικά σημάδια αυτά.

Δεν λέει να χτυπήσει κάρτα η άνοιξη, δεν είναι τόσο η βροχή και η ψύχρα το σημάδι αλλά οι αλλεργίες μου που δεν με καταδέχτηκαν ακόμη. Όσο δεν βγαίνει ήλιος, τόσο δεν βγαίνουν τα καλσόν και οι ώμοι έξω. Και όταν απλώνεις το χέρι σου για να ακουμπήσεις -τυχαία, οικεία δήθεν- γόνατο και λίγες σπιθαμές πάνω απ’ αυτό, πιάνεις ακόμη ύφασμα και όχι πόρους που λυσσάνε για ζευγάρωμα με άλλους πόρους. Αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για να μισείς θανατερά αυτή την εποχή, δεν βλέπω άλλον.

Οι γιατροί λένε ότι ο 21ος αιώνας από νοσολογικής άποψης θα είναι ο αιώνας των αλλεργιών και της κατάθλιψης. Έχω φίλους γιατρούς και ίσως τους πληγώσω αλλά αυτή η φάρα όλο τάχα μου σοβαρές διαπιστώσεις είναι. Ήδη από τον περασμένο αιώνα πάσχω από αλλεργική κατάθλιψη που διακόπτεται από διαστήματα καταθλιπτικής αλλεργίας. Μια ζωή πρωτοπόρος στα εύκολα.

Όσο βλέπω κάθε πρωί προσεχτικά διπλωμένη στα πόδια του τριθέσιου εκείνη τη fleece λευκή κουβέρτα, καταλαβαίνω πως -ότι και να λέμε, ότι και να γράφουμε, με ότι κόκαλο κι αν ξεγελιόμαστε- το θέρος όχι μόνο δεν έρχεται μα δεν έφτιαξε καν βαλίτσα. Ελπίζω μη μπερδευτεί με την αλλαγή της ώρας μεθαύριο και αργήσει κι άλλο. Το ηλίθιο.

Μα τι μαλακισμένο. Ας ερχόταν τώρα, αύριο -μεθαύριο έστω- για να γλυκάνει μια στάλα τα μάτια μας και θα βρίσκαμε τρόπο να του δώσουμε απ’ όλα. Κι ας μέναμε γυμνοί και αταξίδευτοι εμείς. Θα τον βρίσκαμε τον τρόπο να πάμε λίγο πιο πάνω από κείνο το γόνατο. Και τυφλός να είσαι, η ευωδιά θα σε πάρει απ’ το χέρι και θα σου δείξει το δρόμο…

 

 

Advertisements

route 66

2012-1-7-david_bowie_the_next_day

Με τόσους -διόλου τσιγκούνικους- διθύραμβους, τέτοια ανυπόκριτη συγκίνηση  που είδα απλωμένη σε μπαλκόνια, ρετιρέ, ντουβάρια, πεζοδρόμια, είπα να μπω να δω προς τι τέτοια ανατριχίλα, τόση υγρασία, σε δάχτυλα, σε στόματα, σε μάτια. Πέρασε καιρός πολύς, δυσκολεύτηκα να βρω την πόρτα.

Δέκα χρόνια μετά το Reality, για όσους μετράνε άσκοπα. Για μένα που όλα σταμάτησαν στο Lodger (το Absolute beginners το 1986 και το Derranged -εννιά χρόνια μετά- δεν μετράνε, ήταν δυο σπάνια αδέσποτα σε έρημα χωράφια, κάτι σαν κομμένη στο μοντάζ εικόνα απ΄το Stalker), στο μέτρημα βγήκαν τριαντατέσσερα χρόνια. Ένα ένα και ολογράφως, για να τρομάξω καλύτερα.

Δυο βδομάδες μετά, εξακολουθώ να μη μπορώ να καταλάβω.

