with a little help from my friends

DSC04886

Πήγα και γύρισα -πεντακόσια, και παραπάνω, χιλιόμετρα στους δρόμους- χωρίς να ακουστεί ένα ρεφρενάκι, ένα τόσο δα σόλο απ΄τα ηχεία. Ούτε ραδιόφωνο άνοιξε. Ατέλειωτη, πηχτή σιωπή. Στο πήγαινε, μετά από μια ώρα μου είπαν «γιατί δεν μιλάς;» και κούνησα τους ώμους αντί απάντησης. Στο έμπα της πόλης με ξαναρώτησαν «από πού θα πάμε;» και ανέλαβε πάλι ο δεξιός ώμος -με μια μικρή βοήθεια απ΄το κεφάλι- να αποκριθούν «δεν ξέρω, απ’ όπου να ΄ναι».

Μπήκαμε στο κλειστό σπίτι. Εκεί ζήτημα να είπα πενήντα λέξεις, αν τις έβαζες τη μια πάνω στην άλλη ίσα που έβλεπες την αράχνη στη γωνιά της κουζίνας. Το μόνο ζωντανό κει μέσα. Όταν την σκότωσα με δάγκωσαν οι τύψεις, αυτή σίγουρα θα ‘λεγε -αν της μίλαγες- κάτι περισσότερο απ΄όσα κατόρθωσα να βγάλω απ’ το στόμα μου εγώ επί δυο μέρες.

Τα ίδια στην επιστροφή. Όταν χτύπαγε το κινητό, ξεμπέρδευα με ένα «δεν μπορώ τώρα, θα καλέσω όταν τελειώσω» και οι συνεπιβάτες σταυροκοπιόντουσαν για την ακατάσχετη φλυαρία μου. Εφτά λέξεις. Το πλαφόν μισής μέρας, μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα. Για να μη φοβηθούν με την τόση μου πολυλογία, σε μισή ώρα το έκλεισα. Το ραδιόφωνο πάλι μουγκό. Τα σιντί στη θήκη τους, παραπονεμένα, μα μ’ έμαθαν. Ξέρουν ότι οι παλιοί έρωτες έχουν άσχημο τέλος. Ξέρουν τι τομάρι είμαι σαν νιώσω ότι εγώ κι αυτά δεν έχουμε πια πολλά να πούμε όταν οι μέρες των οργασμών τελειώσουν.

Την ώρα που πάρκαρα και ξεφόρτωνα, με ρώτησαν αν θέλω βοήθεια για να τα πάρουμε όλα χωρίς να ξανακατεβαίνω δεύτερη φορά. Το κεφάλι μου τους είπε να φύγουν πάνω. Μερικές φορές είμαι πολύ περήφανος για την ευγλωττία του αυχένα μου. Για τη μουγκαμάρα μέσα μου, που θέριεψε χωρίς να το πάρω χαμπάρι, δεν ξέρω..

Πέμπτη βράδυ

3hlysia

 

