play it again August !

Λοιπόν έφυγε. Πολύ ήσυχα φέτος. Σαν κλέφτης, σχεδόν. Να έφυγε πικραμένο νομίζοντας πως δεν του ‘δωσα σημασία δεν θέλω να το πιστέψω, στ’ ορκίζομαι πως ήθελα και τα δυο μου χέρια και τα δυο μου πόδια και το μυαλό μου το ίδιο να του δώσω. Αν μπορούσα. Τα είχα όμως δώσει ενέχυρο αλλού, τρόπο να τα πάρω έγκαιρα πίσω δεν βρήκα.

Δώσαμε, εκατέρωθεν, τις καθιερωμένες υποσχέσεις στα πεταχτά, καταλήξαμε σε ένα -όλο κι πιο αμήχανο όσο μεγαλώνω- να βρεθούμε του χρόνου, στην εξώπορτα του είπα μη χάνεσαι, τέτοια νεορεαλιστικά…αυτό θα ‘ρθει, εγώ δεν έκανα συμβόλαιο να είμαι εδώ, πού να βρεις πρόθυμο Μεφιστοφελή σήμερα. Εκτός κι αν έρθει η συντέλεια του κόσμου και φύγουμε όλοι μαζί, άνθρωποι και καλοκαίρια. Μετά σκασίλα μου.

Τώρα πίσω στο κρεβάτι του φτηνόπωρου. Μέχρι πέρυσι αγχωτικά οικείο, σα να μυρίζεις πατάτες με κρέας στο φούρνο μια Κυριακή με βροχή, σα να τελειώνεις για χιλιοστή φορά μέσα στο ίδιο σώμα, φέτος προκρούστειο. Ο,τι δικό σου περισσεύει, κουβέντες, ανάσες, ώρες, γέλια, νύχτες, σαββατοκύριακα, βόλτες, λίγο παραπανίσιο αλκοόλ, ένα τσιγάρο, ακόμη κι ανθρώπους που αγαπάς, θα στα κόβει. Στα δυο, στα τρία, στα τέσσερα, δεν ξέρω να σου πω. Πρώτη φορά θα ξαπλώσω σε τέτοιο κρεβάτι.

Χτες βράδι στο μπαλκόνι -εκείνο που δεν σάλπαρε ποτέ γιατί τελικά δεν είχε σταγόνα καύσιμο μέσα του, υποθηκευμένo κι αυτό- άκουγα μια γνώριμη φωνή να λέει σ’ ένα τραγουδάκι, ανάμεσα στ’ άλλα, «I cant read my own note. I made a note and I can’t read it». Και σκέφτηκα τι διάολο, σε λίγο καιρό που θα αποκαλυφθούμε όλοι και κανείς δεν θα κρύβεται πίσω από δανεικά ονόματα, θα τα αποκηρύξω όλα, και ποστ και φέισμπουκ και τραγούδια και λέξεις και όλα, μα όλα. Θα ξαναγίνω ένας κανονικός άνθρωπος. Μπας και βιώσω καμιάν απώλεια βουβός. Χωρίς να κόβω κομματάκια της μοιράζοντας τα σαν αντίδωρα δεξιά κι αριστερά για να την κάνω -τάχα μου- σπουδαία. Καμιά τέτοια απώλεια δεν είναι σπουδαία. Τον χρόνο που ξόδεψα άσκοπα ψευτοπενθώ, πετώντας μαύρα σκουπιδάκια σε μια άσπρη οθόνη. Όχι αυτό που έφυγε.

Άντε Robin, ριχ΄ το. Ο,τι προλάβουμε, πριν ξεθωριάσουν όλα…

 

 

http://www.youtube.com/watch?v=qngc–zwGxY

 

 

ο αφρός των μικρομέγαλων

Έχω εξαντληθεί συζητώντας με κάθε πονεμένο -ανίατη ασθένεια, από την εποχή του φοιτητικού αμπέχωνου- τις παραλλαγές πάνω στο Λιβυκό (ζήτημα, το πέλαγος δεν με αφορά), το νεοπανεπιστημιακό, το πτωχευτικό (το ατομικό μου, το δίκαιο δεν με συγκινεί), το εργασιακό, το ασφαλιστικό,  το άδηλο του μέλλοντος -αυτό είναι σαν τον αφρό της μπίρας, ξεκινάς την κουβέντα έτσι και τελειώνοντάς την πάλι σ’ αυτό καταλήγεις-, το πρόδηλο της επαναθεώρησης των πάντων. Αρχής γενομένης από τα δεδομένα. Δεν υπάρχουν. Κανείς δεν μπορεί πια να επιπλεύσει πάνω στον αφρό κι ας είναι και της Guinness.

