νηστεία & κατάνυξη (περιμένοντας την ανάσταση)

25590364

Θυμόταν κάθε λέξη, κάθε οδηγία. Κάθε εντολή, αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς. Κακό τέλος τον περίμενε αν παράκουγε.

Φαγώθηκες γαμώτο, σα πεινασμένος κάνεις. Τράβα, τράβα να δούμε τι θα καταλάβεις.

Τράβηξε, αφού πρώτα αποστήθισε όλο το manual που του ‘δωσε.

Όχι ολόκληρη. Κυτταρίτιδα δεν θέλω να φαίνεται. Το κάτω απ’ το μαγιώ δεν το βγάζω, δεν πα’ να χτυπιέσαι. Στήθος φάτσα κάρτα ούτε γι αστείο, παιδιά ήθελες, λούσου το πεσμένο τώρα. Θα μου πεις αν φαίνεται χαλαρό το μπράτσο, αν ναι δεν πατάς κλικ. Θα την δω και αν δεν μ’ αρέσει τη σβήνεις. Δυο ευκαιρίες έχεις, δεν θα παριστάνω την όρκα στην παραλία. Άμα σ’ ακούσω να λες «γύρνα από δω, τεντώσου πίσω, τα μαλλιά μπροστά», ξαπλώνω στη σεζλόνγκ και δεν έχει σεξ μέχρι να ξαναγυρίσουμε σπίτι. Εντάξει;

Tότε, τα όχι και τόσο παλιά χρόνια, οι διακοπές κρατούσαν ίσα με δέκα μέρες. Δεν συνέφερε να παριστάνεις τον Arny Freytag . Είπε «εντάξει» και πάτησε κλικ.

Το photoshop είχε εφευρεθεί προ πολλού. Θαύματα έκανες, αν ήθελες. Δεν ήθελε όμως. Καλό είναι να δίνουμε στα παλιά καλοκαίρια την αξία που τους αναλογεί, ας ήταν και φλουταρισμένα, ας ήταν και κακοεμφανισμένα στην μεταφορά απ’ το ψηφιακό. Από μεγκαπίξελ και instagram και τελειότητα και εφέ χορτάσαμε. Χαρτί και δέρμα χρειάζεσαι για πυξίδα, αλλιώς τον ιδρώτα και την αρμύρα ανάμεσα στα στήθη της δεν τα ξαναμυρίζεις.

ͽ

spleen doctors

25573810

Σε τελική ανάλυση, αυτός θα έπρεπε -ή θα μπορούσε- να ήταν ο πατριάρχης των goths. Mπορεί τα gargoyles να μην ποζάρουν στις εικόνες του αλλά αισθησιασμός,  καλό, κακό, η φθορά της σάρκας, οι εμμονές του θανάτου είναι εκεί, μέσα στο μονόχρωμο κάδρο. Ταξιδεύουν first class με τις polaroid που τράβηξε, πάνω, κάτω, τριγυρνώντας να βρει παράθυρα.

Λατρεύουμε να κρυφοκοιτάμε σε σκοτεινά δωμάτια, σφιχτά κρατημένοι από το χερούλι της πόρτας μη τυχόν και γλιστρήσουμε μέσα. Σε πολλούς κλείνει πονηρά το μάτι μια βουτιά στην μελαγχολία που δεν είναι -όμως- τόσο βαθιά για να γίνει κατάθλιψη κι ανίατο spleen, μόνο στους καθ’ έξιν shiny happy people δεν έχει πέραση η καύλα της εκ του ασφαλούς ανατριχίλας, το ρίγος εκείνο που πάντα με σκεπάζει όταν διαβάζω τα «Κεριά» αλλά στέκομαι μόνο μισό μέτρο μακριά από το διακόπτη του ηλεκτρικού και μπορώ (έτσι κοροϊδεύομαι) να σβήσω -και να ξανανάψω- το φως όποτε θέλω.

Από μια διαστροφή της ιστορίας, θα μπορούσε να ήταν ένας αληθινά σπουδαίος blogger (τις παλιές καλές μέρες των μπλογκς), να ΄χει μια παρτ τάιμ στήλη στη LIFO (πρόταγκον και AV θα τον έβρισκαν πολύ μαλθακό & παραιτημένο) και βαριά τραυματισμένη κάρτα Εθνοcash Plus. Ή να δει ένα, δυο βιβλιαράκια του να εκδίδονται, στη διασταύρωση Μαντά, Χρονά και Χωμενίδη (αλοίμονο αν λαθέψεις στη στροφή). Ευτυχώς έζησε σε άλλες εποχές, λιγότερο ανεκτικές και ανοιχτές αλλά με αληθινούς ανθρώπους τριγύρω του, μακριά από δηθενιές, friends, unfriend, λάικ, εθελοντική χολή και δημοσιοσχεσίτες που γλείφουν ο,τι γυμνό βρουν για ξεροκόμματα. Θα ‘ταν κρίμα μια τέτοια μορφή να κινείται σα χαμένη -κι όχι κρυμμένη πια- ανάμεσα μεσάνυχτα και χάραμα, σε δρόμους, δώματα, παράθυρα και τοίχους μιας χώρας που αποδέχεται το κάθε διαφορετικό μόνον όταν έχει κάτι χειροπιαστό να καρπωθεί από τούτο.