Βράδυ καθημερινής, στη μεγάλη παραπονιάρα πόλη-στον αγαπημένο δρόμο. Πίνουμε ένα ταιριαστό για την περίσταση κόκκινο του Καρυπίδη, μου είπε τρεις φορές το όνομα αλλά το ξέχασα τέσσερις. Ο μικρός μου διηγείται ιστορίες της Νέας Υόρκης πασπαλισμένες με pretzel και all star μουσεία. Κάποτε λαχταρούσα να ακούσω και να πάω μετά να τις ζήσω, τώρα χλιαρά όλα, τα σιχάθηκα και τα αεροδρόμια και τις βαλίτσες και τα πηγαινέλα. Μετά μου λέει κάτι για τη Βοστώνη και για την ευρωπαϊκή κουλτούρα -πόσο πιά παράσημο να ‘ναι αυτό; – που σέρνει ξοπίσω της, την ώρα που μια πηρουνιά φάβα προσγειώνεται στο πρώην καθαρό παντελόνι μου. Ξεπλένω το λεκέ με ένα ποτήρι κόκκινο ακόμη, νομίζω τριποικιλιακό είπε, στα ηχεία μια τυνήσια, αν δεν ήταν τυνήσια σίγουρα μαγκρεμπιανή ήτανε, ούτε κι αυτηνής το όνομα καταχωρήθηκε στον ταλαιπωρημένο σκληρό μου. Μια γνωστή φωνή τσιμπολογάει και πίνει στο τραπέζι απέναντι. Κάποια άλλη αναρρώνει σε ένα δωμάτιο όχι πολύ μακριά. Κολυμπάμε μέσα στα προφιτερόλ, ψάχνοντας γλύκα ανάμεσα σε πίκρες και γραμμάτια που ξεφυτρώνουν σαν αγριόχορτα. Στάχτες πέφτουν πάνω μου, αυτό δεν είναι παντελόνι, η Πομπηία λίγα λεπτά μετά την έκρηξη είναι. Προσγειώνεται μπροστά μας μια grappa αγίασμα. Κοινωνήσαμε όλοι. Τόσην ευλάβεια καιρό είχα να φιλοξενήσω εντός μου. Λίγο πριν, ή μετά, τα μεσάνυχτα στο δρόμο ξανά. Η μεγάλη παραπονιάρα πόλη είναι όμορφη τέτοιες νύχτες, μέχρι του Αη Δημήτρη. Μέχρι τότε που δεν προλαβαίνει να παγώσει το μέσα σου. Μα και να σφίξουν τα κρύα, πάντα θα υπάρχει μια κουβέντα, ένα γέλιο, ένα ποτήρι, γύρω από ένα τραπέζι που θα κρατάει τα σωθικά μας ζεστά. Όσο υπάρχουν άνθρωποι και όχι accounts.

φωτογραφία :  arcphotodays

Nostromo days

6-inside-nostromo-star-ship

 

 

Σκοτεινιάζει νωρίς. Ο καφές έγινε πια ζεστός. Οι σαγιονάρες ψάχνουν μια σκοτεινή γωνιά για να ξεκουραστούν. Είναι νωρίς για πάπλωμα αλλά οι κουβέρτες, οι λινές και οι άλλες, ξύπνησαν στο πατάρι και ετοιμάζονται να πιάσουν δουλειά, όπως το πλήρωμα του Nostromo. Να μας πάνε με ασφάλεια -ανάμέσα απ’ τα σκοτάδια τριγύρω- ως το τέλος του χειμώνα.

Kάθε τέτοια εποχή, εδώ και κάμποσα χρόνια, σκέφτομαι ότι γυρίζω σπίτι και το κλειδί δεν ταιριάζει στην πόρτα. Ψάχνω όνομα στο κουδούνι, κενό. Χτυπάω, κανείς.

Θα μπορούσε να ‘ναι και χειρότερα όμως. Να μου ανοίξω εγώ ο ίδιος και να με ρωτήσω «τι θέλετε;». Kαι να μη βρω το κουράγιο να με ρωτήσω τι κάνω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Τα κάναν και στο Twilight Zone αυτά. Aλλά εκείνα τα ασπρόμαυρα μοιάζουν τεχνικολόρ μπρος στα δικά μας σήμερα.

 

Ελπίζω οι κουβέρτες στο πατάρι να μη θέλουν να βρουν έτοιμο και καφέ όταν ξυπνήσουν…

«..και βέβαια tabasco»

27865405

Τα χρόνια που το φοιτητόσπιτο ήταν στην Κυψέλη (πριν μεγαλοπιαστώ κι ανηφορίσω προς την Τσόχα), συνήθιζα επιστρέφοντας απ΄τα απογευματινά μαθήματα να κάνω μια στάση στη γωνία Φωκίωνος Νέγρη και Δροσοπούλου. Νομίζω, δεν είμαι σίγουρος για την τοποθεσία. Πάει καιρός που ο σκληρός δίσκος αδειάζει από μόνος του, κάνοντας χώρο για τα πιο χρειαζούμενα.