Εννιά φορές στις δέκα, αυτές οι κουβέντες γίνονται γύρω από ένα τραπέζι. Με υγρά και στερεά επάνω του. Πες το «μεταξύ τυρού και αχλαδιού, μεταξύ πεπονιού και γραβιέρας Νάξου, μεταξύ Kaiser και Fix, μεταξύ ιδρώτα και ανεμιστήρα», δεν με ενοχλεί αυτός σου ο απαξιωτικός υπαινιγμός. Παράσημο είναι να βάζεις γραβιέρα ναξιώτικη στο τραπέζι, σκέψου το κι έτσι, του χρόνου το καλοκαίρι το πεπόνι μπορεί να μείνει ορφανό.

Με οικτίρω που δεν θεραπεύτηκα ακόμη από τα αμφιθεατρικά κατάλοιπα και συνεχίζω να έλκομαι από τους εμμονικούς Φιντέλ της καθημερινότητας, όπως ο καρχαρίας από μια ανοιχτή πληγή. Αφού το ξέρω καλά πως με έχω συλλάβει επανειλημμένα επ’ αυτοφώρω να το διαπράττω ως αυτοσκοπό. Δεν το κάνω για την κουβέντα, ούτε τη διαφωνία, ούτε τη χλιαρή σύγκλιση, ούτε καν για την πολιτισμένη ή φορτισμένη αντιπαράθεση. Μ’ αυτά έκλεισα λογαριασμούς. Το κάνω για να δουν οι μπίρες πόσο κουραστικοί μπορούμε να γινόμαστε, επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια -με ζήλο αντάξιο μουλάδων, ακόμη κι όταν ο μόνος άξιος λόγου αφρός τριγύρω μας είναι αυτός της θάλασσας- μέχρι να παγώσει ο ήλιος.

Θα συνεχίσω να το κάνω όμως, είναι τόσο μα τόσο ανακουφιστικό, έως εθιστικό, να διαπιστώνεις πως από το να ανατριχιάζεις με τα ξύλινα μικρομέγαλα της βουλής των εφήβων μέχρι να γίνεσαι πιο προβλέψιμος κι από αυτά (αθωώνοντάς τα, μετά, λόγω προτέρου εντίμου βίου), είναι μια γουλιά δρόμος. Με ή δίχως αφρό.

προ-σeπτeμβριανά

Λίγο πριν της Παναγίας θάψαμε την Β.  Πάλεψε τέσσερα καλοκαίρια. Ο πληθυντικός είναι ανάπηρη ενοχή. Γιατί αυτή και όχι εγώ, εμείς. Τέτοια υποκρισία. Γιατί εγώ, εμείς, γυρίσαμε στο σπίτι μετά και δεν είπαμε κουβέντα, ξορκίζοντας -τάχα μου- το κακό με ένα μπουκάλι κρασί και καμιά δεκαριά τσιγάρα που είχαν τη γεύση μιας -ακόμη- μόνιμης απουσίας.

Προσπαθώ -δεν έχω την παραμικρή ιδέα γιατί- να βρω έναν λόγο για να συνεχίσω να γράφω. Μα δεν βλέπω φως. Κουρτίνα μπροστά μου, από τις βαριές, τις βερσαλλιανές, αυτές που μυρίζουν κλεισούρα, ληγμένες κολώνιες και ημίφως οι λόγοι για να σταματήσω. Μετά θυμάμαι τη φατμέ, το παχύ της έντερο και τους μπαξέδες με τα ρόδα, ανακουφισμένος. Πόσο ηλίθια διλήμματα μπορεί να σε ταλανίζουν προσεγγίζοντας την ακτή με τα απολειφάδια ενός θέρους που δεν υπήρξε ποτέ.