Μπορεί να φταίω εγώ, όχι αυτός. Σίγουρα εγώ, αφού όσο κύλαγε το δισκάκι προς το τέλος του, μια ώρα δρόμος, τριαντατόσα χρόνια χωρίς δρομολόγιο,  τόσο σκεφτόμουν με τι ευφυολόγημα, με ποια noble ξινίλα θα ξεκινήσω και με ποια θα κλείσω αυτό που θα έγραφα σαν αντίδοτο στο «οργασμικό comeback του 66άρη».

Έγραψα τριάντα αράδες -με μια και μόνη καλή κουβέντα για το Heat– και τις έσβησα αμέσως μετά. Αυτό, τουλάχιστον αυτό, οφείλεις στους παλιούς έρωτες. Ξέφτια πάθους δεν βρήκα πρόχειρα για ν’ ακουμπήσω στο μαξιλάρι δίπλα του, ξέρω πως δεν θα ξαναμοιραστώ τα ίδια σεντόνια, που κάποτε ποτίστηκαν όχι ως το στρώμα αλλά ως τα πατώματα και το ταβάνι και τα υπόγεια ακόμη. Ούτε όμως και το λέει η καρδιά μου να πετάξω τα σεντόνια αυτά στα άπλυτα ή -ακόμη χειρότερα- στον πρώτο κλίβανο που θα βρω στο δρόμο μου πηγαίνοντας να ξαπλώσω σε άλλα.

O Βowie -my own private Bowie- είναι χαμένος κάπου εκεί πίσω, το ξέρει κι ο ίδιος, δεν υποκρίνεται ούτε μια στάλα όταν τραγουδάει κουρασμένα «Where are we now ?». Το ‘πε άλλωστε κι ο ποιητής. Αν τα σβηστά κεριά πίσω πληθαίνουν, ποτέ δεν φταίνε τα κεριά. Πάντα υπάρχει η next day, μπορεί μεν τα -όχι και τόσο- boys να έχασαν το singing αλλά -όσο πεινάει η ψυχή- ένα έστω αχνό keep swinging θα το βλέπεις και θα το ακούς (σαν από παλιό Sanyo κασσετοφωνάκι) εκεί στο βάθος της γραμμής..

—-

skrik

25086458

 

Πάει να πει -έτσι διάβασα κάπου- «κραυγή». Στα δανέζικα ή στα νορβηγικά, δεν το ‘χω σίγουρο. Λόγω Munch θα ψήφιζα δυο μα δεν τον αντέχω τον πολύ εξπρεσιονισμό, ίσως μόνο ερασιτεχνικά κι ατσούμπαλα στη γραφή. Λίγο. Αυτές οι ανασκαφές ατέλειωτες είναι, όσο πιο μαύρο συναντάς στο δρόμο μέσα σου, τόσο το βάζεις γινάτι να βρεις άλλες είκοσι, τριάντα αποχρώσεις του. Αν δεν έχεις εμπιστοσύνη στο κουρασμένο μάτι σου, βουτάς το δάχτυλο στη μαυρίλα. Τον μικρό, όχι τον δείκτη. Ο δείκτης δείχνει λιγούρα, αχορτασιά. Δοκιμάζεις ώσπου να ΄βρεις το σωστό μαύρο, χώνεις μέσα, φέρνεις στο στόμα, γεύεσαι, μια, δυο, τρεις, πολλές φορές. Μέχρι να σκιαχτείς, να πεις «φτάνει» και να τρέξεις να ξεπλυθείς. Με ο,τι βρεις πρόχειρο. Ή με όποιον βρεις αδύναμο. Και -για αδιευκρίνιστους λόγους- πρόθυμο, ίσως.

