tous les matins du monde

Στη διαδρομή για το Roissy, το λεωφορείο -το φτηνό αρθρωτό, του δεκάευρου, όχι το ξιπασμένο με τις οθόνες, τα ανακλινόμενα καθίσματα και το wi-fi- ανεβαίνει βόρεια κόβοντας δρόμο για να βρει την Périphérique. Εννιάμιση το πρωί, οκτωβριανός ήλιος, καθαρός, η συνηθισμένη κίνηση στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, στην γέφυρα της Rue Colaincourt κολλάμε. Για τρία, τέσσερα λεπτά.

Είμαστε ψηλά. Λίγα μέτρα κάτω από τα πόδια μας το κοιμητήριο της Μονμάρτρης, απλωμένο δεξιά κι αριστερά. Πέτρα, μάρμαρο, πράσινο, γκρι, μούχλα, πλακόστρωτο, κι άλλη πέτρα κι άλλο πράσινο κι άλλη μούχλα. Και ησυχία. Από κάτω μας Νιζίνσκι, Μπερλιόζ, η Νταλιντά, ο Ντεγκά, ο Χάινε, ο Stendhal, ο Sax, o  αγαπημένος μου Τρυφώ. Ψηλά εμείς, βιαστικοί πεζοί και σταματημένα ανυπόμονα αυτοκίνητα πάνω στη γέφυρα, τριάντα άνθρωποι μέσα στο λεωφορείο, με τα εισιτήρια και τα διαβατήρια στις τσέπες μας, τις βαλίτσες σωριασμένες στο πάτωμα, αφού και να τις ξανασηκώσεις πάλι θα ξαπλώσουν στην πρώτη στροφή. Η ζωή μας ένα εισιτήριο, ένα ρολόι και πέντε ρούχα σε μια βαλίτσα. Μια όρθια, μια ξαπλωμένη, μια άδεια, μια γεμάτη.

Όλοι κοιτάζουμε έξω και κάτω, τους σινιέ, τους διόροφους, τους τάφους χαμόσπιτα. Τα μάτια μας αγωνίζονται να μπουν στην ίδια ευθεία με τις σκέψεις μας, ίσως το καταφέρνουν για λίγα δευτερόλεπτα και βλέπουν μάλλον αμήχανα την τελευταία στάση μας, το έσχατο terminal. Εκεί που το λεωφορείο σβήνει τη μηχανή και ο οδηγός σου λέει «ως εδώ». Μπορεί η διαδρομή να κρατήσει δέκα χρόνια από σήμερα, τριάντα χρόνια, δέκα μήνες, δέκα ώρες, μισή ώρα από αυτή τη στιγμή. Κανείς δεν το προγραμματίζει αυτό το ταξίδι, κανένα πρακτορείο δεν το πουλάει. Κρυφοελπίζεις μόνο ότι το τελευταίο check in θα σε βρει με υπέρβαρες αποσκευές, με μια ζωή γεμάτη κι όχι ακινητοποιημένη πάνω σε μια γέφυρα, ανάμεσα σε πεθαμένους που παριστάνουν τους ζωντανούς.

Δυο τελευταίες όρθιες βαλίτσες πέφτουν, ξεκινήσαμε πάλι. Νιώθω ελάχιστα σοφότερος, αφού ψευτοφιλοσόφησα, αφορμής δοθείσης. Ο Φρανσουά θα ‘ταν περήφανος για μένα.

…..

Σαράντα λεπτά νωρίτερα, περπατώντας φορτωμένος την Auber, περνάω από εσοχές και εισόδους γεμάτες με ψευτοστρώματα, κουβέρτες, υπνόσακους, φιάλες από νερό, σακούλες γεμάτες ανεκτίμητες περιουσίες, που γράφουν Relay, Monoprix, Leclerc, ακόμη και Lafayette. Και ανθρώπους. Πολλούς ανθρώπους. Σκεπασμένους ως το μέτωπο. Όχι γιατί ντρέπονται. Για να ντρεπόμαστε εμείς, οι ξεσκέπαστοι.

