the year of the rat

Εικόνα 630

 

Σάββατο απόγευμα, σε ένα φοιτητόσπιτο που βλέπει Μπιζανίου. Eπι μισόν αιώνα, την ΄χουν αυτή την κακιά συνήθεια τα σπίτια, να μην αλλάζουν θέα. Στενά μπαλκόνια που κοιτάνε «πίσω αλλά φωτεινά», μισοκατεβασμένα στόρια, ανοιχτές μπαλκονόπορτες, μια υποψία από ένα ρεφρέν Τερζή που πεθαίνει στα μισά της διαδρομής ως τα αυτιά μου, μυρωδιές από κρεμμύδια που τσιγαρίζονται, κλασσική Θεσσαλονίκη, πιο πολύ κι από τα κουλούρια, τον πατσά και τη μπουγάτσα της. Διαμέρισμα που γεννήθηκε αρχές του εξήντα, πενηντάρισε για τα καλά κι αυτό. Ότι κι αν του κάναμε, όσο κι αν το μερεμετίσαμε, με όσα καινούρια και να το ντύσαμε, τα χρονάκια του φαίνονται. Αλλά το λες καλοστεκούμενο,  «τηρουμένων αναλογιών».

Ξαπλώνω στον καναπέ-κρεβάτι. «Όχι στο κρεβάτι του παιδιού, δεν ξαναλλάζω σεντόνια, να ‘ρθει να το βρει καθαρό». Η τρελή από πάνω πλένει τα μπαλκόνια, ακούω το νερό να χτυπάει με φόρα στην απλωμένη -επί τούτου- τέντα του ισόγειου. Κάποτε (έτσι μου είπαν οι παλιοί) ξέσπαγαν εμφύλιοι ισογιτών με τους πανωροφίτες, πάντα για το νερό. Τώρα είδαν κι απόειδαν όλοι, μπούχτισαν, αφήσαν τα πράγματα να πάρουν τη φυσική τους ροή. Φυσική ροή. Αυτό.

Η μέρα ήταν κουραστική, εξαντλητική. Λυγίζουν τις πλάτες οι αριθμοί, κι αυτοί της ταυτότητας, κι αυτοί του πορτοφολιού. Ένα γρήγορο μπάνιο και μετά -με προσοχή μη ξανακάνω πατημασιές στο σενιαρισμένο φοιτητόσπιτο- ξεκούραση. Φυσάει ωραία έξω, κάτι μου θυμίζει αλλά δεν μπορώ  να συγκεντρωθώ, ούτε να ταιριάξω το παζλ, άμα έχει κουράγιο και υπομονή ας φτιαχτεί μονάχο του.

Αποχαυνώνομαι. Δεν βρίσκω κακό σ΄αυτή τη λέξη, όταν νιώθω κουρασμένος την αφήνω να με κυριεύει άνευ ενοχών. Υπερπλήρεις είμαι απ’ αυτές, ας στριμωχθεί στρωματσάδα μέσα μου άλλη μια. Νυστάζω αλλά ο ύπνος δεν μου κάνει τη χάρη. Δεν ξέρω νιρβάνα τι θα πει -πρακτικά, στην θεωρία αριστεύω- μα κάπου εκεί βρίσκομαι. Όλα τα άλλα, όσα βαραίνουν, μένουν για λίγο πίσω.

Ο ήλιος φεύγει σιγά σιγά. Φως δεν καταφέρνει πια να βρει δρόμο μέσα από τις χαραμάδες στο στόρι. Το ραδιόφωνο, χωμένο στην οθόνη της τηλεόρασης, συνεχίζει τον χαβά του. Ωραίος, απρόσμενα ψυχοτονωτικός, χαβάς. Τρία κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται, μα είμαι αδύναμος να σκαλίσω και για άλλα. Το στομάχι μου με ευγνωμονεί για το φουρφούρισμα, παρότι άδειο. Γιατί με ευγνωμονεί; Γιατί πεταρίζει; Από πότε αυτονομήθηκαν τα σπλάχνα μας;

Σκοτείνιασε. Κάποιος απ΄τον τέταρτο μιλάει με μια του δεύτερου, απέναντι. Τα τσιμέντα και τα μπετά καταγράφουν με το νι και με το σίγμα τα τι, τα πως, τα αλλά και τα γιατί τους. Ακούω τα πάντα καθαρά, άλλα δυο κομμάτια έρχονται να κάνουν πιο καθαρή την εικόνα. Όχι αρκετά ευδιάκριτη, όμως. Tο μυαλό παραιτήθηκε, οι μύες μου είναι ακίνητοι σαν του Γκιούλιβερ -ένα εκατομμύριο liliputians με κρατούν καθηλωμένο πάνω στα μοσχοβολιστά σεντόνια- αλλά το στομάχι μου μεταφράζει αγόγγυστα σήματα που μοιάζουν, μα τελικά δεν είναι, ακατάληπτα.