Ήρωες αναγνώστες των βλογς, ήρωες. Angst eaters…

Απρίλιος 2013, κοντεύει. Σκάλιζα τις προάλλες τα ράφια πίσω απ’ την πλάτη μου. Σκάλιζα και απορούσα με όσα έβρισκα. Ειδικά με κείνο το «recorded and remixed during scattered days of April 1983». Τριάντα χρόνια πριν, Fill Feel φωνή, κιθάρα, πιάνο. Ο Harry μπάσο και ο Bang στα ντραμς. Σήμερα θα ΄λεγα «πλάκα μου κάνετε αγόρια, ναι;». Tότε ακόμη και οι Birthday Party των πτωχών, ακόμη και τιτλάκια κλεμμένα απ΄τον Iggy με συγκινούσαν. Δεν ξέρω αυτοί τι απογίναν, εδώ και αιώνες όμως ζούμε σε διαφορετικά παραμύθια. Έκανα χτες μια τελευταία απελπισμένη απόπειρα να βάλω τη βελόνα πάνω στο Αlice in Sufferland και ξανάβαλα το βινύλιο στη μαύρη θήκη του -και μετά όλο μαζί μέσα στα μαύρα σκοτάδια στο ράφι- μέσα σε ένα λεπτό. Ούτε καν σε διαφορετικά παραμύθια, σε διαφορετικά δάση ζούμε. Φεύγοντας για το δικό μου ξέφωτο όμως, πρόλαβα και πήρα μαζί το στριφογυριστό μπασάκι απ’ το Imitation of the real. Μόνο αυτό, χάρισμά τους τα υπόλοιπα. Τι τάισα τ’ αυτιά μου θέ μου, με τι τα ξεγέλαγα πάνω στη σχεδία, στη διαδρομή για τη Μεγάλη Σιωπή.

Ψέματα είπα για το ξέφωτο. Σε μια faraway beach κυλιέμαι χρόνια, σαν αποθαμένος και ξεπουπουλιασμένος γλάρος, σα μια άνυδρη μπάλα από βρωμερά φύκια, ψευτοσφούγγαρα, πλαστικά σακκούλια κι άμμο, σα καύκαλο από μια σουπιά που έχασε ξάφνου το μελάνι και τη σάρκα της πριν προλάβει να συναντηθεί με το καλοκαίρι που ερχόταν με φόρα απ’ τον ορίζοντα που γυάλιζε. Όσο μαύρο και να ρίξεις πάνω σου ή ξοπίσω σου για να ξεγελάσεις τα μάτια των αλλωνών, απ΄τον χαμό δεν μπορείς να γλιτώσεις αν απαρνηθείς τα εικοσικάτι σου. Dead finks don’t talk. Mόνο γράφουν που και που, ασυνάρτητα, ασύνδετα, ασπόνδυλα, χαοτικά. Χωρίς να ξέρουν γιατί.

Πήγαινα στο δισκάδικο του Νίκου και του Κώστα τουλάχιστον τρεις φορές κάθε βδομάδα, είχα δεν είχα λεφτά να επενδύσω. Τα ράφια απέναντι απ’ την εξώπορτα κι εγώ δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ. Μα ποτέ. Θεοδωράκηδες, Χατζηδάκηδες, Ξαρχάκοι, Λοίζοι, Σαββόπουλοι, Μάρκοι, Τσιτσάνηδες, terra incognita. Xέρι δικό μου δεν σκάλισε εκείνα τα χωράφια, κι αν με ρωτάς αν μετανιώνω θα σου πω όχι. Με όσους ήθελα να βρεθώ, αντάμωσα αργότερα, στα ψέματα. Αλλού. Με τον Άκη Πάνου ανταμωθήκαμε στ’ αληθινά, στο σπίτι του, όσο ζούσε μέσα στην πόλη, δίπλα στα τσιμεντένια. Ήμασταν τέσσερις, ήταν αυτός απέναντι, τον περιμέναμε υπομονετικά να ξυπνήσει, ήταν Ιούλιος με ζέστη και ο ύπνος τα μεσημέρια πολύτιμος. Εκεί -αν και βαριά αδιάβαστος, αγεωγράφητος, ανιστόρητος- κατάλαβα πως κάτι σπουδαίο συμβαίνει, εν μέσω τσιγάρων, καφέ και μιας κουβέντας που ήταν απ’ τα λίγα ακριβά που έχω κρατημένα στα πίσω πίσω ράφια, για μια ώρα ανάγκης, για την πιο μεγάλη ώρα.

