η μικρή ιστορία ενός ανθρώπου

20882_1434884323474820_6221492328981233343_n

 

Ήταν, σε γενικές γραμμές, ένας ήσυχος άνθρωπος. Και χλιαρό θα τον έλεγες. Αν έβαζες στη ζυγαριά τα στραβά και τα καλά του, τα στραβά μάλλον θα μέναν με το παράπονο.

Τις φορές που ένιωθε πως οι τοίχοι και το ταβάνι λαχταρούσαν να συναντηθούν, το μόνο που έκανε τους σφυγμούς του να πέφτουν ήταν η σκέψη πως κάποτε θα βρισκόταν για λίγες μέρες σε έναν τόπο όχι πολύ μακρινό. Συχνά έγραφε γι αυτόν κι ας μην είχαν συναντηθεί ποτέ. Δέκα μέτρα από τη θάλασσα, μακριά απ’ τον πολύ κόσμο. Ένα χαμόσπιτο, μια κληματαριά, ένα τραπέζι με δυο καφέδες πάνω -οι μονάχοι καφέδες πάντα τον τρόμαζαν πιο πολύ κι από τα ερωτευμένα ντουβάρια- , γυμνά πόδια, τζιτζίκια το μεσημέρι, το κύμα τις νύχτες, ίσα να αδειάζει το μέσα του πριν ξαναγεμίσει με ομίχλες στα δωμάτια ακορντεόν που τον περίμεναν -με ακονισμένες γωνίες- να επιστρέψει.

Αυτά. Κι ένα τηλεφώνημα -που και που- από τα παιδιά του, «όλα καλά». Για να καθαρίζει ο ορίζοντας, η θάλασσα, ο ουρανός.

Δεν ζήταγε πολλά. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερε.

 

—-

Advertisements

the sheltering word

harvestgold

1

To πρωί της μέρας που έπεσε το πρώτο χιόνι της χρονιάς, άνοιξα μια σελίδα και έγραψα το πρώτο πράγμα που εκείνη την ώρα μου ‘ρθε, άγνωστο γιατί, στο μυαλό:

Πριν αλλάξει την πρώτη του πάνα ο Johnny Marr, ο Wilko Johnson άλλαζε προφυλακτικό.

Το βρήκα τόσο στέρεα δομημένο -και πρόστυχα υπoσχόμενο- ως πρόλογο, που αποφάσισα να χτισω επάνω του ένα μυθιστόρημα. Διήγημα, έστω. Ένα μήνα, τρεις μέρες και καμία λέξη μετά, ακόμη σκέφτομαι τι άραγε να κουβάλαγε πάνω στους εύθραυστους ώμους του εκείνο το χιόνι που έλιωσε λίγες ώρες αργότερα. Τις δεκατέσσερις λέξεις τις κρατάω ακόμη παγωμένες.

2

Το καλοκαίρι που ο Tiesto έπαιζε μπρος στο πιο ετερόκλητο κοινό της καριέρας του, πέρασα εικοσιεννιά νύχτες πάνω σε σεντόνια που μύριζαν betadin, οινόπνευμα και μεταχειρισμένο ιδρώτα. Δέκα φορές μου ορκίστηκα ότι αν βγω θα αλλάξω. Εικοσιεννιά φορές μου έδωσα υποσχέσεις ότι θα γίνω ένας άλλος. Έντεκα φορές έθαψα ζωντανούς τους όρκους, τριάντα φορές κατάπια ωμές τις υποσχέσεις. Πίστευα, ήλπιζα, ότι τα σωληνάκια στα χέρια θα με κάναν καλύτερο άνθρωπο. Από τότε έπαψα να πιστεύω ακόμη και στα σωληνάκια που καταλήγουν σε βελόνες. Σιγά σιγά, μια προς μια,  όλες οι σταθερές μου αποδημούν δίχως ν’ αφήσουν έστω ένα σημείωμα.

3

Τα απογεύματα, τώρα που μεγαλώσαν λίγο οι μέρες, συνηθίζω να κοιτάζω αφηρημένα προς το μεγάλο παράθυρο της κουζίνας. Ο τοίχος της απέναντι οικοδομής είναι βαμμένος στο χρώμα της άμμου. Αυτής στην έρημο, όχι της θάλασσας. Στην ευθεία του βλέμματός μου δεν υπάρχει παράθυρο, μπαλκόνι, μπαλκονόπορτα, τίποτε που να μαγαρίζει την θαυμαστή αυτή μονοχρωμία. Λίγο μετά τις πεντέμισι μεταμορφώνομαι, κάποιες στιγμές, σε Port Moresby. Δεν πιστεύω ότι η Kit μπορεί να με δει πίσω από τον τοίχο.

4

Try harder,  she said. Hard is enough,  της είπε. Δεν θα ξοδεύουμε τα comperative και τα superlative για ένα γαμήσι χωρίς υποψία έστω και ελλιποβαρούς έρωτα.