Δεν ήξερα τι ώρα είναι. Δεν μ’ ένοιαζε. Ξάφνου είμαι είκοσι, σε ένα φοιτητόσπιτο στην Τσόχα, κοιτάζω ξαπλωμένος ένα μπαλκόνι που βλέπει άλλα πίσω μπαλκόνια, μισοκατεβασμένα στόρια, ανοιχτές μπαλκονόπορτες, είκοσι κιλά ελαφρύτερος, με πολλά μαλλιά πλουσιότερος, με άδειο μυαλό και μισοάδεια τσέπη, κενή τη λίστα με τις έγνοιες και τις υποχρεώσεις (αν και μόλις λίγες μέρες πριν την εξεταστική), σχεδόν ευλογημένος που συμπλήρωσα -επιτέλους- το παζλ. Την ώρα που μόλις και μετά βίας άκουγα -είχα χαμηλωμένη την ένταση, για να μην την ξυπνήσω- On a morning from a Bogart movie, In a country where they turn back time.

Άσε με, ήθελα να της πω, άσε με μισή ωρίτσα ακόμη να ξεμπερδέψω με τις παλιές μου κλωστές και ξεκινάμε μετά για Laputa.

Δεν της είπα αλλά με άκουσε. Κι εκείνη εξαντλημένη ήταν, ποιος να ‘ξερε πόσα χρόνια πίσω έκοβε βόλτες το μυαλό της. Ανόητα μυαλά, πιστεύουν ακόμη πως έχουν τις αντοχές που είχαν κάποτε.

Στο υπόγειο έχει τρωκτικά, διάβασα την ανακοίνωση βγαίνοντας, μην πειράζετε τις παγίδες. Παντού έχει τρωκτικά, ήθελα να γράψω με στυλό από κάτω, σιγά το νέο.

Την ώρα -περασμένες δέκα- που ήμασταν ήδη στο δρόμο για τη θάλασσα, μια κατηφοριά δρόμος, (κι από κει στα ναυαρίνα, στις διαγώνιες, στους παλαιωνπατρωνγερμανούς και τους παυλομελάδες), την είδα στη μέση του δρόμου να ψάχνει θήραμα.

 

…..

Advertisements

στον καταψύκτη της Mary και του Merrin

 

34638046

 

Μεγάλη πόρτα θα διαβείς, Σεπτέμβρη θα συναντήσεις. Στο κρεβάτι, ντυμένον καλοκαιρινά, να παριστάνει κάτι που δεν είναι. Έφαγε το θέρος  -αυτό που άργησες να πας να βρεις- και πάει να σε ξεγελάσει, με χαμόγελο που κάνει τις νύχτες να ανατριχιάζουν.

Γιατί Ιούλιε δεν έχεις πια τόσο μεγάλες μέρες;

 

….

2015 A.D.

img_34051

 

Κάποιο απόγευμα οι έντρομοι περαστικοί διαβάσαν στον τοίχο δίπλα στα σφαγεία «σεις που καμώνεστε ότι βάζετε πέντε σκέψεις στη σειρά, γράφτε κάτι πολύχρωμο μπας και ξεχαστούμε μια στάλα». Κάθε λέξη και με διαφορετικό χρώμα, τόσο χρώμα που πόνεσαν τα μάτια όσων διασταυρώθηκαν μαζί του, συνηθισμένοι -βλέπεις- εδώ και χρόνια στα ξεθωριασμένα.

Πόσην ώρα έκανε να το γράψει όλο αυτό, ο παράτολμος εμπνευστής του; Πολλή. Εκτεθειμένος ανάμεσα σε μάτια αδιάφορα, εχθρικά, έτοιμα να τον καταδώσουν -δίχως την παραμικρή τύψη μα και δίχως αντάλλαγμα, τι παράξενο- στους Άχρωμους που ήταν πια πλειοψηφία, οι νέοι άρχοντες σ’ αυτό τον τόπο.