Τα βράδια στο ραδιόφωνο ψευτοακκιζόμασταν προσπαθώντας να φανούμε αντάξιοι του μέσου. Φυσικά μάταια. Έπαρση δεν είχαμε, το ξέραμε πως δεν κάναμε δα και τίποτε σπουδαίο που δεν είχε εξαντληθεί πριν από μας, μα θαρρούσαμε πως το να παίζεις σε μια northern town άσματα και μούζικες ηρωικές -και ενίοτε ερωτικές- ήταν μια πράξη που έδινε άλλη γεύση στα Johnnie Walker και τα Ballantine’s μας, πριν, κατά τη  διάρκεια και μετά. Μερικές φορές το παρακάναμε πριν, μερικές κατά τη διάρκεια και -για να ξεπλύνουμε τη ντροπή των ασυνάρτητων που ξεστομίζαμε (που κάποιοι και -κυρίως- κάποιες έβρισκαν ως και εμπνευσμένα)- πάντα μετά. Αν υπήρχε αλκοτέστ πλάι στα πικάπ και τα μικρόφωνα, ίσως τώρα θα εξετάζαν με συμπάθεια την αίτησή μας για αποφυλάκιση, εικοσιπέντε -και βάλε- χρόνια μετά. Χαλάλι όμως, ουράνια τόξα με Steely Dan, Doobie Brothers, τα πρώτα των Chicago, τα ωραία του Joe Jackson, τους Blood, Sweat & Tears (με και δίχως Al Kooper) έχουν αιώνες να εμφανιστούν πάνω απ’ τη μικρή μας πόλη. Αντί για Donald Fagen μας φάγαν τα χασμουρητά εμπριμέ με τα μουντά μονόχρωμα (και τα σαχλά λογοπαίγνια, σύμφωνοι). Πριν μας καταπιούν -σε ιδιωτικές ακροάσεις- τα ξεβαμμένα σκούρα.

Τώρα θα σου δώσω μιαν εντελώς άχρηστη πληροφορία για την οποία δεν θα χρειαστεί να με ευγνωμονείς. Οι Artery ζούσαν στο Sheffield. Ίσως και η Lena τους. Το 1983 που μπαίναν στο στούντιο για το «One afternoon in a hot air balloon» -και να θες να μη πιστεύεις σε στοιχειωμένες χρονιές, θ’ αναγκαστείς να αλλαξοπιστήσεις κάποια στιγμή με τα μούτρα μελανιασμένα απ΄το τσάμπα πείσμα- ο Hawley ήταν δεκαεξάρης. Δεν ξέρω τι έκανε με τα εκεί λύκεια, δικό του θέμα αυτό, αλλά μερικές ψυχές τις γάμησε υποδειγματικά. Με ο,τι χρώμα βρήκε πρόχειρο μέσα τους.

Οι 10cc ποτέ δεν με ξετρέλαιναν. Τα περισσότερα τραγούδια τους τα ΄βρισκα μισά, σακάτικα, ανάλατα. Δεν πέρασε ούτε ένα καλοκαίρι όμως, μήτε ένα, που δεν κάναμε καλή παρέα το «Im Μandy, fly me» -μέσα από κασέτες, γουόκμαν και σιντί με mp3, αργότερα-  εγώ, μια μπίρα και το κύμα, δυο μέτρα παραδίπλα. Σιγά το σκηνικό, θα πεις. Σωστά, θα πω. Μα αντέχει τριαντατόσα χρόνια, δεν το λέει η καρδιά μου να στήνω άλλο, δήθεν γκράντε, τάχα μου οσκαρικό, μόνο και μόνο για να κοροϊδεύω το ανυποψίαστο κοινό πως αντικρύζει κάτι καινούριο. Το καλοκαίρι μου δεν το κουρεύω, καλύτερα πτώχευση μια κι έξω.