Ως τη γωνιά Scribe και Auber, διακόσια μέτρα διαδρομή, μετράω πάνω από εφτά τέτοια «σπίτια».  Η ψυχή μου σφίγγεται, το στομάχι μου αρχίζει να πονάει, δεν είναι επειδή δεν έφαγα πρωινό γιατί βιαζόμουν. Είναι γιατί πλάι σε κάθε υπνόσακο, σε κάθε αυτοσχέδιο κρεβάτι, σε κάθε άνθρωπο που πέρασε τη νύχτα του μισή σπιθαμή απ’ τα τσιμέντα, είναι απιθωμένη -από κάποια άγνωστα χέρια- και μια χάρτινη σακούλα με μια μπαγκέτα φρέσκο, πρωινό ψωμί μέσα της. Ένα ανθοδοχείο σε κάθε σπίτι. Με το ωραιότερο λουλούδι που έχω δει στη ζωή μου. Όλα τα πρωινά του κόσμου μαζί, δεν είχαν τόσο φως όσο αυτό.

Σταματώ, ψάχνω στην τσάντα, βγάζω τα μυωπικά, φοράω τα ηλίου. Ο ήλιος δεν είναι ακόμη ψηλά αλλά με υγρά μάτια σε ξένο τόπο δεν θέλω να με δουν. Ειδικά ο Φρανσουά.

…..

Σε όλη τη διαδρομή για το αεροδρόμιο, τις ώρες της αναμονής εκεί, τις ώρες που ήμουν στον αέρα, οδηγώντας για το σπίτι, ένας άγγελος έπαιζε μουσική με τα φτερά του. Τον ίδιο σκοπό. Επέστρεψα σπίτι κρυωμένος. Άλλη φορά δεν θα καθίσω, ο απερίσκεπτος, πολύ κοντά στα φτερά..

Advertisements

ένα -σχεδόν- άδειο πακέτο μάρλμπορο σκληρό

………

Εμάς τους δυο μας χώριζε ένα τάβλι που μύριζε καπνίλα, σομπίλα, τσιγαρίλα άφιλτρη, ξέφτια του χειμώνα που πέρασε. Και τα μαύρα μας rayban, έστω κι αν ο ήλιος εξακολουθούσε να είναι χλωμός σαν να του ‘πεσε ξάφνου ο αιματοκρίτης στο 25.

Είχαμε καταλήξει στο καφενείο στον πλάτανο. Μη ρωτάς όνομα, κανείς δεν θυμάται πώς λένε τα καφενεία που είναι κάτω από έναν πλάτανο, όλα αβάφτιστα είναι. Λες «θα βρεθούμε στο καφενείο στο πλατάνι» και τέλειωσες. Ούτε χάρτες, ούτε δορυφόροι, ούτε GPS, ούτε ταμπέλες, τίποτε. Τυφλός να ‘σαι, πάνω του θα πέσεις.

Φύγαμε με το πάσο μας απ’ τη Βίλα κάτι πριν μιάμιση ώρα και χάσαμε στο τσαφ το καραβάκι για τη Βάθη εξαιτίας ενός καινούριου πακέτου Μάρλμπορο που θα ξέπλενε τα χτεσινοβραδινά.

«Καλά, με χιλιάρικο θες ν’ αγοράσεις τσιγάρα; χασίσι με βλέπεις να πουλάω;» μ’ άρπαξε πρωινιάτικα ο περιπτεράς κι έκανε δέκα λεπτά να δώσει ρέστα αφού μ’ ανάγκασε να πάρω και τρεις σερενάτες που τις μοίρασα στα κορίτσια γιατί δεν την άντεχα τόση γλυκατζούρα πρωί πρωί ο μπίτερμαν.

Δίκιο είχαν για το νησί, πολλά δίκια. Ωραίο μέρος αρκεί να το γυρίσεις ανάποδα και να το τινάξεις δυο τρεις φορές -σαν τραπεζομάντηλο στα κάγκελα- για να πέσουν από πάνω του οι ντόπιοι. Μετά παράδεισος.

Οι άλλοι τέσσερις καθήσαν παραδίπλα, όλοι σε ένα τραπέζι. Οι δυο κρατούσαν βιβλία, το ένα νομίζω ήταν Στίβεν Κινγκ, οι ιστορίες απ’ τη «Νυχτερινή Βάρδια», δικό μου, ένα από τα αμέτρητα δανεικά κι αγύριστα των διακοπών. Λιγότεροι ήταν οι αγνοούμενοι στις αναζητήσεις του Ελληνικού Ερθρού Σταυρού στο ραδιόφωνο. Διάβαζαν ή παριστάναν οτι διάβαζαν, δεν θυμάμαι να γύρισαν σελίδα επί δέκα ολόκληρα λεπτά. Ο Χάρης και η Γιάννα πίναν φραπέ αμίλητοι, σε ποτήρια χύτρες. Άμα είχαμε τέτοια ποτήρια σα φοιτητές, λίγα χρόνια πριν, θα βγάζαμε ξύπνιοι όλη την εξεταστική με έναν καφέ. Μπορεί και με μια γουλιά.

