το γούντστοκ των πτωχών

 

10153157_700732119948024_633631648_n

 

 

 

1979, 1980, εκεί. Στο προτελευταίο ρετιρέ της Νάξου. Κάθε φορά που ‘μπαινα ή έφευγα απ΄ την οικοδομή πλησίαζα με συγκρατημένη λαχτάρα το -άδειο, πάλι- γραμματοκιβώτιο μέχρι που το πήρα απόφαση, με τρόμαζε ο 815 που απειλούσε να με στείλει μια ώρα αρχύτερα στο σπίτι μου απ’ όπου έφτυσα αίμα και κατάπια χιλιάδες σελίδες για να φύγω, ξεχνιόμουν με τσιγάρο και φραπέ στην πλαγιά του Λιλιμπάγια, ποτιζόμουν σανγκριές στον Ιπποπόταμο ώσπου να γίνω ένα με το πάτωμα (άσπρο-μαύρο πλακάκι, αν θυμάμαι καλά με τόσες απόπειρες αυτοκτονίας του συκωτιού μου που προηγήθηκαν), αγόραζα Πετρόπουλους -απ’ την Πρωτοπορία θαρρώ- με ένα βλακώδες ρίγος ανάλογο των κρυφοχριστιανών στη Ρώμη, διάβαζα σαν τζάνκι Κολούμπρα (όλη η συλλογή χαμένη σήμερα), θυσίασα χιλιάρικα, αίμα και ιδρώτα σε Happening, Music Corner και το «Δισκάδικο», αποκοιμιόμουν ακούγοντας Eloy σε κάποιο ραδιόφωνο που κατασκήνωσε στα – έρημα, τότε- FM, μελετούσα με προσήλωση Ζήλο, Βιάν και λίγο Στατιστική ΙΙ, στο τέλος της εξεταστικής ακολουθούσε η μαλαματίνεια ιεροτελεστία (το αγίασμα κατέβαινε με το ΚΤΕΛ, ειδική παραγγελία) με κοτόπουλα γειτονιάς, κρύες τηγανητές πατάτες και μπουκάλια σπασμένα σε χίλια κομμάτια στο πάτωμα, στο μπαλκόνι, μέσα στα βρακιά μας, παντού, αντί για πατώματα είχαμε μια βροχή από γυαλιά και μετά μου κάναν αξιοθέατο τους αναστενάρηδες, οι άτεχνοι..

 

Για μερικά είμαι σίγουρος, κάποια είναι πιο αχνά στη μνήμη (ακόμη κι όσα είχαν άρωμα γυναίκας, κοριτσιών δηλαδή, για να ακριβολογούμε), εκείνο που δεν ξεχνάω είναι η παραμονή της μέρας που ήρθε το τρίκυκλο για να μεταφέρω τα λιμά υπάρχοντά μου στην Τσόχα. Άφηνα την Κυψέλη νιώθοντας πως εγκαταλείπω ένα κουκούλι που μέσα του ασφυκτιούσα αλλά και ένιωθα ασφαλής. Ο Ηρακλής έλειπε απ’ το σπίτι, τα είπαμε και αποχαιρετιστήκαμε από νωρίς, θα ΄φευγε κι εκείνος από Σεπτέμβρη για το σπίτι της Ελένης, «για λίγο» είπε «μέχρι να βρω ένα μικρό», μόνιμα ήταν τελικά. Νύχτωσε στο μπαλκόνι, τα πακέταρα όλα -τι όλα δηλαδή, οι πρόσφυγες σήμερα περισσότερα κουβαλάνε μαζί τους- καπνίζοντας ατέλειωτα ΚΕΝΤ, ήπια τόσες άμστελ που κάποια στιγμή παραδομένος άρχισα να κατουράω -παίρνοντας κάποιες στοιχειώδεις προφυλάξεις- στη γλάστρα παραδίπλα γιατί βαριόμουν το πηγαινέλα στην τουαλέτα, κουράγιο να σηκωθώ απ΄το πάτωμα δεν είχα (στο πάτωμα πεταμένα ένα κιλίμι και τρεις μαξιλάρες, όπως Μπάροουζ και Τανγκέρη, άμα είσαι ντίρλα μεγαλοπιάνεσαι ακόμη και με κουρελούδες), άνοιξα το ραδιόφωνο γιατί η τελευταία νύχτα εκεί άρχισε να με πλακώνει. Δεν κατάλαβα πότε με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα ακούγοντας I came upon a child of god, he was walking along the road, με πήγε ως το ρεφρενάκι κι ας μην ήταν η Τζόνι, ωραίο ήταν, γαλήνεψα, «σπίτι είναι ρε, όχι ψυχή, θα συνηθίσεις», έτσι είναι οι σαχλαμάρες οι καρκίνοι, sentimental όντα, ξανάκλεισα τα μάτια. Στις οκτώμισι ο τρικυκλάς ήταν εγγλέζος στο ραντεβού και πατούσε το κουδούνι με υποδειγματικά εκνευριστικό τρόπο. Εκεί δεν ξαναγύρισα έκτοτε. Ποτέ.