Όσα κέρδισαν το σώμα του, τα μάτια του κι ο νους του, μας τα επέστρεψε γενναιόδωρα σε ψυχικά αναβολικά κι ας φοβόταν την τυραννία του φωτός. Να μη βρεθεί κανείς λιγόψυχος και πει πως κάναμε λάθος στην παραγγελία ή την πληρώσαμε ακριβά . Αυτά που ζητήσαμε, αυτά που είχαμε ανάγκη, αυτά -και παραπάνω- μας έδωκε.

(29/4/2008, γερασμένο & φτιασιδωμένο πλέον) 

days of future past

25557664

Σε λιγότερο από πέντε λεπτά θα δέναμε. Η πόρτα είχε ανοίξει, οι βιαστικοί βρισκόταν ήδη στο τελευταίο σκαλί, οι μισές εξατμίσεις είχαν πιάσει -κιόλας- δουλειά.

Η κόρνα του καραβιού ακούστηκε τρεις φορές . Διακόσιοι ανυπόμονοι κομπάρσοι – δεύτερης και τρίτης διαλογής- περιμέναμε τις οδηγίες του Zinneman, «ready, set, go» για να ξεχυθούμε, να αναμετρηθούμε με το καλοκαίρι.  Δυο, τρεις, πέντε, δέκα μέρες. Γι ακόμη μια φορά.

Όμως καμιά οδηγία δεν ακούστηκε απ΄τα μεγάφωνα. Στεκόμασταν εκεί, παγωμένοι, μουδιασμένοι κι ανήμποροι, να παρακολουθούμε τον σεναριογράφο ξαπλωμένο πάνω στην ιστορία του, την ώρα που περνούσε λίγα μέτρα μπρος απ’ την πλώρη μας. Σημασία δεν έδωσε στην κόρνα, στις φωνές, στα παρακαλητά μας, στιγμή δεν σήκωσε βλέφαρο, ούτε βλέμμα καταδέχτηκε να ρίξει προς στην πλευρά μας. Μετά από τρία λεπτά χάθηκε από τα μάτια μας.

Χωρίς σκηνοθέτη, δίχως σενάριο, κάποιοι έπρεπε πια να βρούμε -επιτέλους- μόνοι μας τα λόγια, τον τόπο και τον χρόνο για να ζήσουμε ένα θέρος τόσο αλλιώτικο από κάθε προηγούμενο.

Σε λιγότερο από δυο λεπτά θα δέναμε. Πρώτη φορά η προβλήτα έμοιαζε να απομακρύνεται με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε…

ζέστη

 

sunny-day

 

Γαλαντόμος ήλιος έξω, το μέσα μου μυρίζει σαν φρεσκοσιδερωμένο, διπλωμένο φανελάκι. Το τσίπουρο σήμερα έχει γεύση από καλοκαιρινά σεντόνια. Δε χορταίνει η ψυχή μου να κυλιέται πάνω του.

 

Ποιός να το ‘λεγε ότι θα ‘ρχόταν κάποτε μέρες που θα λιμπιζόμουν είδη προικός..

 

 

before sixty

25211020

—–

Εύκολο. Mπορείς να γράψεις περισσότερες λέξεις απ’ όσες χώρεσε ο Linklater και στα τρία σενάρια μαζί. Σε πιο ταπεινά, δεύτερης διαλογής, μεταχειρισμένα σκηνικά. Ούτε Βιέννη, ούτε Παρίσια, ούτε Μάνη. Μήτε γεφύρια στο Σηκουάνα, τρένα στο Τιρόλο, ψάθινες καρέκλες στην Καρδαμύλη. Μια τραβηγμένη καρέκλα στο τραπέζι της κουζίνας αρκεί. Kαι μια κατσαρόλα στη φωτιά. Κατσαρόλα. Τα μωρά γλιτώσαν, γίναν μαντράχαλοι, κοτζάμ γυναίκες, ξέχνα τα φτηνά εφέ της γραπτικής. Για να γεμίζουν σελίδες είναι, ιστορίες με το κιλό, παραμύθια με τη σέσουλα. Μπορείς να βάλεις τις λέξεις να παριστάνουν τις καμπόσες μέσα στο κάδρο του Βαν Γκογκ, μπορεις να τις στριμώξεις και στα σκοτάδια του Pieter Bruegel για να μη μεγαλοπιάνονται. Σαν είσαι νέος φτιάχνεις και δικά σου κάδρα, τι να σου πουν των αλλωνών. Όλα στενά, άχρωμα και άτεχνα. Mετά, όσο περνάνε τα χρόνια διαλέγεις απ’ τα έτοιμα για να μη χάνεις χρόνο.