Δεν αξιώθηκα να δω από κοντά νησί της άγονης -όπως εγώ την φανταζόμουν- γραμμής. Τα ονόματα Κουφονήσια, Δονούσα, Σχοινούσα, Αστυπάλαια, Αμοργός ήταν και παραμένουν terra incognita. Αν δεν μπορούσα να φύγω όποιαν στιγμή ήθελα από έναν τόπο, δεν τον προσέγγιζα. Ακόμη κι αυτό όμως να λυνόταν-με κάποιον μαγικό τρόπο- με φόβιζαν από παλιά οι καλοκαιρινοί -οι εναλλακτικοί, κατά πως λέει και το Βυτίο– ενοικιαστές τους, ίσως γιατί ενδόμυχα ένιωθα πως ανάμεσά τους θα ήμουν παρείσακτος. Ως σήμερα δεν το ξεπέρασα. Μάλλον τα καλοκαίρια μου περιγράφω. Όχι, ούτε αυτά. Τη ζωή μου, σίγουρα.

Άρχισα να κρατάω σημειώσεις -και να τις μοιράζομαι με άλλους- τρεις μήνες μετά το εξιτήριο απ’ το νοσοκομείο. Υποθέτω πως ένας από τους λόγους που δεν έχουμε αγαστές σχέσεις το joyful κι εγώ είναι ακριβώς αυτό. Η χωροταξία των συναισθημάτων και η οριοθέτησή τους είναι οι -πολύ- μελανές σελίδες του CV μου. 

Η τελευταία βουτιά στις αλυκές, εικοσιπέντε χρόνια πριν. Ένα τέταρτο του αιώνα δηλαδή, για να μετατρέψω τον χρόνο σε κάτι πιο γκράντε από αυτό που ήδη είναι. Κάποια στιγμή βαρεθήκαμε τις κουβέντες με τους άλλους δέκα της παρέας, ξεκινήσαμε  για το αρχαίο λατομείο στη μύτη του κόλπου, μετά μόνο θάλασσα, μάρμαρα, ένας ορίζοντας λιπόθυμος από τη ζέστη και τα μάτια μας πληγωμένα απ’ το άσπρο και το φως. Βουτήξαμε γυμνοί, σχεδόν τυφλοί, μετά από μισόν αιώνα -έτσι μετρούσαμε τότε, με αιώνες- βγήκαμε. Ξάπλωσε εκεί, πάνω σε ένα μάρμαρο που ήταν πιο ζεστό κι από τον ήλιο, το δέρμα της άντεξε το μεσαιωνικό βασανιστήριο, φορούσε μισό μαύριο μαγιώ και τα παλιά της ρέιμπαν, όταν ξαναβρήκα το φως μου και την ακούμπησα έκαιγε πιο πολύ από τις αρχαίες πέτρες, όχι εδώ, είπε, έχει συνωστισμό, είχε πράγματι αλλά τότε νόμιζα οτι δεν υπάρχουν άλλοι ένοικοι εκτός απ’ τους δυο μας σ’ ολόκληρο το σύμπαν. Επιστρέψαμε στην παραλία από το μονοπάτι στο δάσος, αριστερά μας γαλάζιο, δεξιά πράσινο, κάπου υπάρχει μια φωτογραφία μας από κείνη τη μέρα, μου φαίνεται πως έχουμε -και οι δυο μαζί- τριάντα κιλά παραπάνω σήμερα, ίσως όμως είναι οι ψυχές μας που σκλήρυναν και βάρυναν με τον καιρό. Αυτό είναι.

Δεν μπαίνω πια σε βιβλιοπωλεία για να αγοράσω τετράδια, στυλό, φακέλους, μπλάνκο, σβήστρες, ξύστρες, φάμπερ καστέλ και μπλοκ ζωγραφικής. Ο γιατρός μου είπε ότι παθαίνω κάτι σαν το σύνδρομο της άσπρης μπλούζας όταν μυρίζω σχολίλα. Μπορεί να τα αγοράζει μόνη της, μεγάλωσε. Άλλωστε έπαψε από καιρό να μυρίζει παιδίλα. Κάποιες ξεχασμένες μυρωδιές με εκδικούνται, θα με στοιχειώνουν για καιρό, στο τέλος θα με ξεσκίσουν σαν τον Γκρενούιγ..