 

Σήμερα ανοίγω τα μέιλ χωρίς την παραμικρή λαχτάρα, με τρομάζουν όλοι αυτοί οι αλήτες που θέλουν να με βγάλουν μια ώρα γρηγορότερα κι απ’ το σπίτι μου κι απ΄τη χώρα, ο Χαρχούδας συνταξιοδοτήθηκε, το ίδιο και τα τσιγάρα και τα πιώματα, σε αληθινό δισκάδικο έχω να μπω από τότε που η Σινίντ Ο΄ Κονορ είχε πλεξούδες, με Ζήλο, Βιάν και Οικονομετρίες έκοψα παρτίδες, μελετώ Ξυδάκη και λίγους σεσημασμένους -μετρημένους σε δυο παλάμες- στα βλογς, βιβλία δανειζόμουν απ’ τον φίλο μου που έφυγε πια, τώρα αγοράζω μόνον όταν -πολύ σπάνια- περισσεύει κάτι αλλιώς πάλι στη ζητιανιά και στο δανειλίκι και στην καλοσύνη των φίλων, στο μπαλκόνι ζουν τα άπαντα του ΙΚΕΑ κι αν κάνω πως κάθομαι καταγής θα νομίσουν οι εντελώς καθωσπρέπει γειτόνοι πως λιποθύμησα και θα στείλουν κανένα 166 στα καλά του καθουμένου, ανοίγω μια μπίρα και όταν τελειώνει κοντεύει να γίνει ζεστή σα κάτουρο, αλλά αν μου ‘λεγες να ξαναπάω στην Νάξου ή στην Τσόχα θα σου ‘λεγα «ούτε για όλα τα καλά του κόσμου». Έφτυσα αίμα -ναι, και ιδρώτα και δάκρυα, πώς να το κρύψει κανείς; – για να φτάσω ως εδώ, κατάφερα ο,τι κατάφερα, απέτυχα σε ο,τι απέτυχα, κέρδισα και έχασα, είναι νωρίς ακόμη για τελεσίδικους απολογισμούς και -πάλι sentimental- ετυμηγορίες, μα πίσω δεν έχει κι ας λυσσάξαν να μας χώσουν ντε και καλά στο δικό τους στημένο monopoly. Γερός να είναι εκείνος ο ξαπλωμένος στα κιλίμια και στα μαξιλάρια, με τις μπίρες και τις μουσικές παραμάσχαλα. Αυτός εκεί, εγώ όμως εδώ, έτσι έλεγε και το τραγουδάκι της τελευταίας νύχτας στην Νάξου:  and I don’t know who I am, but life’s for learning.