Σε κείνη τη γωνία ένας παππούς -κοντά στα εξήντα- είχε ένα τοστάδικο. Την πρώτη φορά του ζήτησα να ετοιμάσει ένα με διπλό κασέρι, μπέικον (αφού το αφήσει πρώτα να «αρπάξει» μια στάλα στην τοστιέρα) και μπόλικο tabasco. Απόρησε, δεν απόρησε, δεν ξέρω, δεν μ΄ένοιαξε κιόλας. Νοέμβριος ήτανε, ψόφο είχε, νόμιζα πως το κάψιμο θα με ζεστάνει. Καλό ήταν το αποτέλεσμα. Δυο φορές τη βδομάδα, μερικές φορές και τρεις, ο παππούς με έβλεπε να περνάω το κατώφλι και να του ζητάω «διπλό κασέρι, μπέικον, tabasco». Ένα απόγευμα μετά από δυο  βδομάδες, ίσως και πιο νωρίς, δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την τριλογία. Ο παππούς με διέκοψε –κόβοντας ταυτόχρονα το ψωμάκι στη μέση- λέγοντάς μου (νομίζω, δεν είμαι και πολύ βέβαιος, ότι μου έκλεισε και συνωμοτικά το μάτι) «…και βέβαια tabasco».

Αυτό κράτησε λίγες βδομάδες ακόμη. Κάθε φορά που άκουγα το «..και βέβαια tabasco» άφριζα, από μέσα μου. Θα μπορούσα να του πω «και βέβαια όχι, σήμερα θέλω πράσινη πιπεριά» αλλά δεν μίλησα ποτέ. Για την ακρίβεια δεν έδινα καν παραγγελία, έμπαινα μέσα, περίμενα τη σειρά μου, άκουγα το «..και βέβαια tabasco», το έπαιρνα, πλήρωνα, έφευγα. Μια μέρα -λίγο πριν μπω στο ΚΤΕΛ για την χριστουγεννιάτικη επιστροφή στα πάτρια- πέρασα απ΄έξω, κοντοστάθηκα, τον είδα, με είδε και συνέχισα το δρόμο για τη Νάξου. Ήταν η τελευταία φορά που κοιταχτήκαμε, από τότε άλλαξα και διαδρομή για να μη τον βλέπω.

Έξη, εφτά χρόνια μετά -επαναπατρισμένος πλέον για τα καλά- τα πίνω κάθε νύχτα στη Loris. Aπό τις αρχές του Οκτώβρη ως λίγο πριν βγει ο Ιούνης, μετά ο Αλέκος κατέβαζε ρολά για το καλοκαίρι. Ανέβαινα τα ξύλινα σκαλιά (σπάνια ως ποτέ μόνος), άνοιγα με δυσκολία τη σχεδόν φρακαρισμένη απ’ το λαό πόρτα (όχι πολύς λαός, σαράντα, πενήντα νοματαίοι -σαν φιλελεύθεροι σε απογευματινό τσάι, ένα πράμα- σε έναν χώρο όμως που ο τριακοστός έμπαινε αφού πρώτα είχε πασαλειφθεί με βαζελίνη για να κατορθώσει να φτάσει ως τη μπάρα) και πλησίαζα τη γωνιά μου πλάι στον Αλέκο, που είχε το σπάνιο χάρισμα να σερβίρει τους πολύ δικούς του, να αλλάζει ωραία δισκάκια (εκεί πρωτάκουσα Steely Dan και Doobie Brothers και Yma Sumac) και να μιλάει με καθέναν απ΄όλους μας, ταυτόχρονα. Σαν καλό αφεντικό.

Επί χρόνια παραγγελία δεν του έδωσα. Με το που έφτανα σε απόσταση βολής, χωρίς καν να τον κοιτάξω, χωρίς καν να με κοιτάξει, ένα ποτήρι με διπλή δόση Jack Daniels και ένα πάγο έφτανε στο χέρι μου. Με το που άδειαζε, το δεύτερο. Την ώρα που ακουγόταν η  Sade το τρίτο. Στον Frankie κόντευε να αδειάσει το μπουκάλι. Για την τσέπη δεν υπήρχε θέμα, όταν είχαμε πληρώναμε, όταν δεν είχαμε πίναμε. Ευτυχώς δεν κατέληξα ανήπαρκτος. Στο τσακ.

Από το στόμα μου ποτέ δεν ακούστηκε « Jack, διπλό, ένα πάγο». Μέχρι τη νύχτα εκείνη που -μπουχτισμένος πια απ΄τα ζουμιά του Τενεσσί- του είπα «μαρτίνι βότκα», το μπουκάλι με το Jack έμεινε μετέωρο (θαρρώ πως και ο χρόνος το ίδιο) και κάτι ράγισε στη σχέση μας. Το κατάλαβε κι ο Mick Hucknall που πάσχισε μάταια να σπάσει τον πάγο με το Something Got Me Started.