Ένα ρίγος και μετά μια καθόλου τσιγκούνικη δόση κρύου ιδρώτα διαπερνούσε όσους το αντίκριζαν, κατεβάζοντας αμέσως μετά τα κεφάλια προς το χώμα, τα τσιμέντα, τα βρωμόνερα. Τέτοια αποκοτιά, τέτοια λωλαμάρα, τόση λαχτάρα, τόσο ρίσκο για ένα τίποτε;

Κανείς δεν βρέθηκε -ο φόβος, ο φόβος- να απαντήσει, έστω με μια χρωματιστή γραμμή από κάτω. Ούτε μισό λεπτό θα του ‘παιρνε να την τραβήξει. Κι όμως, κανείς. Το επόμενο πρωί ο τοίχος ήταν πάλι βρωμερός μα καθαρός από λέξεις. Είχε επιληφθεί η νυχτερινή βάρδια της υπηρεσίας καθαρότητας σκέψεων, που δεν άφηνε τίποτε να μαγαρίσει το λερί τοπίο.

Την ώρα που σβηνόταν και η τελευταία γραμμή από το «στάλα»,  κάποιος άλλος άφηνε -σαν σκιά, σχεδόν-  ένα γράμμα στην εξώπορτα της αγαπημένης του. Οι άνθρωποι, πέρα απ’ όσα πίστευε ο έξω κόσμος γι αυτούς, δεν σταμάτησαν να προσπαθούν να αγαπούν, να ερωτεύονται και να ποθούν, πιο χλιαρά, λιγότερο μεγαλόφωνα ίσως, με ξεθυμασμένα χρώματα, πιο -αλοίμονο- ενοχικά, μα δεν σταμάτησαν. Το γράμμα είχε μέσα δέκα -όμορφα σχεδιασμένες- λέξεις, όλες κι όλες: «και σαν τι να διηγηθείς πια; η ομορφιά είναι επικηρυγμένη».

Δεν πήρε απάντηση. Ποιος ανοίγει πόρτα; Ποιος περιμένει γράμματα σήμερα; Ποιος γράφει γράμματα και ιστορίες στις μέρες μας;

Παράξενες μέρες, σε παράξενη χώρα. Θλιβεροί σταυροφόροι, βαριεστημένοι προσηλυτιστές βγάζουν λόγους τριγύρω, πετάνε καθρεφτάκια και μπιχλιμπίδια στους περαστικούς, πουλάνε μεταχειρισμένα φύκια σε ψωνισμένες κορδελιάστρες, μαζεύουν ανθρώπους για προμήθειες. Σημαίες λευκές, λάβαρα δίχως χρώματα και ψευτοπαθιασμένα -αν δεν ήταν τόσο μπαγιάτικα- λόγια, διαβασμένα μέσα από μισοσκισμένα σημειωματάρια. Τους έχω ξαναδεί αυτούς, περάσαν και παλιά από τα μέρη μας. Σήμερα με το σταυρό, αύριο με τον Αλαντίν, χτες με τον διάολο, αρκεί να πατήσουν μέσα σ’ αυτό που νομίζουν Ιερουσαλήμ.

…..

τα στόρια (εννιά πολύ μικρές ιστορίες χωρίς τέλος)

34599648

 

στο καράβι

Φωτογραφίζω γλάρους. Με λιγότερο ενθουσιασμό απ’ ότι δέκα χρόνια πριν, ένας γλάρος δεν είναι παρά ένας γλάρος απ’ όποιαν οπτική γωνία και να τον δεις. Μετράω δέκα αυτοκίνητα με εγχώριες πινακίδες, ογδόντα -συν τρία λεωφορεία- με γειτονικές, μετά χάνω το λογαριασμό. Χαρές και γέλια σε κυριλλικά, σε τούρκικα, σε ινδοευρωπαϊκά. Την καταλαβαίνω την ωραία λαχτάρα της προσμονής σ΄ όποια γλώσσα και να εκφέρεται. Νεαρά ζευγάρια, ζευγάρια με παιδιά, ζευγάρια με πεθερικά, ζευγάρια ήδη ξαναμμένα, το έβλεπες στα μάτια τους, στο σώμα τους, στο στόμα τους. Κι ανάμεσά τους εμείς. Στο καθιερωμένο ετήσιο προσκύνημα, τρία τσιγάρα δρόμος απ’ το σπίτι ως την ώρα που πέφτει ο καταπέλτης, έτσι δεν τον λένε;