Κι εμείς κάναμε πως παίζαμε τάβλι.

Καθισμένοι σε απόσταση ασφαλείας μεταξύ μας, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον μέσα από μαύρα γυαλιά.

«Την γάμησες», «όχι», «κόψε τις μαλακίες, τη γάμησες, φίδι», «ούτε καν χείλια άγγιξα».

Πινγκ πονγκ στο mute, λέξη δεν βγήκε απ’ το στόμα μας όσην ώρα βλέπαμε -και οι δυο- την Μαρία στο διπλανό τραπέζι, να έχει ακουμπισμένα στα πόδια της τον κωλόφαρδο τον Κινγκ και τις ματιές μας. Όρκο δεν παίρνω αλλά κάποια στιγμή μου φάνηκε πως είδα το χνούδι απ’ το δέρμα της να ανασηκώνεται, έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια -το ζήλεψα, το μίσησα αυτό το χέρι – και τα ΄σφιξε. Θεέ μου! Ούτε ανακόντα έσφιγγε με τέτοια τελειότητα, γιατί να μην ήμουν εγώ το αθώο της θύμα;

Δεν ξέρω τι την ανατρίχιασε. Να ήταν που κρύφτηκε ξανά ο ήλιος, να ‘ταν κάτι πολύ τρομαχτικό που μόλις διάβασε, να ήταν τα μάτια μου που πήγαν πιο ψηλά από κει που στόχευαν, κάποιος ή κάτι που σκέφτηκε, μπορεί να ήταν και μια ανυπόμονη κύστη, δεν ξέρω να σου πω. Ξέρω μόνο πως ένας είπε «δώδεκα παρά δέκα, θα πάμε για το καραβάκι ή θα βγάλουν εδώ ρίζες οι κώλοι μας;» κι αποφασίσαμε να τους ξεριζώσουμε. Αφήσαμε τον πλάτανο μονάχο του με εφτά γερόντια. Φτηνή τουριστική καρτ ποστάλ. Μόνο το γραμματόσημο και το σήμα «Ασπιώτη-ΕΛΚΑ» της έλειπε.

Είχε αρχίσει να ζεσταίνει. Μια σταγόνα ιδρώτα εμφανίστηκε στο μέτωπό μου. Χάθηκε όμως πριν διασχίσει έστω και δυο εκατοστά. Εντελώς μα εντελώς απροπόνητη.

——

(καρτποστάλ από βουλιαγμένα νησιά)

alien town

Φύλλα παντού. Σε δρόμους, πεζοδρόμια, στενά, μονόδρομους, εξώπορτες, περβάζια. Δεν είναι ότι έχουμε πολλά δέντρα, τα φάγαν τα μπετά, αλλά αφού δεν καθαρίζει κανείς, ζούμε το παραμύθι μας χαρωποί μέσα στο Παραμυθένιο Δάσος. Δεν.

Περνάς έξω από φούρνους, που όσο αντέχει ο καιρός έχουν ακόμη ανοιχτές τις πόρτες τους, μυρίζεις κανέλα, σταφίδα, ζεστό ψωμί, σουσάμι, ελιά. Βούτυρο δεν μυρίζεις, είναι μαλωμένοι οι φούρνοι μας με το βούτυρο. Αν βρεις κρουασάν, το τρως αβουτύρωτο. Δεν.

Το πρωί βλέπεις όλα μα όλα τα μουσουλμανάκια στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και στο γυμνάσιο να φοράνε μαντήλες. Ευτυχώς μόνο τα κορίτσια. Πέρυσι ούτε τα δυο στα δέκα φορούσαν, φέτος όλα. Βάζουν κι ένα παράξενο πρόσθετο στο πίσω μέρος του κεφαλιού, μοιάζουν σαν όμορφα χρωματιστά Alien.

Στην ουρά για να πληρώσω τηλεφωνικό λογαριασμό. Ένα καστανό κεφάλι δυο θέσεις μπροστά μυρίζει Escape. Είναι η πρώτη φορά που στέκομαι σε μια ουρά και εύχομαι να μη τελειώσει, εισπνέω με λύσσα, σαν να μου τελειώνει το οξυγόνο. Δυστυχώς τα ταμεία δουλεύουν με συνέπεια. Το καστανό κεφάλι πληρώνει, γυρίζει, περνάει από δίπλα μου. Δεν.