 

 

 

music from airports

 

30416938

 

 

 

Εντάξει. Φύγε. Όλοι – καλά,όχι εσύ- μπορεί να φύγουμε μια μέρα. Εδώ άλλοι φεύγαν σωρηδόν πριν εκατό και πριν πενήντα χρόνια, περνάγαν Ατλαντικούς, βλέπαν την ανατολή καταμεσής σε Ινδικούς, ανεβοκατεβαίναν σε τρένα, οδηγούσαν με την τσίμπλα το μάτι σε κοτζάμ Γιουγκοσλαβίες. Δεν είναι δα και τραγικό. Τόσοι και τόσοι φύγαν (ή δεν γυρίσαν καν), ρώτα τους έναν προς έναν, μια χαρά είναι όλοι. Τίποτε δεν είναι ανεπανόρθωτο αφού μπορείς να ξανάρθεις. Και να μη ξανάρθεις όμως, άμα δεν έχεις -ή δεν λαχταράς- να δεις κανέναν (ή κάτι, έστω) εδώ, πάλι εντάξει είναι. Όπου γης πατρίς και τα σχετικά, τα μάθαμε. Καλά, σύμφωνοι, και τα home is where the heart is, κι αυτά τα μελωμένα τα μάθαμε. Παιδιά του κόσμου, έτσι κοροϊδευόμαστε πως ήμασταν οι σαραντακάμποσα και οι πενηνταφεύγα, σιγά μη χολοσκάσουμε για πέντε, δέκα, δεκαπέντε χρόνια, μια ζωή έξω. Είτε παιδιά αφήσεις πίσω, είτε φύγουν μαζί σου, είτε τα πας στο αεροδρόμιο και μένεις πίσω εσύ, είτε δεν υπάρχουν παιδιά στην εξίσωση, σιγά τον πόνο. Σήμερα είναι αλλιώς. Και σκάιπ έχεις και φτηνά τηλέφωνα και φέισμπουκ και ryanair έχεις κοντά στην νέα γειτονιά, δηλαδή άμα το καλοσκεφτείς δεν βιώνεις και κάτι σκιαχτικό, πόσο μάλλον όταν και δουλειά έχεις εκεί, που δεν είχες εδώ. Όλα δικά σου μη τα θες. Είπαμε, φύγε. Εδώ που τα λέμε είτε στην Ιεράπετρα πήγαινες -δεν ξέρω τι διάολο θα ΄κανες εκεί- είτε σε ένα κωλοχώρι έξω απ΄τη Στουτγκάρδη, ένα και το αυτό, μη σου πω και χειρότερα. Μισό μηνιάτικο και δυο μερόνυχτα θες να φτάσεις στην Ιεράπετρα. Μη τα κάνουμε όλα βουνό, ψωμί ξενιτιάς και μανούλα θα φύγω και τα συνοδευτικά, είχαν οι άλλοι τον Καζαντζίδη, μη γινόμαστε drama queens κι εμείς. Εμείς με άλλα μεγαλώσαμε, δε θα λουστούμε όσα χλευάζαμε. Γαλάζιοι ουρανοί και θάλασσες και τραπεζάκια έξω, θαρρείς και οι άλλοι ζουν σε καμιά κόλαση δηλαδή, εγώ και τραπεζάκια έξω είδα και ουρανούς που δεν είναι πάντα γκριμωβ και νερά είδα, λίμνες, ποτάμια, θάλασσες, βαρκάκια, ότι θες είδα, αρκεί να αντέχεις να τα δεις. Μη σε πιάσει το γινάτι και τα βλέπεις όλα σαν ρουφήχτρα. Άνθρωποι ζουν κι εκεί, άμα ήταν κόλαση θα φεύγαν, όχι μόνο δε φύγαν αλλά μπάζουν μέσα κι άλλους, σαν κι εσένα. Θαρρείς δηλαδή και μπορούμε όλοι να συνωστιστούμε σ’ αυτή τη χώρα, να περιμένουμε να μας θρέψει όλους και να μας κανακεύει με ήλιο και χρώματα δια βίου. Δεν γίνονται αυτά. Πενήντα TEDx να παρακολουθήσεις, εκατό να αποστηθίσεις, όσο καινοτόμα και να στίψεις το κεφάλι σου, όταν έρθει η ώρα του «φεύγω» θα το καταλάβεις πριν στο πει άλλος. Homesick και μαλακίες. Όσοι μένουμε, μένουμε λόγω Σύνδρομου Στοκχόλμης. Πιστεύοντας οτι αυτή η χώρα (και τα περιεχόμενά της) μας προστατεύει, τάχα μου, απ΄το Κακό που παραμονεύει εκεί έξω. Τσάμπα τα ζόρικα βιβλία που διαβάσαμε, τα τραγούδια που ακούσαμε, οι ατέλειωτες κουβέντες και ξενύχτια που ξετυλίχτηκαν με μας τους «διαφορετικούς» εντός τους. Όσο ανοίγαμε τα μυαλά μας, τόσο πιο κολλημένοι -καλά, όχι εσύ- μέναμε, stuck by this river. Τώρα πήγαμε στο by this Gate. Γι αυτό σου λέω, δεν είναι κακό να φύγεις. Στερέψαμε. Μόνο που πρέπει να πείσεις εκείνο το «wonder why we came» να πάψει να σε δαγκώνει κάθε φορά που ανοίγεις το σκάιπ.