στο νησί

Δεν αλλάξαν πολλά από πέρυσι, τουλάχιστον η αγένεια των ντόπιων παραμένει σημείο αναφοράς, μπούσουλας για να μη μπερδευτούμε πως αποβιβαστήκαμε αλλού. Συνηθίσαμε πια, δεν δίνουμε σημασία. Ακούμε ότι σε ένα λατομείο που κατεβαίνει ως τη θάλασσα (πήγαμε εκεί κάμποσες φορές, η ησυχία σε τρόμαζε μα ήταν βάλσαμο) άνοιξε νέο μπιτς μπαρ και μειδιώντας, υποχθόνια, σκέφτομαι την διαχρονική αξία των φουρνέλων. Έχει πέντε μποφόρ, μπορεί και έξη. Δεν κατηφορίζουμε νοτιοδυτικά, εκεί που τα νερά είναι λιγότερο αφρισμένα, μια βουτιά ήρθαμε να κάνουμε, να φάμε και να φύγουμε. Όχι να γράφουμε χιλιόμετρα ή ιστορίες. Κολυμπάμε ανάμεσα σε δεκάδες ατρόμητα παιδάκια που πετάνε νερό και χρωματιστές μπάλες το ένα στο άλλο. Κάτι σαν την κολυμπήθρα του Ηρώδη. Μου γνέφει «πάμε να φύγουμε», κάνω πως δεν την βλέπω, δεν έχω κουράγιο να ξαναψάχνω πλάτωμα για να παρκάρω ανάμεσα σε πινακίδες με TR, SRB, RO, BG και MK.

στην ταβέρνα

Ίδια κι απαράλλαχτη όπως όταν πρωτογνωριστήκαμε μαζί της, τριανταπέντε χρόνια πριν. H ίδια πλαστική ασχήμια, η ίδια ομορφιά σαν έβλεπες τον ορίζοντα. Και οι τιμές, παγωμένες κι αυτές. Τρώμε ψάρια, σπιτίσια ταραμοσαλάτα, ντομάτα απ’ τον κήπο δίπλα, πίνουμε μαύρες μπίρες κι ας φωνάζαν τα πιάτα ότι θέλαν να ζευγαρώσουν με ούζο. Έρχεται το «παιδί» με το λογαριασμό στο χέρι, «ούτε δέκα χιλιάρικα» της λέω, «κόψε τα λαφαζάνικα» αντιγυρίζει. Το πάνω χείλος της έχει ιδρώσει, ο αέρας κόπασε. Την ώρα που μπαίνουμε στο αυτοκίνητο παίρνει το χέρι μου και το βάζει κάτω απ΄το στήθος της. Μουσκίδι. Ο ιδρώτας βρήκε καλή κρυψώνα, καλύτερα από μένα τα κατάφερε ο μπαγάσας.

στη χώρα

Δωμάτιο ούτε για δείγμα, επί μια βδομάδα χορτάσαμε να εισπράττουμε «δεν». Λίγο πριν ξαναμπούμε στο καράβι πέφτουμε πάνω σε πινακίδα, «δωμάτια ελεύθερα», λέει -χωρίς να μιλήσει, χωρίς να με κοιτάξει- «μένουμε σήμερα», «σε τρία λεπτά είμαι εκεί» μου απαντά μια αγχωμένη φωνή στο τηλέφωνο. Ήρθε σε δυο. Πήρε σαρανταπέντε ευρώ για ένα δωμάτιο –μεγάλο, δεν αντιλέγω- στον δεύτερο, με θέα λιμάνι και τα άσχημα μαγιώ των διπλανών. Μερικά δωμάτια είναι ίδια κι απαράλλαχτα όπως εκείνα που βρίσκαμε τριανταπέντε χρόνια πριν. Μόνο τηλεόραση προστέθηκε. Και πλακάκια προσφοράς πράκτικερ αντί μωσαϊκού. Όπως και τότε δεν υπάρχει αφρόλουτρο ή σαμπουάν, ούτε ως δείγμα. Αυτά έχει ο Αύγουστος σε τούτον τον τόπο, ίδιος κι απαράλλαχτος. Είναι κάποιου είδους αποτελεσματικό ηρεμιστικό κι αυτό, μια σταθερά ακλόνητη, μια πυξίδα που δείχνει πάντα το σωστό κενό.