Φύλλα στους δρόμους, μυρωδιές από φούρνους, μαντήλες στα κεφάλια, αδέσποτα αρώματα. Είναι ωραίο να ζεις πρωινιάτικα τον Οκτώβρη στο Παρίσι σου. Δεν.

.-.

λαθραίες πευκοβελόνες

……

«Την επόμενη φορά». Δεν υπήρξε επόμενη φορά. Ποτέ. Πώς να το ξέρεις κάτι τόσο άγριο από τότε;

Προλάβαμε το φέρι των οκτώ αφού πρώτα μοιραστήκαμε τέσσερις μερίδες λουκουμάδες -οι τρεις με μέλι και τριμμένα καρύδια, ο άλλος με σιρόπι και κανέλλα- κι εφτά ποτήρια νερό. Ο Χάρης κουβάλαγε δυο κουτιά με σύκο και καρυδάκι γλυκό, παραγγελιά της αδερφής της σχωρεμένης της μάνας του. Η Μαρία ξετρύπωσε ανάμεσα σε χίλια δυο άχρηστα ένα μικρό ξύλινο σταυρουδάκι με σκοινένιο κορδόνι και το φόρεσε στο αριστερό της πόδι. Σωστή. Πόσους τελευταίους πειρασμούς πια να ξαναζήσει ο εσταυρωμένος στην ιερή γραμμή ανάμεσα στα στήθη της; Η Γιάννα πήρε ένα πακέτο τσιγάρα, για το δρόμο. Η Λένα ένα κρεμαστό καντήλι, μικρό, το ‘λεγες και όμορφο, «για να βρίσκεται». Κορίτσι για σπίτι, από πάντα.

Κι εγώ;

Eγώ τους τράβηξα και τους τέσσερις μια φωτογραφία, σε ένα Fuji 24ρι των 100 ASA, για να τους θυμάμαι. Ο ένας δίπλα στον άλλον, με την πλάτη γυρισμένη στο λιμάνι, στο τελευταίο κατάστρωμα -δυο είχε όλα κι όλα άλλωστε- ακριβώς τη στιγμή που σε ένα παγκάκι πίσω μου, κάτω από μια σωσίβια λέμβο, δυο αλλέγκροι τύποι of a certain age έλεγαν σόκιν ανέκδοτα σε τρεις ζουμερές μεγαλοκοπέλες, τόσο ζουμερές που η κυταρίτιδα ξεχείλιζε κι από τους αστραγάλους τους. Οι αλλέγκροι ήρθαν, συμφώνησαν, φεύγαν. Ήδη η Χώρα είχε γεμίσει με αφίσες τους. «Από 20 Ιουνίου μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο, κάθε Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή, οι αδερφοί Κατσάμπα στην Αρκούδα. Ξεφάντωμα, γλέντι, χορός».

Οκτώ και τρία ακριβώς, ανέβηκε η πόρτα. Στις εννιά παρά πέντε κατέβηκε το πρώτο αυτοκίνητο, απέναντι. Μόλις κατέβηκε και το εικοστό δεύτερο, έσβησαν οι μηχανές. Μαζί τους και η Δευτέρα, ανήμερα Αγίου Πνεύματος, εικοσιπέντε, ίσως και παραπάνω, χρόνια πίσω. Μπορεί εικοσιτρία, μπορεί και εικοσιεφτά. Πολλά πάντως. Όσα και οι πευκοβελόνες που έφερα -άθελά τους- πίσω.

——-

(μια μπουκιά από κάτι σαν μνήμη)

 

απογεύματα

Τα σαββατιάτικα απογεύματα είναι το πιάνο του Achim Roedelius στο «By this river».

Δεν θέλω να κοιμάμαι τα μεσημέρια, όταν μικραίνουν οι μέρες. Ξυπνάω μέσα σε σκοτάδια και σε βουνά και δεν βρίσκω το δρόμο για τα βραδινά όνειρα. Αν θυμώσουν που τα έστησα, γίνονται εφιάλτες και τρόπο να τα βάζω μαζί τους δεν μου ‘δειξε κανείς παλιός.