 

 

 

Άμα τα πίστευα κιόλας όλα αυτά, δεν θα σφιγγόταν τόσο το στομάχι μου και θα φοβόμουν λιγότερο όσα έπονται.

 

 

 

 

δυο βδομάδες ομορφιάς

 

2014-03-25 10.41.25

 

 

Oι μπαλκονόπορτες αρχίσαν ν’ ανοίγουν δειλά δειλά. Μένουν ανοιχτές μισή, μια ώρα, λίγα δάχτυλα, έστω. Για να μη χτυπηθώ από την άνοιξη βγαίνοντας απότομα έξω, πετώντας από πάνω μου το σκάφανδρο του χειμώνα και περάσω όλο το θέρος σακατεμένος.

Εξευμενίζω τον ήλιο και το παραπανίσιο φως βάζοντάς τους τραγουδάκια, τόσο δυνατά όσο να ξεμυτίζουν στο μπαλκόνι, τόσο σιγά ώστε να μη ξυπνάω τους μέσα.

Ανάβω τσιγάρο ακουμπισμένος στα κάγκελα, πλάι στις γλάστρες που χάσκουν άδειες. Θα περιμένουν κι αυτές τη σειρά τους. Χώμα, περιεχόμενο, νερό. Και μια γωνιά να ξεπεταχτούν.

Σε ένα μήνα θ’ ανθίσει ο κάκτος μου. Όλη η ξεραΐλα, όλη η ασχήμια εντεκάμιση μηνών, θα ξεχαστούν με δυο βδομάδες ομορφιάς.

Το απέναντι μπαλκόνι θα είναι άδειο αυτό το καλοκαίρι. Αυτό δεν ξεχνιέται. Μέχρι να συνηθίσω -δεν ξέρω πώς και πότε συνηθίζεις- το κενό, θα βγαίνω να κάνω τσιγάρο και να ανοίγω κουτάκια με μπίρες από την άλλη πλευρά.

 

#

ζουμερές μέρες

30374577

Δεν θυμάμαι ποιο καλοκαίρι ήταν όταν επιστρέφοντας απ’ τη δουλειά -αργά το απόγευμα- σταμάτησα στο μανάβικο να πάρω λίγα ροδάκινα. Αυτά ορέχτηκα εκείνη την ώρα, αυτά πήρα.

Πλήρωσα κι έφευγα όταν η μύτη μου ψυχοπιάστηκε, πλάι στην πόρτα. Ένα καφάσι γεμάτο πιπέρια πράσινα, με τρεις όλες κι όλες ντομάτες στην κορυφή. Που μοιάζαν αληθινές ντομάτες, όχι σκέτο ζουμί και σπόρια σκεπασμένα με κόκκινη φλούδα. Τις έπιασα μια μια, φοβήθηκα ότι ήταν τέτοιας λογής το άγγιγμα που αν μ’ έβλεπε κανείς θα κουνούσε το κεφάλι του υποτιμητικά, για την κατάντια κάποιων αρσενικών που χαϊδεύονται ξεδιάντροπα με ντομάτες αδιαφορώντας για τα βλέμματα τριγύρω.