τα σεντόνια

Βγαίνω να βρω κάτι για να πλυθούμε. Μέσα στο μίνι μάρκετ ακούω κυριλλικά, τούρκικα, ινδοευρωπαϊκά. Και φτηνά δίλιτρα κρασιά με ακόμη πιο φτηνά ονόματα που με ικετεύουν «μη μας πιεις». Το δωμάτιο είναι δροσερό πλέον, έχουν προσθέσει κλιματισμό, ας μην τους αδικώ. «Μπαίνω πρώτη» λέει χωρίς να μιλήσει και ακούω το νερό πάνω στο δέρμα της. Τα σεντόνια προσπαθούν μάταια να ξυπνήσουν μνήμες, αυτά είναι φιλότιμα, εγώ είμαι το πρόβλημα. Κι εκείνη, όταν βγαίνει από το μπάνιο, τριανταπέντε χρόνια νεότερη. Βρίσκω καλύτερη κρυψώνα απ΄ τον ιδρώτα της και τρυπώνω. Μετά ξανά κάτω απ΄ το νερό, μετά μισοστεγνοί πάνω στα σεντόνια που σίγουρα είχαν δει και λευκότερες μέρες. Μυρίζουν λεβάντα, όμως. Κλείνουμε τα μάτια, ακούω Δεύτερο, απ την τηλεόραση ψηλά στον τοίχο. Τυχερό αστέρι, πειραγμένη Μελίνα, στο ‘καμαρούλα μια σταλιά’  το κλείνω, τριάντα τετραγωνικά δωμάτιο και κόντεψε να με πλακώσει.

το βράδυ

Κι όμως! Υπάρχει ακόμη μέρος σ΄ αυτόν τον πλανήτη όπου σερβίρουν βερμούτ σε παλιομοδίτικα σωστά ποτήρια, με παγάκια.

η επόμενη μέρα

Μόνοι μας στην μικρή παραλία, εννιά το πρωί. Εμείς και ένας καλός άνθρωπος που άπλωνε ξαπλώστρες και χτένιζε με την τσουγκράνα κάθε τι περιττό. Ήλιος δεν εμφανίστηκε μέχρι που φύγαμε δυο ώρες μετά, την ώρα που η άμμος γέμισε με κυριλλικές, τούρκικες, ινδοευρωπαϊκές πατημασιές. Η θάλασσα ήταν κρύα, φύσαγε πάλι, και πεντακάθαρη. ‘Ωρες ώρες και το μυαλό μας το ίδιο, έτσι νομίζω. Αφήσαμε τα αλάτια στο δωμάτιο, μαζί και το κλειδί πάνω στην πόρτα. Στο καράβι μπήκαμε καθαροί, μοσχοβολούσαμε. Φωτογράφισα άλλους δυο γλάρους, έτσι για το καλό, για το γούρι, για να επιστρέψουμε· αν και δεν είμαι σίγουρος ότι έστω κι ένας απ’ τους δυο μας το επιθυμεί στ’ αλήθεια. Μα πάντα επιστρέφουμε, άγνωστο γιατί.

στο σπίτι

Έκλεισε η μπουκαπόρτα πίσω μας -έτσι δεν τη λένε; – , σε μια ώρα και κάτι ήμασταν πάλι στην αφετηρία. Ανέβασα τα στόρια. Δεν έπρεπε, δεν ήμουν ακόμη έτοιμος γι αυτό που αντίκρισα κι ας είχα κάνει τόσες πρόβες ψυχραιμίας, μήνες τώρα. Αυτή όμως είναι η ζωή, ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι που βιώνουν εν ζωή αποχωρισμούς είμαστε, έχουν δει αλλωνών κι αλλωνών τα μάτια, άλλοι αποχαιρετάνε παιδιά, αδέρφια, έχουν τα άδεια μπαλκόνια, τα άδεια δωμάτια μέσα στο σπίτι τους, μιλάω κι εγώ ο άκαπνος. Με κατέστρεψε αυτός ο Χάμιλ.