Όταν πήρα το δίσκο, σφραγισμένο, και έλειπαν από μέσα οι τέσσερις ζωγραφιές του Schmidt ένιωσα πως μου ‘κλεψαν τη μουσική. Πως ήμουν εξάχρονο και κάποιο δωδεκάχρονο με κορόιδεψε, μου πήρε τα χαρτάκια απ΄τις γκοφρέτες που μήνες μάζευα ένα ένα. Από πείσμα έκανα τρεις βδομάδες να βάλω το δίσκο στο πλατώ. Όταν το κατόρθωσα ήμουν δεκαεννιά. Το εξάχρονο είχε χαθεί.

«Κοιμήσου και μη σκοτίζεσαι» είπε. «Δεν θα ΄ναι σκοτάδι. Σάββατο απόγευμα θα ΄ναι»

—————————-

memento

Οκτώμιση το βράδι -ο Φελίνι και οι προβλέψιμες φτήνιες του δεν έχουν καμιά δουλειά εδώ- δέκα μέρες πριν τα χριστούγεννα, μπήκε με χιόνια στο τούνελ του Δρίσκου, όπως πήγαινε ο καιρός σε μια ώρα θα ‘κλεινε ο δρόμος πίσω τους. Tέταρτη, πέμπτη. Το Sleepless παίζει για έκτη φορά, κοντεύει να κλείσει μισάωρο. Κανείς μπροστά, μόνο από πάνω του, τσιμέντα, φως πορτοκαλί, κίτρινο, χλωμό, ιώδιο μέσα, ιώδιο έξω, ιώδιο στο στομάχι του, μπορεί και βολφράμιο. Πιάνει το χέρι της, χαϊδεύει το γόνατο πάνω απ’ το παντελόνι, σιχαίνεται τους μήνες που κάνουν τα πόδια της να τυλίγονται μέσα σε παραπανίσια υφάσματα, σηκώνει ένα τσουλούφι που πέφτει στη μύτη της, προσπαθεί να το στερεώσει, ξαναπέφτει, ακουμπά το εξωτερικό της παλάμης του στο μάγουλό της, μια νυσταγμένη φωνή -με μάτια ακόμη κλειστά- τον ρωτάει «πού είμαστε;». Δεν απαντά. Βάζει έκτη, πατάει γκάζι, βγαίνει φάτσα με τον Παγασητικό, εξήμιση το πρωί Ιούλιο μήνα, λέγαν ότι η θέα απ΄την Άνω Γατζέα είναι σαν διπλός ελληνικός, μα έσφαλλαν, τριπλός ristretto είναι, ξυπνάς χωρίς να χρειαστεί να ρίξεις μισή σταγόνα νερό στο πρόσωπό σου. Εκείνη κοιμάται ακόμη στον καναπέ στον πάνω όροφο, του το ΄χε πει ότι έχει κλειστοφοβία μα νόμιζε πως άλλα ντουβάρια ήταν αυτά που την φόβιζαν. Ξύπνησε στις τρεις το πρωί κι εκείνη έλειπε, το ΄χε δει και σε ταινίες αυτό αλλά είναι πιο άσχημο αν είναι αληθινό, ανέβηκε πάνω και την σκέπασε κατεβάζοντας το ανασηκωμένο της νυχτικό. Πρόλαβε όμως και φίλησε τα λακκάκια στη μέση της, μύριζαν ακόμη Dove, με δυσκολία κρατήθηκε να μη μυρίσει χαμηλότερα και  ξανακυλήσει και θελήσει να δοκιμάσει με τη γλώσσα του για να βεβαιωθεί αν είναι αυτή η ίδια που ήξερε τόσα χρόνια. Μετά στο μπαλκόνι μόνος, τα ξανάζησε αυτά, τσιγάρα, σκέψεις, Memento και ιώδιο στο στομάχι, μπορεί και βολφράμιο. Ιδέα δεν έχει τι ψελλίζει ο ιταλός εκτός από κάτι ξώφαλτσα nostalgia, resistenze emotionale, memorie, ξαναγυρνάει μέσα, σκύβει και μυρίζει το λαιμό της, το κάνει άγαρμπα, ανορθόγραφα, μια νυσταγμένη φωνή -με μάτια που δεν ανοίγουν- τον ρωτάει «πού είμαστε;». Δεν απαντά. Απλώνει το χέρι στο διακόπτη κι ανάβει το φως στην κουζίνα, σε έναν παράδρομο ανάμεσα Παπάφη και Στρατού, σε λίγες βδομάδες έρχεται άνοιξη, «να σου κάνω καφέ;», «ναι αν πιείς κι εσύ», σε μια ώρα θα πάρει το ΚΤΕΛ για την επιστροφή, τώρα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, γυμνή, μισοσκεπασμένη μ’ ένα μονό πάπλωμα, άβαφη, αχτένιστη, ξενυχτισμένη, έξη χρόνια νεότερη, πάντα όμορφη. Την ώρα που πιάνει το κουτί με τη ζάχαρη και κάνει την αποκοτιά να σκεφτεί από μέσα του Now Ifalling, think of you,  την ακούει να σκέφτεται  Ι’so sorry, Iso tired. Σκέτο. Χωρίς ζάχαρη, χωρίς γάλα. «Θα σε πάω εγώ στο ΚΤΕΛ» της λέει, «ήδη κανόνισα για ταξί» απαντά. Σκέτα, ούτε αγάπες, ούτε έρωτες, ούτε καύλες, black. Δεν μιλάει, βγάζει από την τσέπη του ένα βαρύ κλειδί -με χαραγμένο πάνω σ’ ένα κομμάτι βρώμικο μέταλλο το 403- ανοίγει την πόρτα, όχι το φως, πηγαίνει προς το λιγοστό φως απέναντι, τραβάει τις κουρτίνες που μυρίζουν τσιγαρίλα, Escape και wake up calls. Το στομάχι του προσπαθεί να χωνέψει τη θέα έξω. Gare St Lazare. Με μια φωτεινή επιγραφή στην κορυφή του σταθμού : «what journey, so hard to describe».