Soon oh soon the light….η φωνή του Jon Anderson στο γύρο του νησιού. Λάθος διατύπωση. Εκείνον τον Αύγουστο ο Άντερσον είναι ο ίδιος Το Νησί. Αυτός και η κιθάρα του Howe. Δέκα, είκοσι φορές μπρος-πίσω η γαλάζια διάφανη Scotch. Το παλιό Ρενώ δεν πατούσε στιγμή στην άσφαλτο, ανεβοκατέβαινε στρατόσφαιρα-μεσόσφαιρα  με τρεις ταχύτητες, η δευτέρα είχε πεθάνει την ώρα που έβγαινα απ’ το καράβι. Υπήρχαν και εποχές -σκέφτομαι- που ετοίμαζα το σάουντρακ των διακοπών με επιμέλεια και φροντίδα ανάλογη του Bernard Herrmann όταν έγραφε για τον Άλφρεντ. Αν βάλω σήμερα το ίδιο, έστω και δυο φορές, στο cd-player του αυτοκίνητου με τις έξη ταχύτητες αλλά χωρίς παρελθόν και -αναμφίβολα- δίχως μέλλον, θα συνεχίσω τις διακοπές μόνος κι έρημος. Psycho summer.

Όπου να ‘ναι θα χτυπήσει την εξώπορτά μου το έκτακτο εκκαθαριστικό. Για να φανείς αλληλέγγυος, θα μου πει. Θα φανώ, δεν είμαι σκατόψυχος, λεφτά είναι, δεν είναι ψυχή. Αυτήν πρόλαβα να την πουλήσω, δεν ξέρω αν πήρα καλή τιμή αλλά ακόμη και στον διάβολο θα την χάριζα κοψοχρονιά παρά σ’ αυτούς.

Διάλεξε ένα γραφείο για το καινούριο σπίτι του. Μια βιβλιοθήκη. Και μια πολυθρόνα, απ’ αυτές τις στριφογυριστές. Δεν ζήτησε  καν τη γνώμη μου. Καλά έκανε. Κάποια στιγμή διασταυρώθηκαν οι ματιές μας, τι είδε εκεί μέσα, αν είδε, δεν ξέρω. Πλήρωσα. Φύγαμε. Τα ανεβάσαμε μαζί. Τα συναρμολογήσαμε παρέα. Μετά ήπιαμε δυο μπίρες σε μια σκιά στη Σβώλου. Η πόλη άδεια. Κερνάω εγώ, είπε, σειρά μου. Διάλεξε εσύ μπίρες. Όσο πίναμε χαμογελούσα, με κίνδυνο να με περάσει για βλαμμένο. Δεν μ΄ένοιαζε όμως, ήμασταν εκεί πίνοντας μπίρες. Μεγαλώνοντας μαθαίνεις πως αυτό αρκεί.

O πατέρας μου -δεινός ψαροφάγος- διάλεγε πάντα τη συναγρίδα που θα τρώγαμε. Τότε τις κόβαν και φέτες, χωρίς πολλές πολλές γκρίνιες. Πήγαινε στην κουζίνα, τις επιθεωρούσε στο ψυγείο, έδειχνε «αυτήν», έμενε πλάι στη ζυγαριά για να αποφύγει τα απρόοπτα, δεν επέστρεφε στο τραπέζι παρά μόνο τη στιγμή που οι μερίδες μας ακουμπούσαν πάνω στη σχάρα. Εκείνος διάλεγε πάντα κάτι άλλο, ο προϋπολογισμός των διακοπών άρχιζε και τέλειωνε στα παιδιά του και στη γυναίκα του. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς διάλεγε. Μάλλον να είναι ο μπαμπάς μας. Τότε δεν καταλάβαινα τι μπορεί να σημαίνει αυτό, σήμερα ξέρω. Μετά τα δεκαεφτά, τα καλοκαίρια μας δεν ξανασυναντήθηκαν σε τραπέζια παρά μόνο ελάχιστες φορές, γρήγορα και μάλλον τυχαία, έτσι γίνεται συνήθως, όπου κι αν καθήσω όμως -πριν καν προλάβω να παραγγείλω- τον βλέπω να μπαίνει στην κουζίνα για να διαλέξει για μας. Και να δείχνει με καμάρι στο σερβιτόρο το τραπέζι μας. Να λέει «εκεί, σ’ αυτούς». Να ‘σαι καλά, σ’ ευχαριστώ για όλα. Και για τα καλοκαίρια μαζί.