Αδιαφορούσα όντως. Τις μύρισα και κάτι φουρφούρισε μέσα μου. Έπιασα την πρώτη χαρτοσακούλα που βρήκα πρόχειρη, τις έχωσα γρήγορα μέσα μη τυχόν και μου τις αρπάξει κανείς. Ποιος να τις αρπάξει; Ψυχή στο μαγαζί, μόνο εγώ, η μανάβισσα και η πραμάτεια της τριγύρω μας.

«Από πού είναι; χρόνια έχω να αντικρίσω τέτοιες»

«Τις άφησε σήμερα το πρωί μια γριά, δεν την είχα ξαναδεί. Είπε αν θέλουμε κι άλλες να της το πούμε όταν θα ξαναπεράσει αύριο και θα κρατήσει και για μας ένα τελάρο. Κι εγώ ξεχασμένες τις είχα πάνω στα πιπέρια, δεν έδωσα σημασία, ντράπηκα να της πω ότι δεν τις θέλω, πήγα να της δώσω λεφτά, είπε όχι, περισσευούμενες είναι»

Πήγα να τις πληρώσω, η μανάβισσα έγνεψε όχι, «δεν τις πλήρωσα, δεν θα τις πληρωθώ κιόλας», την ευχαρίστησα, μπήκα στο αυτοκίνητο, τράβηξα για το σπίτι, να βγάλω επιτέλους παντελόνι, παπούτσια, πουκάμισο, να πάρει μια στάλα ανάσα το δέρμα μου.

Στη διαδρομή λοξοδρόμησα, μικρές παρακάμψεις σε μικρές πόλεις, τίποτε δεν μπορεί να σε βγάλει πάνω από πέντε λεπτά μακριά απ΄τον προορισμό σου. Είχαν έρθει για μια μέρα σπίτι τους ο πατέρας κι η μάνα μου, για το σέρβις τους, τα εθιμικά πλέον αιματολογικά. Το πρωί τα πήραν, συγύρισε εκείνη λίγο το κλειστό σπίτι, σε μια ώρα ξανά πίσω στη θάλασσα, μέχρι να πιάσουν οι ψύχρες και να μαζευτούν για τα καλά. Αλλά αργούσε ακόμη αυτή η ώρα.

Τα ‘παμε δυο λεπτά, όλα καλά; όλα καλά, της μάνας σου τα αιματολογικά καλύτερα από κοριτσάκι, τα δικά μου τα συνηθισμένα, να μη σκάω είπε ο γιατρός, ξανατράβα στο ψάρεμα και τα λέμε με το καλό τον Οκτώβρη. Δεν ξέρω γιατί πήρα μαζί ανεβαίνοντας και τις τρεις ντομάτες, ντροπής πράματα, ούτε μια σαλάτα της προκοπής δεν βγάζαν αλλά πώς βρέθηκα με τη σακούλα στα χέρια στο σπίτι τους δεν το θυμάμαι.

«Πάρε», του ‘δωσα τη σακούλα, «μου φάνηκαν καλές, μυρίζουν ντοματίλα, δεν ξέρω τι γίνεται μέσα τους αλλά αυτές είχε όλες κι όλες, ίσα για τη γεύση»

Τις πήρε, «το βραδάκι στο μπαλκόνι, θα βλέπω τις τράτες να βγαίνουν και θα τις τιμήσω μια χαρά», φιληθήκαμε, ίσως τα πούμε την άλλη Κυριακή αν βολέψει είπα, κάντο να βολέψει, θα ‘χω ψαριά για τηγάνι είπε, έφυγα.

Μπήκα στο μπάνιο και ποτίστηκα. Τόσο νερό πάνω μου και πάλι δεν χρειάστηκε, σχεδόν, να σκουπιστώ μετά.

Το βράδυ με πήρε η μάνα μου τηλέφωνο. Ψιθύριζε.

