31/5/2011

Στα μέρη μου ο Μάιος φεύγει ακριβώς όπως ήρθε. Μαλωμένος με τον ήλιο. Υγρός, σκοτεινός, ψυχρός, ευτυχώς όχι ανάποδος, δεν θα το άντεχα να γυρίσω προς την πρωτομαγιά και μετά Απρίλη και ξανά μανά κοινόχρηστα.

Ουρανός δεν φαίνεται έξω. Σίγουρα θα υπάρχει κάπου από πάνω μας αλλά τώρα μόνο ένα σταχτί σεντόνι βλέπω, δέκα μέτρα απ΄την άσφαλτο. Όποιος βάζει στο πλυντήριο τον ουρανό και τον βγάζει μετά να τον απλώσει με τέτοιο χάλι, είναι πολύ λέτσος. Τον ουρανό τον πλένεις στο χέρι, δεν τον ταλαιπωρείς μέσα σε κάδους και σε στεγνωτήρια.

Oδηγώ πάνω σε ένα ποτάμι με βρώμικα νερά. Τα ίδια κόλπα έκανε κι ο Χριστός αλλά αυτός πεζός. Εγώ πόδια δεν βρέχω.

Εδώ πάνω τα ραδιόφωνα παίζουν τα ίδια και τα ίδια. Πρωινές φτήνιες. Μετά θα παίξουν μεσημεριανά ανύπαρκτα για να καταλήξουν στα νυχτερινά τίποτε. Θέλει πίστη σ’ αυτό που κάνεις για να είσαι τόσο χυδαία αδιάφορος.

Δεν θέλω να γράψω λέξη για τις πλατείες, τις παρουσίες, τις απουσίες, τις συναινέσεις, τις εκταμιεύσεις, τις πτωχεύσεις, τις αποταμιεύσεις, τους έλληνες, τους αλλοδαπούς, τους ευρωπαίους, τους καλούς, τους κακούς, τους θυμωμένους, τους αγανακτισμένους.  Διάβασα τόσες πολλές λέξεις αυτές τις μέρες που νομίζω πως έγινα κατά τι σοφότερος. Όχι πολύ, μόνο τόσο όσο να είμαι ακόμη μετέωρος ανάμεσα σ’ αυτό που κάνω και σ’ αυτό που δεν κάνω. Στο τέλος κερδίζει πάντα αυτό που δεν σκέφτηκα. Ετούτη είναι η ευλογία και η κατάρα ταυτόχρονα των μετρίων ανθρώπων που -όπως στο ‘χω ξαναπεί- έχουν το δικό τους θεό, κάποιον που υπήρξε στα νιάτα του αρκετά αδύναμος για να κατανοεί τη σημερινή μας σύγχυση αλλά και μεγαλόθυμα βαριεστημένος πλέον για να μπορεί εύκολα να μας συγχωρεί τα μπρος-πίσω, τα μαύρο-άσπρο, τα ογκώδη «ίσως».

Ένα, δυο χρόνια πριν όταν πλησίαζε το καλοκαίρι έγραφα για ο,τι μου ‘ρχόταν πρώτο στο μυαλό. Όσο περίεργος άνθρωπος κι αν είμαι, ανέκαθεν σεβόμουν τις προτεραιότητες. Χτύπησες πρώτο κουδούνι στο κεφάλι μου, πρώτο θα κατρακυλήσεις στα δάχτυλά μου και μετά στο πληκτρολόγιο. Αν κάτσω και σκεφτώ τώρα ότι εκείνες οι λέξεις μυρίζαν στην πλειοψηφία τους φρέσκον ιδρώτα, κραγιόν στις άκρες των τσιγάρων, πεινασμένα χείλια, χαραμάδες σε μισάνοιχτα πόδια, τσαλακωμένα σεντόνια, φλύαρες ματιές με κλειστά στόματα, πρόθυμα στήθη, διψασμένο αφαλό, υγρά εσώρουχα, άρωμα γυναίκας με λίγα λόγια, είναι προφανές πλέον ότι I’m not the man I used to be. Δεν ξέρω αν θες να το πεις καύλα αυτό που λείπει, δεν ξέρω αν θες να το βαφτίσεις αγάπη, μπορεί να είναι και τα δυο, μπορεί κανένα, ιδέα δεν έχω. Ξέρω μόνο ότι με όσα έπονται ακόμη και η καύλα, ακόμη και η αγάπη θα έχουν αυξημένο ΦΠΑ και μειωμένη ζήτηση…κι αυτήν την πτώχευση φοβάμαι πως θα τη συναντήσουμε πρώτη πρώτη στη διαδρομή -μέσα από ένα σακατεμένο καλοκαίρι- προς την επόμενη άνοιξη.