Αν έφτασες ως εδώ είσαι ήρωας. Ούτε ο Οδυσσέας τα κατάφερε καλύτερα. Αν κι εδώ που τα λέμε, ένα skrik δρόμος ήτανε. Για να ακουγόμαστε που και που, να μη χαθούμε μια για πάντα. Ποιος δίνει δεκάρα για τα κουφάρια των -κάποτε ταξιδιάρηδων, έστω και στη σιγουράντζα των αφρών – γλάρων μετά…

—-

χειραποσκευή

25019083

 

Κατέβασα την μικρή βαλίτσα, μιάμιση νύχτα θα ΄ταν όλη κι όλη. Είχε να ταξιδέψει πάρα πολλούς μήνες, ίσως και χρόνο, κόντευε να πεθάνει ξεχασμένη πάνω στη ντουλάπα. Μόνο με κουνούπια και καμιά γενναία αράχνη συναντιόταν, ανάλογα με την εποχή.

Στην εξωτερική θήκη βρήκα ένα -το ‘χα για χαμένο- μπλε κασκόλ, μια ομπρέλα και ένα διαφημιστικό της Avis.

To κασκόλ μύριζε, ακόμη, έναν λαιμό γνώριμο που είχα -όμως- στο μεταξύ ξεχάσει. Το ξανάφησα μέσα, δεν είναι καιρoί αυτοί για να ανατρέχεις σε vintage greatest hits.

Η ομπρέλα είχε μπει μισοβρεμμένη, σε μια σακκούλα απ’ τα αφορολόγητα. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν η εκδοχή της βροχής ήταν της  Blossom Dearie ή της Heather Nova. Η μνήμη έχει την κακή συνήθεια να στεγνώνει γρήγορα, όσο περνάνε τα χρόνια.

Αυτοκίνητο δεν νοίκιασα. Απ’ το να βάζεις το απροπόνητο αριστερό σου χέρι να παλεύει -μάταια- με το λεβιέ, καλύτερα να δώσεις τριάντα λίρες παραπάνω στην Southern, μπας και φιλοτιμηθούν κάποτε να καθαρίζουν καλύτερα τα βαγόνια τους.

Στο βάθος βάθος βρήκα ένα ζευγάρι γάντια. Δεν συναντηθήκαμε φέτος το χειμώνα. Αν το λες χειμώνα αυτό το μουσκεμένο χλιαρό πράμα που ζήσαμε.

Είναι ακόμη απορίας άξιον πόσες μικρές παλιές ιστορίες μπορεί να σου διηγηθεί ένα φερμουάρ που μόλις ξανάνοιξες. Κι ακόμη πιο περίεργο, πώς δεν με βγάλαν ποτέ υπέρβαρο με τόσες λέξεις που σέρνω -σαν την άδικη κατάρα- πάνω μου.

—-

οι σακκούλες *

24863432

Ένα πρωί -περασμένες έντεκα ήταν στις 4 Δεκεμβρίου, την ώρα που έβγαινε να πάρει γάλα για τη μικρή- είδε, μάλλον αφηρημένος, το πρώτο καρφί. Στην κολώνα της πυλωτής, δεξιά απ’ την είσοδο. Το θυμήθηκε δυο μέρες μετά, ανήμερα Αγίου Νικολάου, όταν είδε και δεύτερο, στην απέναντι κολώνα. Αν είχε καθαρό μυαλό θα μπορούσε να αναρωτηθεί «τι διάολο». Δεν είχε. Σε τρεις μέρες τα καρφιά γίναν εφτά. Ελάχιστες κολώνες δεν τρυπήθηκαν απ’ τα ατσαλόκαρφα, μόνο οι πίσω πίσω, στον ακάλυπτο. Για λόγους οικονομίας είχαν βγάλει τις μισές λάμπες, τις άλλες μισές τους τις έκλεψαν. Εδώ και μήνες κλέβαν τα πάντα. Ακόμη κι ανθρώπους, ειδικά ανθρώπους.

Μια Παρασκευή που δεν πήγε στη δουλειά -το τρίτο αναγκαστικό ρεπό της βδομάδας- περπάτησε στην άδεια γειτονιά, λίγο πριν σκοτεινιάσει. Για να καθαρίσει το μυαλό του, πριν βρωμίσει από πολύ άσχημες σκέψεις. Τα καρφιά τώρα ήταν παντού, κάθε τοίχος, κάθε κολώνα, κάθε περβάζι κι ένα καρφί. Όλα ενάμιση μέτρο ψηλά. Έμεινε να κοιτάζει τις τρύπες, τα καρφιά και τα τσιγκέλια σαν να τριγυρνούσε -σε μια άλλη, παλιότερη ζωή- σε διάδρομο της Tate ή κανένα από τα malls της Γκουγκενχάιμ. «Κάποιος παλαβός παίζει» ήταν το μόνο που κατόρθωσε να σκεφτεί.