«Από πού τις πήρες; πήρε την πρώτη, την έκοψε στα δυο, την έφαγε σκέτη, μετά τις άλλες δυο και τον είδα να βουρκώνει, φοβήθηκα ότι πνιγόταν, καλά είμαι μου είπε, καλά είμαι, θυμήθηκα τη μάνα μου και τις ντομάτες στο ταψί, στο παράθυρο της κουζίνας, και δώστου να βουρκώνει, παράγινε ευσυγκίνητος ο πατέρας σου»

«Καλά είναι τώρα;»

«Μια χαρά είναι, μια χαρά, άμα βρεις κι άλλες τέτοιες πάρε, καλύτερες κι απ’ τα χάπια της πίεσής του θα είναι, βάλ’τες σ’ ένα κουτάκι στο ΚΤΕΛ και θα πάμε να τις πάρουμε»

Πήγα την άλλη μέρα. Και την παράλλη. Και ξανά, κάθε μέρα. Μάταια.

Η γριά δεν ξαναπέρασε από κει. Δεν την ξανάδαν.

Ώρες ώρες δεν ξέρω τι να σκεφτώ, ακόμη κι ως σήμερα. Θα με βόλευε -άμα έχεις υπέρβαρη φαντασία αυτά παθαίνεις- η γριά να ‘ταν η μάνα του, που βρήκε τρόπο να του στείλει μήνυμα ότι δεν τον ξεχνάει. Αλλά αυτά δεν γίνονται. Η μανάβισσα μου είπε -ναι, την ρώτησα- ότι η γριά ήταν δεν ήταν πενήντα κιλά όταν η σχωρεμένη η γιαγιά μου είχε κοντά τα διπλάσια. Δεν ήταν εκείνη.

Τέλος πάντων, δεν θυμάμαι πόσα καλοκαίρια πέρασαν. Γεροί να ‘ναι, ακόμη έρχονται απ΄τη θάλασσα, μετράνε τις χοληστερίνες και τα sgot τους και τους αιματοκρίτες τους και ξαναφεύγουν πίσω. Μπορεί η μάνα του να τον περιμένει εκεί -όπου- πέρα, με το ταψί γεμάτο, ωραίες, ζουμερές, ντοματένιες ντομάτες. Αλλά εμείς τον κρατάμε (βολική ψευδαίσθηση ανύπαρκτης δύναμης) εδώ. Για γεμάτες, ωραίες, ζουμερές μέρες. Καλύτερη γεύση έχει η ζωή, είμαι σίγουρος.

μεσημέρια

30297147

 

 

Η πόλη μου είναι μια σταλιά. Άντε δυο. Θες δεν θες, πάνω στα χνώτα του άλλου θα πέσεις, όλοι γνωριζόμαστε κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη.

‘Ωρα τρεις, σταματημένος στα φανάρια της μικρής πλατείας (έχουμε και μεγάλη, όπως κάθε επαρχία που σέβεται την χωροταξία της). Πέντε μέτρα δεξιά, μπουκάλια από μαλαματίνες και τσίπουρα λαμποκοπάνε κάτω απ΄τον ήλιο. Γεμάτα τα τέσσερα τραπεζάκια στο θεόστενο πεζοδρόμιο. Στο μαγαζί του -πιο διάσημου, εξ ανάγκης- πεθαμενατζή της πόλης, να με συγχωρεί ο κλάδος αλλά τρυφερά το λέω. Από τότε που ΄μασταν εξάχρονα έτσι τους λέγαμε· και τον κυρ Σάββα και τον Ηρακλή, θεός σχωρέσ’τους. Πεθαμενατζήδες. Δυο είχαμε τότε, σήμερα περισσεύουμε και οι ζωντανοί και αυτοί.

Τον βλέπω να τσουγκρίζει, να ανοίγει μπίρες, να γελάει. Πριν μια ώρα ξεπροβόδισε τους πεθαμένους, σειρά έχουν οι ζωντανοί. Αυτή είναι η ζωή. Με τόσον ήλιο, της τα συγχωρείς όλα. Αλλά, σκέφτομαι, με τόσον ήλιο κρίμα να φεύγεις. Μια τζούρα άνοιξης, ακόμη, ποιός δεν την λαχταρά;

Σπαρταράει η ψυχή μας απλωμένη στον ήλιο….η δική μου ήδη ξεγυμνώθηκε κι ας έχει λίγα παραπανίσια κιλά, βγήκε απ΄το αμάξι και πάει δίπλα να βρει ένα καθαρό για να πιει παρέα με τους άλλους.