Our heart is open. Our reason to be here…

(είπε -με έναν φοβισμένο κι αμήχανο πληθυντικό – λίγο πριν τον αναλάβει ο αναισθησιολόγος στο St Thomas για τα περαιτέρω…τα ιδιαίτερα μαθήματα με τον Jon έπιασαν, εν τέλει, τόπο)

Ξεψυχάει ο Αύγουστος και δεν μου αρέσει να τον βλέπω να βαριανασαίνει απο μακριά. Θέλω να είμαι δίπλα του και να του κρατάω το χέρι, ως την ύστατη ώρα.

 

 

 

τα αγόρια/οι ώρες

Το αγόρι που ήταν ξαπλωμένο, αποκαμωμένο, αφυδατωμένο πάνω στη μικρή του σανίδα, ανάμεσα σε κύματα που πήγαιναν κι έρχονταν, δίπλα σε γκαζάδικα που το προσπερνούσαν αδιάφορα, παρέα με κοπάδια από μέδουσες και υπερωκεάνειους γλάρους, χάθηκε απ’ τα ραντάρ μια μέρα του Αύγουστου του 2011. Βάρδια στη σελίδα δεν είχε κανείς, δύσκολος μήνας ο Αύγουστος για υπερωρίες, οπότε κανείς δεν ξέρει την ώρα που σβήστηκε από τον χάρτη.

Την ίδια ακριβώς -άγνωστη σε όλους- ώρα, ένα άλλο αγόρι με ένα γαλάζιο φανελάκι εμφανίστηκε να τρέχει στους δρόμους μιας πόλης όταν έπεφτε το φως και άναβαν τα φώτα στα πεζοδρόμια και τις βιτρίνες τριγύρω. Εκεί νύχτωνε. Αλλού ξημέρωνε, αλλού ήταν μεσημέρι, αλλού ήδη μεσάνυχτα, αλλού το ρολόι της πλατείας έδειχνε πέντε το απόγευμα, αλλού έπλεναν τα πεζοδρόμια για να απλώσουν τα πρωινά τραπέζια με τους καφέδες πάνω τους, ποτέ και πουθενά οι ώρες δεν είναι ίδιες και αυτό είναι που τις κάνει τόσο μα τόσο πολύτιμες.

το πράσινο αυγουστιάτικο μίλι

Περνάει ο καιρός, έρχεται το φθινόπωρο, δεν έχω θέμα. Ο κόσμος μου αναλύεται σε κάτι ψευτοεικόνες ασαφείς. Τυχαία συναισθήματα ξεπηδάνε εδώ κι εκεί. Αλλά δεν κρατιούνται έτσι τα blogs.

Εδώ πάνω ο καιρός είναι παλαβός, έχει μέρες που ξυπνάς με το στρώμα μούσκεμα, κάποια πρωινά τραβάς το σεντόνι ψηλά ως το λαιμό. Όταν πέσει ο ήλιος χρειάζεσαι κάτι ελαφρύ να κάνει παρέα στους ώμους και κάτι δυνατό για να ξεχάσεις αυτό που έρχεται – ή αυτό που φεύγει-. Όπως και να ΄χει όμως, νυχτώνει απ’ τις οκτώ, αδιαπραγμάτευτα.

Γιατί ν’ ανάβεις φως, αναρωτιέμαι, και να σκαλίζεις το κεφάλι σου να βρεις φαΐ αφού ο άλλος στο έβαλε ζεστό -κι ας περάσαν εφτά ολόκληρα χρόνια- στο πιάτο.

——————————

λέξεις : Vita Moderna (ο “άλλος”)

μαρκίζα : κλεμμένη, απο κατεδάφιση

28 τοίχους μετά

Άνοιξε την οθόνη, όλο λαχτάρα. Τρία λεπτά δεν πέρασαν από την ώρα που η λαχτάρα ξεψυχούσε μπρος στα πόδια της, αβοήθητη. Ούτε μισό κόκκινο σημαδάκι ψηλά. Ο τοίχος άδειος. Τα like άφαντα. Οι 267 φίλοι το ίδιο. Λίγα στιχάκια της Δημουλά και ένα γιουτιούμπ του Vassilikos που είχε ρίξει για ευαίσθητο δόλωμα, μείναν αφάγωτα να σαπίζουν μόνα τους, 3 ώρες πριν, 8 ώρες πριν, 21 ώρες πριν, χθες στις 07:58 π.μ.