αργά το απόγευμα

Για ένα τόσο δα ψήγμα στιγμής, νόμισα πως άκουσα από απέναντι ήχο ποτηριών που τσουγκρίζουν. Σαν καλωσόρισμα, σαν κατευόδιο, σαν ένα καλοκαίρι που ήρθε κι έφυγε πολύ γρήγορα παίρνοντας μαζί του κάτι ακριβό και πολύτιμο. Είδα το ρολόι, αυτή την ώρα θα είχαν ήδη περάσει τα σύνορα προς μια καινούρια ζωή. Δεν ήταν ποτήρια τελικά. Στους αποχαιρετισμούς δεν κάνεις θόρυβο. Αφήνεις τα άδεια μπαλκόνια να μιλήσουν. Και τις σκούπες, που ερήμην των αφεντικών τους μαζέψαν όλες τις πεσμένες χάμω λέξεις μας.

Στις εφτά το στόρι του σαλονιού ανέβηκε, ένα -ωραίο- μελαχρινό κορίτσι βγήκε και επιθεώρησε προσεκτικά το μπαλκόνι. Αυθόρμητα της έγνεψα με το χέρι. Ανταπόδωσε -λίγο αμήχανα, λίγο αντανακλαστικά- τον χαιρετισμό μου, που δεν ήταν χαιρετισμός. Ένα «πρόσεχε πού πατάς» ήταν, «εκεί αφήσαμε παρέα μ’ αυτούς που φύγαν κάτι χρόνια, εκεί ζουν γέλια και ουφ, τραγούδια, βιβλία, κάποιες στάχτες, κάποια νεκρά σχέδια, αν  τελικά μείνεις και τα βρεις, κοίτα να τους φερθείς καλά».

 

 —–

τα φουρφουράκια

34531630.flat jarret

 

Μια πάσχουσα σαμπρέλα τον Αύγουστο. Ανίκανη -πλέον- να σηκώσει το φορτίο ενός λάστιχου κι ενός εντεκάχρονου που έβγαλε το φουρφουράκι του (προσεκτικά στερεωμένο με σύρμα και ξύλινο μανταλάκι) ανάμεσα από τις ακτίνες και ξεκίνησε να εξερευνήσει τα όρια του κόσμου, πέντε γειτονιές τριγύρω. Τότε δρόμος και γειτονιά, απλή αριθμητική, ακόμη πιο απλή ανθρωπογεωγραφία, τι να μας πει και η γκουγκλ στριτ βιού..

Αλλά στην πρώτη γωνία, εκεί, ανυπομονησίας και λαχτάρας, τον βρήκε το φουίτ. Και βάλθηκε ο πιτσιρικάς να ψάχνει ποδηλατά (όλοι τριγύρω απ’ την πλατεία, στην άλλη άκρη της πόλης, τριάντα δρόμους μακρύτερα) για να αναστήσει ένα ημιθανές ποδήλατο, μπλε με άσπρες και μαύρες ρόδες. Χωρίς δραχμή στην τσέπη, μόνο με ένα «θα περάσει μετά ο μπαμπάς μου». Τα καλά των μικρών πόλεων. Πάντα ήσουν «κάποιου», η ερώτηση «τίνος είσαι συ;» είχε αντίκρισμα και απάντηση εξαργυρώσιμη.

Πολλές φορές οι πίκρες ερχόντουσαν μαζεμένες. Σπάνια ήσουν τόσο τυχερός ώστε να εισπράξεις ένα «περίμενε ένα τέταρτο και θα στο ‘χω έτοιμο». Η πιο συνηθισμένη απάντηση στο «σε πόση ώρα θα το πάρω;» ήταν «το απόγευμα» ή «αύριο πρωί». Και ο κόσμος; Ο κόσμος κύριε; Μπορούσε να περιμένει ο κόσμος εμένα να πάω να τον ανακαλύψω δίτροχος; Ή θα με προλάβαινε κάποιος άλλος;

«Δεν μπορείτε τώρα κύριε; να, θα πάω ως το μαγαζί του παππού μου και θα ξανάρθω σε μισή ώρα, να μη μπλέκομαι στα πόδια σας».

«Πολύ βιαστικός είσαι μικρέ. Οι δουλειές θέλουν το χρόνο τους, έχω άλλα πέντε στη σειρά και πρέπει να τα έχω έτοιμα μέχρι το μεσημέρι, έλα μετά τις έξη το απόγευμα και βλέπουμε»

Άλλα πέντε. Κι ένα το δικό μου έξι.