Η άλλη (;) πλευρά στο -δεν λέω κάλπικο- νόμισμα είναι ο Τομ και η Τζέρι του Mike Leigh στο Another Year. Μετρημένες κουβέντες, λίγες μα διόλου τσιγκούνικες αγκαλιές, το βλέπεις το ίζημα στο βάθος του μπουκαλιού, το βλέπεις και στο ποτήρι αλλά ξέρεις πως είναι απ’ τον καιρό, όχι απ΄τον φελό ή την κακοπέραση. Το δέρμα ζαρώνει, τα μαλλιά αραιώνουν, τα κάτουρα στο wc μυρίζουν αλλιώτικα τα πρωινά, η μέση έχει τσακίσει, δεν μπορείς να διαβάσεις αυτά τα σαχλά που γράφω δίχως τα γυαλιά σου. Εύκολο. Μπορείς να αραδιάσεις άλλα κι άλλα τόσα, περισσότερα από όσα χώρεσα ως εδώ. Στο σκηνικό που θα διαλέξεις εσύ. Όρθια πάνω από την κατσαρόλα με τα γεμιστά, καθισμένος -με το κεφάλι χωμένο μέσα στα χέρια- στη λεκάνη της τουαλέτας. Διαβάζοντας με σφιγμένο στομάχι τα τελευταία αιματολογικά ή μισογεμίζοντας το ντεπόζιτο για να πάτε μια βόλτα ως τη θάλασσα, εκεί που το ασύρτικο, η μπίρα ή ο καφές έχουν ακόμη αλλιώτικη γεύση και -κυρίως- επιτρέπονται. Φορώντας τα χρωματιστά σας φούτερ και τα απέθαντα Ray Ban. Με λιγο ρουζ στα μάγουλα, με Do the strand στο cd. Αλλά ξέχνα τα φτηνά εφέ της γραπτικής, ξέχνα τα ψευτο-χάνεκε της βόνταφον. Θα περάσει η μέρα, θα νυχτώσει κι όταν ξημερώσει θα ξαναγίνετε και οι δυο κολοκύθες. Όχι εικοσιπέντε. Για παραμύθια να πας αλλού.

Το ‘πε και η Ζιλί, το 2004. «It’s amazing what perverts we’ve become in the past nine years». Φαντάσου σήμερα.

—–

Vincent van Hawke

zombie_web

 

Μπερδεύω Rhone, Kαρδαμύλη, αστέρια, μεσάνυχτα, κουβέντες που τις ρουφάει ο θόρυβος απ΄τις ράγες, το ποτάμι ή το κύμα, δεκαοχτώ χρόνια μετά. Είναι να μη μπερδεύεις;  Στο βάθος δεν ακούγεται το Goldberg Variation Number 25 του Bach, τίποτε δεν ακούγεται. Mόνο ο αναπτήρας και η κάφτρα. H Julie φορά κάτι-σαν-κορσέ κάτω απ’ το μπλε φόρεμα, ντάλα καλοκαίρι. Φάρδυνε. Το μέσα της στένεψε.

O άλλος απλά μεγάλωσε αλλά η επιλεκτική αδικία των ρυτίδων είναι απέθαντη.

Sunset, sunrise, midnight. Σαν vampire story. Μα αληθινή.

Σε κοιτάζω την ώρα που ρίχνεις το αβγό μέσα στον κιμά, φάρδυνες κι εσύ. Σε ρωτάω αν θυμάσαι κάτι, έστω μια σκηνή απ΄τη Βιέννη, εκεί που τους πρωτοείδαμε μαζί.

Σκουπίζεις με το μανίκι μια σταγόνα ιδρώτα στο μέτωπο, που ‘βαλε στόχο να πέσει πάνω στο μουσκεμένο ψωμί. Aπαντάς χωρίς καν να γυρίσεις να με δεις -δεν σε αδικώ, στένεψε πια το βλέμμα σου- too 1995, it means nothing to me.

Μπορεί να λες ψέμματα. Μπορεί και όχι.

 

——

(προσεχώς στόρυ)

——