Ανάβει πράσινο, οι από πίσω κορνάρουν. Πού βιάζονται να πάνε; Εκεί δεξιά, στα πέντε μέτρα, τσουγκρίζουν ποτήρια η ζωή κι ο θάνατος μαζί. Aγκαλιά, λιάδα. Και κάνουν χάζι, με μας τους βιαστικούς.

η ενιαία τιμή μιας σταγόνας

30283380.l

Συνήθιζα -κάποτε- να διαβάζω πλάι στη θάλασσα, ανάμεσα σε βουτιές, τσιγάρα, γέλια και μπίρες. Γι αυτό όλες οι σελίδες μυρίζαν αντηλιακά, στάχτες, ζέστη και ξεθυμασμένο αφρό. Για σελιδοδείκτες είχαν άμμο. Σπάνια βότσαλα, γινόταν ασήκωτο το βιβλίο μετά και έπρεπε να το αφήσω πίσω..

Μια μέρα κόπηκε μαχαίρι αυτή η συνήθεια. Έμεινα ώρα πολλή στην ίδια σελίδα, κοιτάζοντας λοξά δίπλα μου μια σταγόνα αλμυρό νερό που κατέβαινε σιγά σιγά από τον αφαλό της προς την άκρη του μαγιώ, όσην ώρα οι πόροι από το δέρμα της ανοίγαν και κλείναν με τέτοια πείνα -έτσι με βόλευε να πιστεύω- που όμοιά της μόνο στους μεγάλους λιμούς της Ιστορίας θα ‘βρισκες. Μπορεί να ήταν και πάνω από μισή ώρα, ποιος ξέρει, δεν κάθεσαι να χρονομετράς τέτοιες μεγάλες στιγμές. Κάποια στιγμή γύρισε και με κοίταξε, μέσα απ΄τα γυαλιά. Δεν πρόλαβα να στείλω τη ματιά μου αλλού, έμεινε εκεί, να χαζεύει το μακρύ δρομολόγιο της σταγόνας. Ας με έβλεπε, δεκάρα δεν έδινα για το τι θα σκεφτόταν.

Το βιβλίο δεν το άφησα να πέσει δίπλα, το κρατούσα θαρρείς και νοιαζόμουν να κρυφτώ από τη θάλασσα κι όχι απ’ το βλέμμα εκείνης. Μετά από έναν αιώνα, η σταγόνα κατάφερε να φτάσει ως το ύφασμα. Αφού πρώτα μου ΄βγαλε την ψυχή. Ήταν μισή τρίχα μακριά από κει που επιτρεπόταν να πάνε τα μάτια, μετά αναλάμβανε το μυαλό και τρύπωνε παραπέρα και παραπέρα και δρόμο για επιστροφή δεν έβρισκε. Δε ρίχνεις ψιχουλάκια εκεί, δε ρισκάρεις να σου πουν μια μέρα «ξέρεις το δρόμο, γύρνα πίσω».

Σήκωσε τα μάτια απ’ το βιβλιαράκι που ξεφύλλιζε, με είδε, σήκωσε μια στάλα την άκρη απ΄το μαγιώ και άφησε τη σταγόνα να μπει μέσα. Το ‘κανε επίτηδες, το ξέρω. Μπήκα κι εγώ μαζί και δεν νομίζω ότι βγήκα από τότε. Δεν πήρα τίποτε φεύγοντας, ούτε πετσέτες, ούτε γυαλιά, ούτε ένα κουτάκι μπίρα, ούτε λόγος για βιβλίο. Άμα βρεις το μονοπάτι (με το μυαλό έστω), ολόκληρη η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας θα ‘μοιαζε κιόσκι μπροστά στο τι θα συναντήσεις κει μέσα.