 

Kάθησε στο διπλό κρεβάτι, σχημάτισε έναν αριθμό, «αφήστε μήνυμα, τώρα λείπω».

 

Άφησε.

 

Σε χύνω. Ξανά. Με λέξεις αυτή τη φορά. Μη μπεις στο μπάνιο μετά, μη σκουπιστείς. 

.-

το καταφύγιο

Πάει, τέλειωσε, σβήστηκε, ξεθώριασε, έφυγε, ξεχάστηκε, στέγνωσε, εξαϋλώθηκε, σίγησε, ξεθύμανε.

 

Δικά σου αυτά. Τα έγραψες, τα διάβασες, τα διόρθωσες, τα στοίχισες, τα τύπωσες. Από τότε τριγυρνάνε στα πόδια σου, τις πιο ακατάλληλες στιγμές, εκλιπαρώντας  να τους δώσεις λίγη σημασία. Αδιαφορείς. Περήφανος για το σπουδαίο σου κατόρθωμα, καγχάζεις πως με τις λέξεις μπορείς να τα βάλεις όποτε το αποφασίσεις. Ο,τι θες τις κάνεις αν έχεις βολικό πληκτρολόγιο και καλά προπονημένα δάχτυλα.

Αν όμως το φέρει ξανά ο Οκτώβρης,  ο διάολος κι ο χρόνος αυτά τα ίδια δάχτυλα να ξαναγγίξουν το δέρμα της, να χαϊδέψουν εκείνο το σημάδι στο γόνατο, αν βρουν δρόμο ν΄ανηφορίσουν ανάμεσα στα πόδια της, γίνεσαι -μέσα σε μια στιγμή- αναλφάβητος. Ξανά. Ούτε πληκτρολόγια, ούτε λέξεις σου χρειάζονται μετά. Και μιλάς μόνο με με το στόμα, με το δέρμα και με τα δάχτυλα. Δεν πα’ να καταστρέφεται ο κόσμος ολόγυρα, κι εσύ μαζί του. Μέσα της είναι καταφύγιο. Μέσα της.

Είσαι αρκετά σοφός πλέον για να ξέρεις πως δεν κρατάει για πάντα αυτό, δανεικό είναι, μια τοσοδούλα στιγμή στο χρόνο, ένα σκουπιδάκι στο μάτι, μετά θα χρειαστεί να  ξανασκαρφαλώσεις έξω για να ξαναμαζέψεις κομμάτια, να σφουγγαρίσεις αίματα, να ξεπλένεις χυμένα μυαλά και να πολεμάς με αριθμούς αήττητους. Αλλά θα πεισμώσεις να μείνεις ζωντανός, περιμένοντας πότε θα ‘ρθει η ώρα να ξαναμπείς μέσα στο σώμα της για μια στάλα αέρα, για να  πάρεις λάφυρο λίγο μύρο ακόμη, ν’ απλώσεις τη γεύση της στο στόμα σου πριν ξαναβγείς στον Χαμό.