Προπαραμονή Χριστουγέννων είδε μια σακκούλα δεμένη σε κάθε καρφί. Απ’ αυτές τις φτηνιάρικες των σουπερμάρκετ, που αν βάλεις τρία πράματα μέσα ανοίγουν στα δυό ή κάνουν μια τρύπα μεγάλη όσο ένα αβγό. Φυσούσε. Οι σακκούλες κάναν φασαρία, πατ πατ πατ και πηγαίναν περαδώθε αλλά ήταν γερά πιασμένες πάνω στα καρφιά. Τις χάζεψε πολλή ώρα, δεν κατάλαβε τίποτε. Εδώ και καιρό καταλάβαινε όλο και πιο λίγα, για να προστατεύεται.

Ξημέρωσε παραμονή. Απ’ τον ουρανό έπεφτε ένα υγρό πράμα σαν να ΄σαι πουκάμισο και σε ψεκάζουν λίγο πριν σε σιδερώσουν. Κακοπλυμένο πουκάμισο όμως, όχι μπουζάτο. Με τριμμένο γιακά και μανσέτες, με λειψά κουμπιά.

Περίμενε να δει -την ώρα που κατέβηκε για να πάρει γάλα και τσιγάρα- τις σακκούλες μισογεμάτες. Με ένα πακέτο μακαρόνια, λίγο αλεύρι, καμιά σοκολάτα, δυο κονσέρβες με γάλα ή με κορνμπιφ, ένα ψωμί στην καθεμιά τους. Μ’ αυτά τα λιγοστά έστω, εκεί πάνω, ενάμιση μέτρο πιο ψηλά απ’ τα τσιμέντα και την άσφαλτο, για να μη τα αρπάξουν σκυλιά και γάτες και πάνε στράφι, ψυχή έχουν κι αυτά τα ζωντανά μα σειρά έχουν οι άνθρωποι.

Κι εγώ αυτό ήθελα να δω. Ή να διαβάσω, έστω. Οι ιστορίες είναι ο,τι τις κάνεις να είναι. Τις ιστορίες τις κάνεις κουμάντο, τη ζωή όχι εύκολα. Εκεί που λες «σ’ έχω», εκεί σου βγάζει γλώσσα σαν τον Τζόκερ, «μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι». Και σε σκίζει σε δέκα κομμάτια, αγνώριστο σε κάνει, ένα τέρας.

Λοιπόν, οι σακκούλες ήταν άδειες. Ξεσκισμένες απ τον αέρα, κουρέλια, ρετάλια, παρτάλια, μια ασχήμια ατέλειωτη σε μια άσχημη πόλη. Που δεν είχε φέτος ούτε ένα λαμπιόνι σε ένα μπαλκόνι, ούτε μια φωτισμένη γιρλάντα στους δρόμους, ούτε έναν ψεύτικο αγιοβασίλη να τριγυρνάει πουλώντας μπαγιάτικο παραμύθι.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν κατέβηκε. Λίγοι αντέχουν να κατέβουν στους δρόμους μιας πόλης που τέτοια μέρα δεν βλέπουν πάνω τους ούτε ένα παιδί να λέει τα κάλαντα. Ούτε ένα. Μουγκή πόλη. Βουβή. Κουφή. Σαν χτυπημένη από πανώλη. Μήτε ο Καρό με τον Ζενέ, μηδέ ο Γκαίτε και τ’ αδέρφια Γκριμ αξιώθηκαν ποτέ να γεννήσουν τέτοιο φάντασμα.