Που και που πάμε μαζί στη θάλασσα, ως και σήμερα. Όταν οι άλλοι παραδίπλα με ρωτάνε «πώς και δεν πήρες τίποτε να ξεφυλλίσεις;», εκείνη χαμογελάει μυστικά, χωρίς να πει κουβέντα. Ανασηκώνει μια στάλα την άκρη απ’ το μαγιώ και μ΄αφήνει να διαβάσω..

(από το “Μικρές ιστορίες ενιαίας τιμής”)

οι αφορμές

summer_me

 

 

Ήταν ένας που κάθε χρόνο ονειρευόταν πότε θα ‘ρθει καλοκαίρι, να ‘βρει ένα δωμάτιο με τη θάλασσα πέντε μέτρα μακριά. Ας είναι και δέκα, όχι παραπάνω. Μετά τα τσιμέντα να πατήσω κατευθείαν άμμο ή βότσαλο. Να μετρήσω δέκα βήματα και να βρω νερό. Μπω δεν μπω. Με ήλιο ή με φεγγάρι. Να ακούω το κύμα. Να μ’ ακούει κι αυτό, τι σόι γείτονες είμαστε αν δεν μιλάμε ο ένας στον άλλον. Ανάμεσά μας τίποτε, δέκα ανεμπόδιστα βήματα μονάχα.

Αντί να βρει τέτοια γωνιά, έβρισκε αφορμές για να μείνει μακριά της, πολλές αφορμές, αν έχανε μια είχε πάντα δυο άλλες πρόχειρες. Ή αν τύχαινε –πολύ σπάνια- να μη βρει, δεν κρυβόταν καλά όταν τον ψάχναν εκείνες. Ένα σημάδι το άφηνε, για να ‘ναι σίγουρος πως θα τον ξετρυπώσουν. Και τα χρόνια πέρναγαν και μίλαγε με πάθος γι΄αυτό το «πέντε μέτρα μακριά» καλοκαίρι, σε όλους όσους τον ρώταγαν αλλά και σ’ αυτούς που δεκάρα τσακιστή δεν έδιναν για το τι ονειρεύεται και τι κάνει ή δεν κάνει για να το ζήσει. Τίποτε δεν έκανε. Τίποτε.

‘Αστο, δεν πειράζει, έχουν άλλα σειρά φέτος. Άλλοι. Του χρόνου, να ΄μαστε γεροί, θα το ψάξουμε πιο νωρίς, θα το ψάξουμε καλύτερα.

Ένα καλοκαίρι το ψάξαν άλλοι για λογαριασμό του. Το ΄χε πει ο γιατρός, «θα τον βοηθήσουν τα μπάνια, τουλάχιστον ψυχολογικά, αλλά να μη γίνετε κομμάτια κι εσείς. Βρείτε ένα μέρος με εύκολη πρόσβαση στο νερό, μια ισιάδα, δέκα βήματα, να τον βγάζετε απ’ το δωμάτιο και να μη τσακίζετε τη μέση σας κουβαλώντας τον, όσα κιλά και να ‘χασε πάλι δύσκολα κουμαντάρεις κάποιον ανήμπορο».

Ήθελε να τους πει, την ώρα που τον ξεφόρτωναν απ’ το καροτσάκι, «αφήστε με μέσα στο νερό και φυγέτε, να γλιτώσετε κι εσείς κι εγώ» αλλά και με τις λέξεις είχε πάρει διαζύγιο. Πήγε να το πει με τα μάτια αλλά κανείς πια δεν τον κοίταζε μέσα σ’ αυτά. Θες από οίκτο, θες από οργή, από κούραση, από πίκρα, όπως θες πες το.

Ήταν μερικά βράδια που τον αφήναν για λίγο έξω. Μόνον. Για να ξεκουραστούν κι αυτοί μια στάλα. Κάτι προσπαθούσε να του πει το κύμα, κάτι προσπαθούσε να ψελλίσει κι αυτός, στάθηκε αδύνατο να συνεννοηθούν. Θύμωσε. Μπούκωσε. Πήγαν να ξεμυτίσουν δάκρυα, έμειναν στεγνά τα μάγουλα, σκέφτηκε άστο, δεν πειράζει, του χρόνου, να ΄μαστε γεροί, θα δακρύσω καλύτερα.