Ξεπάρκαρε από το στενό της, μπήκε στην κεντρική λεωφόρο, πήρε τη διασταύρωση «πιο πρόσφατες». Είδε λίγα φώτα, μακριά. Έκανε όσο πιο βιαστικά μπορούσε λάικ σε δυο από αυτά, τυχαία, φτάνοντας κοντά διάβασε τις πινακίδες τους «18 ώρες πριν», «Πέμπτη στις 5:06 μ.μ», οι οδηγοί άφαντοι, σε ένα που νόμισε πως είχε αναμμένα αλάρμ «7 ώρες πριν» άφησε ένα ορφανό σχόλιο, τρεις ώρες αργότερα τα αλάρμ συνέχισαν να ανάβουν, η θέση του οδηγού παγωμένη. Zombie walls.  Είδε κάποιους να αλλάζουν δυο-τρεις συνωμοτικές κουβέντες σε έναν τοίχο που της φάνηκε ύποπτος, σκέφτηκε «για να ‘ναι αυτοί μαζεμένοι εκεί τέτοια μέρα ποιος ξέρει τι ετοιμάζουν», πέρασε από δίπλα όσο πιο αθόρυβα μπορούσε με δυο γκαζιές κλικ, γλίτωσε.

Κι αυτή δεν θυμάται πόσες ώρες οδηγούσε νηστική ανάμεσα σε κουφάρια αφήνοντας like και σχόλια. Μετά από δέκα ώρες, τρεις καφέδες και μισό μπουκάλι samos doux, που έγινε σαν κάτουρο διαβητικού έξω απ’ το ψυγείο, ξαναπάρκαρε στον τοίχο της, πάτησε το off και χύθηκε στον καναπέ. Να πάτε να γαμηθείτε όλοι.

Το κενό, απορημένο και απελπισμένο -εν τέλει- βλέμμα του Cillian Murphy δεν μπορεί να συγκριθεί με το δικό της. Αγώνας άνισος, καταδικασμένος από τη μέρα της γέννας του.

Κανείς -σκέφτηκε αποκαμωμένη- δεν μπορεί να πάει κόντρα στον Δεκαπενταύγουστο, ούτε με smartphones, ούτε με ευρυζωνικές, ούτε με G G G. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τα αληθινά τζιτζίκια. Aκόμη κι αν κάνει τάμα στον αι-πι , στον αι-φον και στον αι-γαμήσου μαζί…

(ποστ genderless, επιλέξτε φύλο και παίξτε, bye)

κάτι που ο Γιάνναρης και ο Μπόιλ δεν είχαν ποτέ φαντασθεί

Αν φίλμαρε σήμερα τον «Δεκαπενταύγουστο» θα είχε μέσα σίγουρα και έναν δεσμώτη του φέισμπουκ. Ή του βλογ. Όχι smartphones και εφέσιμες με αναστολή ποινές. Εγκλεισμός κατ’ οίκον. Χωρίς φύλο, δίχως κλιματισμό, μόνο με βρακί και ιδρωμένη καρέκλα. Άντε κι ένα πακέτο τσιγάρα με ένα φραπέ στο πλάι. Σε μια πόλη μισογεμάτη από ανθρώπους αλλά άδεια.

Ένα από τα πράγματα που έμαθα μεγαλώνοντας είναι ότι όλο δένουμε με καινούριο κολάρο και λουρί την αυτογνωσία κι όλο βρίσκει τρόπο να λύνεται παριστάνοντας τον αυτοσαρκασμό, better than Harry Houdini.

Για το Λονδίνο, το Μπέρμπινχαμ, το Μπρίστολ, το Μάντσεστερ μη με ρωτάς. Μελετώ Strummer † και θα γεμίσω τα κουτάκια με τo σωστό √ στα multiple choices όταν ξεκαθαρίσω μέσα μου πόσα νόθα έσπειρε πίσω της η Θάτσερ ανά την υφήλιο. Κι αυτά που σπάνε και καίνε -με ή χωρίς blackberries στα χέρια- νόθα της είναι, τερατογεννέσεις. Αν δυσκολευτώ θα ζητήσω ενισχυτική διδασκαλία, τόσοι πρόθυμοι και αφοσιωμένοι επίγονοι αρθρογραφούν σήμερα.

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι θα γίνει 28 βδομάδες, μήνες ή 28 χρόνια μετά. Κανείς τους δεν έχει. Poors μπορεί να γεννάνε, στρατιές από αυτούς, κάθε μέρα. Σε standards όμως ας μη βασίζονται.