Χωρίς να ξέρει γιατί, πήγε χτύπησε στα γερόντια, στο απέναντι διαμέρισμα. Κάναν πέντε λεπτά να του ανοίξουν. Θες ο φόβος, θες τα γαμημένα γόνατα, θες ότι δεν περιμένεις κανέναν να σου χτυπήσει την πόρτα πια, πλήν Χάρου, κάποια στιγμή, σύντομα.

«Το βράδι σας περιμένουμε δίπλα» τους είπε, «όχι σπουδαία πράματα, ένα πιάτο, ένα ποτήρι κρασί, για την παρέα, μέρα που ‘ναι».

 

Άμα σου πω ότι οι ξεσκισμένες σακκούλες γεμίσαν με ομορφιά, να το πιστέψεις.

—–

* γραμμένο για το Μπαχάρ τ.4

η κάθοδος

24789479

Φτάσαμε πάνω απ’ τη μικρή παραλία λίγα χιλιόμετρα μακριά απ’ το μοναστήρι, βοήθειά μας. Κεριά δεν ανάψαμε περνώντας απ’ έξω, οι μισοί ντράπηκαν τους άλλους μισούς και φτιάξαμε μια ντροπή ολόκληρη σκέτη ομορφιά και πατήσαμε γκάζι, «να φτάνουμε μια ώρα αρχύτερα». Τώρα έπρεπε να παρκάρουμε τα αυτοκίνητα σε ένα τοσοδούλι πλάτωμα κάτω απ’τον ήλιο και να βρούμε ανάμεσα στα τσαλιά το μονοπάτι που θα μας έστελνε εκεί που «το νερό, ένας μικρός καταρράκτης, πέφτει από πέντε μέτρα ύψος μέσα στη θάλασσα». Αυτό μας είχαν πει άλλοι γενναίοι σέρπα, που είχαν κατέβει πριν από μας. Δεν βρίσκεις εύκολα τέτοια τεχνικολόρ θεάματα, είπαμε χαλάλι το ανέβασμα μετά. Στο κατέβασμα κουτσά-στραβά θα τα καταφέρναμε.

Αμ δε..

Δυο αγόρια, τρία κορίτσια, κόντρα σε μια κλίση που θα τρόμαζε κάθε αλφάδι και τελεφερίκ, χωμένοι μέσα σε μια στρατιά από ανθρωποφάγα πουρνάρια και έναν ήλιο που εκείνη τη μέρα το ‘βαλε γινάτι ο καργιόλης να δείξει ποιός είναι το αφεντικό. O μεγαλύτερος ήταν εικοσιοκτώ χρόνων -η Γιάννα δεν μέτραγε- οπότε και τριακόσια να ήταν τα χιλιόμετρα  στην κατηφόρα, και εβδομήντα μοίρες η κλίση, και σαράντα βαθμοί το κοντέρ στο θερμόμετρο, πάλι θα ξεκινούσαμε για την «δικιά μας» παραλία. Σ’ αυτές τις ηλικίες πας -έτσι λέγαμε τότε- κόντρα με ο,τι γουστάρεις, αδιαφορώντας για το τι λένε οι αριθμοί. Τα νούμερα και τα μαθηματικά είναι για τους δειλούς και τους οικογενειάρχες που μετράνε το κάθε τι δέκα φορές, με σινιέ κομπιουτεράκια Texas Instruments, επαληθεύσεις και λογαριασμούς και ξανά επαληθεύσεις. Εμείς μπορούσαμε και λάθος να κάνουμε. Τόσο χειρότερα για το λάθος. Ήμασταν ικανοί -αυτό πιστεύαμε- να στριμώξουμε το λάθος μας στη γωνιά και να του αποδείξουμε, με το καλό ή με το στανιό, ότι είναι το σωστό.

Αρκετά χρόνια μετά έμαθα ότι κάποιος Alex Garland μας έκλεψε το πρότζεκτ. Αλλάζοντας τα ονόματα και τις τοποθεσίες, για να μη τον τσακίσουμε στα ασφαλιστικά μέτρα και τις μηνύσεις.

—-

(ψίχουλο απ΄τις «αρχαίες γυναίκες»)

—–