Δεν λέω ότι ήταν η τελευταία φορά που εγώ κι ο Αλέκος κοιταχτήκαμε, ούτε η τελευταία που ανέβηκα τα ξύλινα σκαλιά. Μα τίποτε δεν ήταν ξανά ίδιο. Έναν Οκτώβρη έφυγε και κανείς μας δεν τον ξανάδε από τότε. Δεν έφταιγε το μαρτίνι, it was meant to be.

Τώρα σκέφτομαι ότι αυτό το «στρίμωγμα», αυτό το (άδικο, πολλές φορές) άφρισμα όταν με θεωρούν δεδομένο, προβλέψιμο και -βέβαια- βολικό, έχει πολύ βαθιές ρίζες τελικά. Σε ένα χειμωνιάτικο κάψιμο και σε μια γεύση βερνικιού στον ουρανίσκο.

μικροί αποχαιρετισμοί

bela tarr Satantango 5-620x

 

Το ίδιο πρωί που μαθεύτηκαν τα νέα για το φονικό της Αμφιάλης, διάβαζα αργά αργά το μήνυμα, λέξη προς λέξη, για να καταλάβω τι μου γράφει. Ένα κουρασμένο μυαλό είναι, πώς να τα επεξεργαστεί όλα;

Στην αρχή διάβασα «το ΄χα πάρει απόφαση να φύγω, μα την περασμένη βδομάδα έκανα ένα βήμα πίσω» και Χάρηκα -με Χ- γιατί δεν τα παράτησε μα την ίδια στιγμή κάτι με έσφιξε. Με ε. Γιατί εδώ θα πνιγόταν.

Λάθος κατάλαβα. Όταν έφτασα στο τέλος που ΄λεγε «Γενάρη θα είμαι πάνω, τέλειωσε» , αυτό το όλο και πιο γνώριμο πια κολάρο του φευγιού με Έσφιξε -με Ε- αλλά η χαρά -με χ- νίκησε. Γιατί δεν άξιζε να πνιγεί.

Όλος ο βίος μας, το ΄ξερα βέβαια αυτό, μικροί αποχαιρετισμοί. Για λίγο, για πολύ, για πάντα, ήσυχα, με θόρυβο. Έτσι σφίγγει το πετσί του ανθρώπου, αλλιώς μένει για πάντα όπως βγήκε απ΄τη μήτρα. Κανείς δεν επιβιώνει γυμνός. Μα και κανείς δεν μένει ντυμένος ως το -κάθε, όποιο- τέλος. Αργά ή γρήγορα θα ξεγυμνωθείς, εκούσια ή άθελά σου. Σ’ αυτές τις εποχές μας έλαχε να ζήσουμε, ανάμεσά τους θα πορευτούμε. Και στα πουρνάρια θα κρέμονται σαν άσχημα στολίδια τα κομμάτια μας, και τα τσαλιά θα μας χαρακώσουν και στις μεγάλες σκιές ακόμη πιο μεγάλων δέντρων θα χαθούμε, δεν πα’ να πιστεύουμε πως είχαμε πυξίδα στην τσέπη. Σαν δεν ξέρεις πού είναι ο νότος και η ανατολή, άχρηστη η βελόνα.

Όλο και κάτι θα βρει καθένας, ίδιο ή διαφορετικό σε κάθε σπίτι, για να κρατηθεί ώσπου να βγει στο ξέφωτο, ή στο δρόμο. Καθένας από μας ξέρει τι πολύτιμο, αληθινά πολύτιμο όμως, έχει να μεταφέρει. Κι ας έχει μπει τόσο βαθιά στο δάσος που δεν βλέπει καν πότε κι αν ξημερώνει, όπως έγραφε ένα σημείωμα που μάζεψα από κάτω, στη ρίζα μιας ερυθρελάτης. Κι ας φοβάται -το ξέρει πως έτσι θα ΄ναι- ότι θα πάρει χρόνο και πόνο αυτή η ιστορία. Εκείνο που με παρηγορεί, γιατί ψάχνω κι εγώ ψίχουλα-σημάδια ανάμεσα στα φύλλα (κι ας μοιάζουν με τα δόντια του δράκου πολλές φορές και με τρομάζουν) είναι ότι μέσα σ΄αυτό το δάσος που χωθήκαμε, θέλοντας και μη, θα συνεχίσω να ελπίζω ότι θ’ ακούω φωνές. Είναι μια ανάσα να μη νιώθεις εντελώς μα εντελώς μόνος. Ότι φοράς κάποιους ανθρώπους πάνω σου, ότι για κάποιους είσαι το -έστω ξηλωμένο, ξεφτισμένο, χιλιοφορεμένο- πανωφόρι τους στις μεγάλες παγωνιές.

that’s fuckin’ entertainment !

