φώτα, κάμερα, πάμε;

Είναι όπως στις ταινίες. Με βλέπω από ψηλά να χάνω αίμα, πολύ αίμα, ξαπλωμένος σε ένα κρύο, πολύ κρύο, τσιμέντο. Και κάποιος σκυμένος από πάνω μου, μπορεί να ‘μαι κι εγώ ο ίδιος, μου κρατάει το χέρι επαναλαμβάνοντας με φωνή που δεν ξέρω αν είναι αγωνία, νοιάξιμο, φόβος ή σκέτη εμμονή «κάνε κουράγιο, μη κοιμηθείς, μη κλείνεις τα μάτια, μείνε ξύπνιος, έρχονται».

Είναι όπως στις ταινίες. Μόνο που δεν χάνω αίμα, λέξεις χάνω. Και δε με νοιάζει να τις ξαναβάλω μέσα μου, δε με νοιάζει ποιός, ποιοί και γιατί έρχονται. Θέλω μόνο να ξεκουραστώ, να κλείσω τα μάτια, έστω και πάνω στο κρύο τσιμέντο.

Πάρε και σεντιμένταλ μούζικα τώρα. Έτσι δεν γίνεται στο fade out για να μη βγει τζούφια η σκηνή;

 

 

 

 

Advertisements

17:48, μια Δευτέρα

Kοίταζα αφηρημένος ώρα πολλή τον διθέσιο απέναντι. Μέχρι που κατάλαβα γιατί το βλέμμα μου έμεινε καρφωμένο εκεί, στην άλλη γωνιά του αχνά φωτισμένου δωμάτιου.

Αν μια μέρα φύγω, πώς θα μπορέσει να ζήσει μονάχος του; ποιό ντουπ ντουπ θα’ χει μετά να προστατεύει μέσα του; ποιός θα του βάζει μουσική; ποιός θα πέφτει ξέψυχος πάνω του; ποιά βέβηλα πόδια θα αγκαλιάζουν τα μπράτσα του; ποιόν αδέξιο θα ΄χει να τρέμει μη τυχόν και τον γεμίσει λεκέδες; τίνος άλλου όνειρα θα ΄χει να νταντεύει; τίνος άλλου δύσθυμου σώμα θα δεχτεί να φιλοξενεί απογεύματα σαν κι αυτό; ποιόν θα εμπιστεύεται μέσα σε τόσο σκοτάδι;

Είναι τόσο μα τόσο θλιβεροί οι καναπέδες που γερνάνε και πεθαίνουν δίχως τα αφεντικά τους…

 

 

 

χειμώνας (expansion pack)

Να φύγω θέλω. Ένα κωλόσπιτο στο βουνό κι ας το βαφτίσαν ξενώνα, χωμένο μέσα σε δέντρα ψηλά και σκοτεινά. Τα σύννεφα θ’ ακουμπάνε στη σκεπή σαν να ισορροπούν πάνω της, μια τραμπάλα δίχως κομπάρσους, ένα μονοπάτι παραδίπλα, να χωθώ να περπατήσω σε βρεμένα φύλλα, καπνοί κι ομίχλες για παρέα στη διαδρομή, τίποτε άλλο. Παγωμένα χέρια μέσα στα γάντια. Παγωμένα αυτιά. Παγωμένη μύτη. Μόνο το μέσα μου ζεστό γιατί προνόησα να το αλείψω με πισσόχαρτο. Θέλω. Δεν έχουν πλαφόν αυτά, ούτε και χρέωση. Θα βρω ένα μπουκάλι τσίπουρο για να κολυμπήσω μέσα του κι αν έχω ανοιχτές πληγές στο δέρμα να τις κάψω μ΄αυτό, εντός μου δεν έχω έλκη, το πισσόχαρτο κάνει καλή δουλειά. Θα καίει ο οισοφάγος μου όσο θα με καίει πατόκορφα μια ξυλόσομπα, τα τζάκια είναι για τους φλώρους. Όσο θολώνει η ματιά μου τόσο πιο καθαρά θα βλέπω το υπόλοιπο της μέρας, μη σου πω και της ζωής ολόκληρης. Ένα λουκάνικο βγαλμένο απ’ την καρβουνιά, λίγο λάχανο πνιγμένο μέσα στην σαλαμούρα, μια φέτα ψωμί που γεννήθηκε πριν δυο ώρες για να πεθάνει νέα. Το δεξί μου μάγουλο, το πλευρό, το μπούτι, καίνε, σε λίγο θα πάω απ’ την άλλη πλευρά της σόμπας να ψηθώ ομοιόμορφα. Έξω απ’ το παράθυρο, πολύ μακριά από δω, η ζωή συνεχίζεται, εκεί θα ξαναμπώ σε λίγο. Τώρα όμως πάτησα save game. Και χαμογελάω στο πουθενά, στον κανέναν, στο τίποτε, μοιράζοντας αναίτια χαμόγελα στα ντουβάρια που μυρίζουν τσιγαρίλα, καπνό, αλκοόλ, χειμώνες, χνώτα, φευγιό, γνέφοντας «γεια σου και σένα» σε άγνωστους που μπαινοβγαίνουν στο παιχνίδι μου. Αδιαφορώντας για το αν εγώ μπήκα απρόσκλητος στο δικό τους.

Αν ήμουν ανίατα έντεχνος θα άνοιγα την πόρτα, θα έκοβα ένα κομμάτι απ’ τα σύννεφα -ένα άπλωμα χεριού ψηλά- και θα το έτρωγα, να περάσει το κάψιμο απ΄ το οινόπνευμα. Τέτοιες μαλακίες όμως δεν κάνω. Κι απ’ την καρέκλα κώλο δεν σηκώνω τώρα που γλάρωσα όμορφα. Οι παλιοί gamers είχαν δίκιο. Το πόσο γρήγορα πας απ’ το save game στο game over, ούτε που μπορεί να το χωνέψει το πάμφτωχό σου το μυαλό.

we are your playthings

 

Α μπα, μάταιος κόπος, από χτες το βράδυ δέκα λέξεις πάω να γράψω, έρχονται άλλες εκατό και τις σμπρώχνουν για να θρονιαστούν πρώτη σειρά, έτσι δουλειά δεν γίνεται, ποστ δεν βγαίνει, μη σώσει και βγει, να ψοφήσει κι αυτό και οι λέξεις και οι σκέψεις μου μαζί, να πάνε στο διάολο και να μείνουν εκεί, οικόσιτες, για πάντα.

Λυπάμαι τους καθωσπρέπει πολιτικούς αναλυτές. Από τη στιγμή που δεν βάζεις τη λέξη «γαμιέστε» στο πληκτρολόγιό σου, αυτό θα μένει νηστικό. Και θα σε εκδικηθεί σκληρά μια μέρα. Παρά φύση και κατά φύση. Εντελώς φυσιολογικά.

 

 

 

 

 

(εικόνα : Luke Chueh)