Δεν μπορεί να ήταν τυχαίο.

Κάποιος εκεί έξω είχε βαλθεί να ξεπαστρέψει τα μεγάλα μου σχέδια. Θα έπρεπε να κατακτήσω τον κόσμο περπατώντας. Και να μην αξιωθώ ούτε μισό βλέμμα από κορίτσια καθισμένα στις σκάλες και στα πεζοδρόμια. Κάπως έτσι αρχίζουν να ξετυλίγονται οι μικρές τραγωδίες που δεν βρίσκουν δρόμο για βιβλία, για κερκίδες και για θεατές μα δεν παύουν να είναι τραγωδίες. Αφού σήμερα, της είχα υποσχεθεί, θα περνούσα με το ποδήλατο από τη γειτονιά της και είπε «θα το πω και στις φίλες μου, να σε δουν, γυρίσαν απ’ την κατασκήνωση». Και να με εγκρίνουν, μάλλον.

«Αλλά να βγάλεις το φουρφουράκι, δεν μ΄αρέσουν αυτοί που βάζουν φουρφουράκια στις ρόδες τους»

Φυσικά δεν πήγα. Άλλο να περιμένεις τον πρίγκιπα πάνω στο άσπρο άλογο (μπλε, έστω), άλλο να εμφανίζεται μπροστά σου ο ιπποκόμος του με ένα φουρφουράκι στην τσέπη και βλέμμα ηττημένο, «συγγνώμη, κάτι του ‘τυχε, φουίτ μάλλον». Γυναίκες, τι τα ψάχνεις…

Δεν αλλάξαν και πολλά, άμα το καλοσκεφτείς. Άδειες σαμπρέλες, με μια τρύπα σε μια κρυφή γωνιά τους απ’ όπου ξεγλιστράει ο αέρας, σιγά σιγά, ύπουλα, αθόρυβα. Δεν ξέρω τι λένε τα εγχειρίδια, οι γιατροί και τα «δέκα σημάδια που πρέπει να προσέξεις», ξέρω ότι εδώ και πάρα πολύ καιρό ξεφούσκωσα. Όπως εκείνη η σαμπρέλα μου.

Ή μάλλον αλλάξαν, κάμποσα. Δεν έχει πια σαμπρέλες. Δεν έχει πια «θα περάσει μετά ο μπαμπάς μου». Πάνε αυτά, τελειώσαν. Εσύ είσαι πλέον αυτός, ο κανονικός ο,τι ήταν να πληρώσει το πλήρωσε, με το παραπάνω. Νέα διανομή, πήρες το ρόλο. Σειρά σου να βρεις αέρα μονάχος σου, να πας λίγο παραπέρα και μετά ξανά. Διαπιστωμένο, όσο γερά και να τα φτιάχνουν τα λάστιχα πάντα θα έχει τριβόλια στη διαδρομή και τα τριβόλια γεννήθηκαν για να τρέφονται με τον αέρα των άλλων και κόφτο εδώ γιατί μόνο ο Κοέλιο έγραφε χασμουρητικές κοινοτυπίες και χρυσώθηκε απ’ αυτές .

Τότε μπαλώματα και κόλλα. Σήμερα, κάποιες φορές, αρκεί να αφήσεις τον Τζάρετ να βάλει το χεράκι του για να πας λίγο μακρύτερα. Κι όποτε τον ξαναχρειαστείς εκεί είναι, μέρα, νύχτα, αργίες, Κυριακές, ξημερώματα, μεσάνυχτα, δεν έχει «έλα το απόγευμα, έλα αύριο, έχω δουλειά». Εκεί να δεις φουρφούρισμα το μέσα μου. Τέτοιον ποδηλατά, φιλάω σταυρό, δεν θυμάμαι. Beat that Paulo.

…..

 

 

Is this the blues I’m singing?

2015-04-18 19.18.23

 

Νομίζω το ΄χω ξαναγράψει, τι πειράζει μια φορά -και δυο και τρεις- ακόμη; Χωρίς επαναλήψεις και ψευτομερεμέτια δεν συντηρούνται τα μπλογκς, πέφτουν και σε πλακώνουν.