24d0uhd1-842x670

 

Περιπολικά με σειρήνες στο on, ζητάδες με τις ορμόνες στο on, ασθενοφόρα με σειρήνες στο on, μωρά με κλάμα στο on, σκυλιά με γαβγίσματα στο on, άσφαλτος στο off, ρημαγμένη εντελώς, πατάς φρένο στις σκέψεις σου πριν σε καταπιεί η λακκούβα, τα μισά φώτα στο δρόμο σβηστά, τα άλλα κάνουν σήματα μορς μέχρι να πουν «τετέλεσται» κι αυτά, τα απομεινάρια ενός σπασμένου καθρέφτη μπάνιου πλάι στον κάδο, μαζί με ένα ζευγάρι παλιά Reebok pump νούμερο 41, δυο παζλ με τρενάκια και ένα σακατεμένο παιδικό τηλέφωνο μέσα σε μια σακούλα απ΄τα τζάμπο. Κάποτε τρεις γωνίες παρακάτω είχε έναν τηλεφωνικό θάλαμο, τώρα ρημάδι κι αυτός, τα μωρά μεγάλωσαν και μπορούν να παίζουν πια με τη φωτιά ξηλώνοντας καλώδια και σπάζοντας τζάμια, αφού πρώτα γράψαν στο ντουβάρι του διόροφου πίσω «γαμιέται ο Γκράχαμ Μπελ». Τον Οκτώβρη το φως φεύγει γρήγορα, φουρφουράκια ζουν στο στομάχι σου, μια σαύρα κάνει βόλτες πάνω στ΄ αρχίδια σου κι ανατριχιάζεις, μερικές μέρες έρχονται και εξαφανίζονται πιο γρήγορα κι από τρία ευρώ στην τσέπη, βρέχει χωρίς σταματημό απ΄τη Δευτέρα μέχρι την Τετάρτη και νερώνει τη μπίρα στο πεζούλι δίπλα σου, στις ειδήσεις είπαν ότι οι άνεργοι φτάσαν ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες αλλά εσένα σε νοιάζει ο μπαμπάς σου, ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες ένας από χτες, δεν θες να γυρίσεις στο σπίτι κι ας είσαι μουσκίδι, κι ας τρως τη βροχή με το πηρούνι, καλοριφέρ έχει ν’ ανάψει από πρόπερσι και το κλιματιστικό παίρνει μπρος μόνο την ώρα του μπάνιου και μισή ώρα το πρωί, μέχρι να ντυθεί και να φύγει η μικρή στο σχολείο, δεν είσαι σίγουρος αν οι λεκέδες στο ταβάνι είναι υγρασία ή τα μυαλά σου που θέλαν να πάρουν δρόμο και λοξοδρόμησαν, τα ηλίθια. Τον Ιούλιο ξύπναγες απ΄τις έξη, την ώρα που η τυχερή η μάνα σου έφευγε για το τετράωρο -αλλά δεν γύρναγε ποτέ πριν τις μιάμιση, δυο το μεσημέρι-, έκανες ότι κοιμάσαι για να μην αρχίσει την κουβέντα, μόλις άκουγες πόρτα να κλείνει έφτιαχνες καφέ, έβγαινες στο μπαλκόνι, άναβες τσιγάρο, η πόλη μύριζε ήδη μπαγιάτικη ανθρωπίλα ανάκατη με τα βουνά από σκουπίδια μέσα και έξω απ΄τους κάδους, η γειτόνισσα έβαζε την κασέτα με τα τροπάρια, άνοιγες το κινητό ψάχνοντας sms, κανένα,  λυσσάς να βρεις κάποιον για να φύγετε μαζί, κάπου, όπου, καλοκαίρι είναι γαμώτο, αλλά με τριάντα ευρώ δεν πας ούτε μια γωνιά παρακάτω. Ίσως θα μπορούσες να πας μέσα της, στην αγκαλιά, στο λαιμό, στα μαλλιά, στη μυρωδιά της, στα μπούτια της, αν υπήρχε, δεν υπάρχει, μαλώσατε με το τελευταίο τσιγάρο δέκα μέρες πριν, έφυγε, θυμάσαι από ποια γωνιά στην άσφαλτο πέρασε απέναντι, ποιο πεζοδρόμιο πάτησε, τι ήθελες να φωνάξεις και λέξη δεν βγήκε, δε γαμιέται, θα πας στο πάρκο σήμερα παρέα με μια μπίρα απ΄το ψυγείο, θα βλέπεις την μισοάδεια -μουχλιασμένη σχεδόν- γούρνα, παιδάκια έτοιμα να σπάσουν τα κεφάλια τους στις κούνιες, ένα ζευγάρι που θαρρείς ξημερώθηκε εκεί, θα ανάψεις άλλο ένα τσιγάρο -να ΄ναι καλά ο περιπτεράς με τα χύμα ρώσικα- και θα ορκιστείς ότι μια μέρα θα εξαφανιστείς, μακριά από όλη αυτή τη μαλακία, απ’ τα ξεχειλωμένα τετράωρα και τη φλεβίτιδα της μάνας σου, απ’ το τρύπιο βλέμμα του μπαμπά σου, απ’ τους απλήρωτους λογαριασμούς που στρογγυλοκάθησαν στο σπίτι και θέλουν να σας πετάξουν σαν χαλασμένα έπιπλα έξω απ’ αυτό. Θα εξαφανιστείς. Αφού πρώτα γράψεις σε κάθε γωνιά της πόλης «χάρισμά σας τόση ευτυχία μαλάκες, μη τη μοιράζεστε μαζί μου», θα μπεις σ’ένα λεωφορείο, σ’ένα τρένο, σ’ ένα κάτι και θα πας να τη βρεις. Ο,τι όνομα κι αν έχει.