Eπιστροφή από διακοπές στο Χορευτό με τσίμα τσίμα λεφτά για ρεφενέ βενζίνες, διόδια, ένα σάντουιτς και ναύλα για το λεωφορείο μετά. Bλέπω -την ώρα της αναχώρησης και του ανεφοδιασμού σε τυρόπιτες- το Crocodiles στη βιτρίνα κάποιου βολιώτικου δισκάδικου χωμένου ανάμεσα σε άσχημα μπετόν και ακόμη πιο άσχημη ζέστη. Όλα είναι άσχημα όταν επιστρέφεις. Tότε, σήμερα άλλαξαν οι επιστροφές, η όψη τους μαλάκωσε μια στάλα, πιάσαν τόπο τα μπότοξ. Χωρίς να πολυσκεφτώ, κάνω ένα γρήγορο υπολογισμό του περιεχόμενου της τσέπης. Δεν βγαίνει ο λογαριασμός, αν οι άλλοι θελήσουν ένα στοπ για τσιμπολόγημα στη διαδρομή. Ή αν σου πει να μείνετε μια νύχτα στη Θεσσαλονίκη -πριν ξαναπάει ο καθένας σπίτι του- και παίρνετε μετά το πρωινό ΚΤΕΛ. Μα ο σατανάς έχει μπει μέσα μου,  μπαίνω κι εγώ βγαίνοντας με το λάφυρο και τσέπη αφυδατωμένη κατά 300 -μπας και ήταν 400; – δραχμές. Οι άλλοι τρεις -ειδικά τα υπέροχα μαυρισμένα, υγρά (πού διάολο χάθηκαν αυτά τα λιπγκλος τους) κορίτσια- με κοιτάζουν με απελπισία, απορία, μπορεί και θυμό. Αυτό που ήθελα το έκανα, δεν θα με πτοούσαν οι απαξιωτικές ματιές τους. Ούτε το ότι θα έπρεπε να την παρακαλέσω να μου δανείσει για το εισιτήριο της επιστροφής ή να με αφήσει να φάω ένα μικρό, μια μπουκίτσα πράμα, κομμάτι από το τοστ της, να πιω μια γουλιά από τη μπίρα της, να ικετεύσω -εν τέλει- για συγχώρεση. Όλα τα άντεχα αφού αυτό που ήθελα το πήρα. Ικέτης; Ικέτης, γονατιστός, δεν ήταν άσχημη η θέα από κει χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της.

Στο εξώφυλλο ήταν όλοι χοντρά ντυμένοι μέσα σ’ ένα χρωματιστό δάσος. Εμείς στην άσφαλτο, με τα ελάχιστα απαραίτητα (τι ωραίοι, τραγανιστοί ώμοι φιλοξενούσαν τα τιραντάκια τους), έβραζε ο τόπος κι ας ήταν δέκα το πρωί. Κλιματισμοί και ανάλογα πολυτελή κομφόρ δεν υπήρχαν στα Φιατάκια τότε. Πολλές φορές μου πέρασε απ΄το μυαλό η σκέψη πως μέχρι να φτάσω σπίτι ούτε ο Ian, ούτε ο Will, ούτε το βινύλιο θα τα καταφέρουν. Θα λιώσουν σαν τα κεράκια στην εθνική οδό, ανάμεσα Τέμπη-Μάλγαρα και Έσο Πάπας. Βάλε και το ΚΤΕΛ την άλλη μέρα το πρωί, αρμαγεδώνας.

Τελικά έλιωσα εγώ. Κι όταν ξαναστερεοποιήθηκα -χρόνια μετά- τίποτε δεν ήταν ίδιο. Κωλοκαρκίνοι, τι τα θες, παρορμητικοί μα κι ανασφαλείς, επίμονοι αλλά ανυπόμονοι, ευαίσθητοι και κυκλοθυμικοί. Σκάρτο πράμα αγοράζεις αν μας σπιτώσεις.

Το δισκάκι, κωλοκαρκινάκι κι αυτό, ζει ακόμη μαζί μου. Χιλιοταλαιπωρημένο στο εξώφυλλο, πονάει η ψυχή σου σαν το βλέπεις, δεν του φέρθηκα  πάντα καλά, συμβαίνουν αυτά με όσους αγαπάς, δυστυχώς. Αλλά ατσαλάκωτο μέσα. Ούτε χρατς, ούτε χριτς. We lost some time after things that never matter, τραγουδάει. Some, του λέω με νόημα, some. Κάτι ρέστα έχουμε ακόμη Ian, κοίτα να τα ξοδέψουμε όπως τους αρμόζουν.

….