(blame it on Paul Weller, δικά του τα στιχάκια και οι λέξεις όλες, that’s fuckin’ entertainment ! )

να, εδώ !

27795863

 

Χιλιοειπωμένη, χιλιογραμμένη, κουραστική ιστορία, κάθε χρόνο από Σεπτέμβρη τα ίδια. Αντίδοτο, αντιοφικός ορός γι αυτό που σε δαγκώνει και σε μασουλάει από μέσα. Με το που οι μπαλκονόπορτες σχεδόν σφραγίζουν και οι κουρτίνες σταματούν να πηγαινοέρχονται, κάθεσαι πλάι της και της δείχνεις -ή σου δείχνει- ωραίες λαχταριστές εικόνες, μπαίνεις και ζουμάρεις στο google map, τριγυρίζετε στο booking.com, της λες -ή σου λέει- «δεν πειράζει, πάει πέρασε και φέτος, μη μοιρολογούμε πάνω απ΄το κουφάρι. Του χρόνου θα βάλουμε λίγα στην άκρη -για όσο φτάσουν- και θα αποφασίσουμε από νωρίς, απ’ τον Απρίλη. Να, εδώ!».

Και δείχνεις με το δάχτυλο θριαμβευτής,  σα να ανακάλυψες την τρύπα που είναι καταχωνιασμένο το Άγιο Δισκοπότηρο. Μόνος εσύ, ο Λάνσελοτ του καναπέ, πριν απ΄ όλους τους άλλους.

Και κάποια μέρα, μετά από μια στρατιά αποκαμωμένων «δεν πειράζει», ανακαλύπτεις ότι δεν ήταν οι άλλοι αυτοί που παράβγαινες, εσύ ήσουνα το βαρίδι. Οι άλλοι μάθαν, βρήκαν τον τρόπο να κοινωνούν λίγο «σήμερα» και μέσα από τη χούφτα τους, χωρίς να περιμένουν δισκοπότηρα. Το χωνέψαν καλά, πολύ πριν από σένα, ότι το επόμενο «Να, εδώ!» μπορεί να μην ειπωθεί ποτέ.

 

 

(ο άλλος, ο σοφός, έγραψε “carpe diem” και καθάρισε)