————–

painting : Alyssa Monks

το τρένο της ληγμένης βαφής

Όταν παίρνω διπλή δόση xozal αυτά παθαίνω, βλέπω Ιστορίες εκεί που δεν υπάρχουν, γράφω για χτένες ενώ ο κόσμος καίγεται. Ο αλλεργιολόγος μου το είχε ξεκαθαρίσει άλλωστε, ορθά κοφτά : «με το που ξεκινάς να τα παίρνεις κομμένο το αλκοόλ, η οδήγηση, το σεξ  και το βλόγιν».

Δεν ξέρουν απ’ αυτά οι γιατροί, όλα κόβονται, το σεξ όχι.

Έβλεπα τις προάλλες την αφίσα από τη συναυλία των ντιπέρπλ με τον Βασίλη. Λάθος έκανα. Με το κατάλληλο αντιαφροδισιακό και το σεξ κόβεται. To λέγαν και οι Virgin Prunes σαν ήμουν νέος, If I die, I die. Oύτε μετά θάνατον ζωή, ούτε δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, ούτε forever young, οι Dorian Gray πέθαναν μαζί  με τον Όσκαρ και την πρώτη εξέταση για PSA, όσα μαύρα τι-σερτ κι αν φορέσουν, όσο σφιχτοφρύδικα κι αν κοιτάξουν το άπειρο ή το φακό την ώρα που ο Basil Hallward τους κάνει το πορτρέτο.

Tέτοιες στριφνές και δύσκολες μέρες, strange days, sour times, όπως θέλεις βάφτισέ τες, όλα δικαιολογούνται όμως. Ακόμη και το να γράφεις εξυπνάδες για πεθαμένες ορμόνες. Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν  κάποιοι που βιώνουν εφηβικά ή προκλιμακτηριακά déjà vu με τα child in time και τους θερμαστές απ’ το τζιμπουτί, η γνώμη μου περισσεύει. Άλλωστε ο βασανισμένος και πνιγμένος έλληνας που ζητάει ένα σωσίβιο ρεφρέν αυτές τις σκληρές εποχές, ακόμη κι απ’ τα μαλλιά πιάνεται. Κι ας είναι αραιά, κι ας είναι ταλαιπωρημένα πιά κι αυτά απ’ την ανελέητη βαφή του χρόνου.

Τουλάχιστον, σκέφτομαι,  ο Ian συμβιβάστηκε με την ιδέα πως το τρένο πέρασε.  Στα εξηνταέξη σου υπάρχει ζωή -και χρώμα, έστω γκρι, έστω άσπρο-  κι έξω απ’ αυτό…

έντεκα εκατομμύρια Ιστορίες

Έβλεπα αυτή την εικόνα και στο μυαλό μου, που ομολογώ κουράστηκε να επεξεργάζεται πιθανά κι απίθανα σενάρια, ήρθαν ο Όργουελ, ο Μπάλαρντ, ο Άλαν Μουρ, ο Μπράντμπερι (αυτός δεν ξέρω γιατί, μπαλαντέρ είναι), ο Χάξλει,  επειδή είμαι ολίγον ντράμα κουίν όταν παίρνω τα αντιισταμινικά μου σκέφτηκα ως και τον Αιζενστάιν και τον Κιούμπρικ, θα μου πεις πού κολλάει αυτός, θα σου πω ότι αυτή την εικόνα την έχω δει εκατό φορές, έχω δει να βουλιάζουν σιγά σιγά αυτά τα φωτισμένα ντουβάρια απέναντι και να ορθώνεται στη θέση τους ο γνωστός μονόλιθος με το πλήθος να στέκει εκστασιασμένο και μόλις συνέλθει απ’ το σοκ, το δέος, το όπως θες πες το, τη μια να πέφτει στα τέσσερα σαν να βρίσκεται φάτσα με την Κάαμπα, την άλλη να τρέχει αλαλάζοντας για να τον αγγίξει και να χορεύει τριγύρω του ακούγοντας Orbital (ο,τι θέλει ας χορεύει αρκεί να μην ακούει άλλον Μπακαλάκο και Βασίλη) ενώ η βροχή θα πέφτει επί μήνες πάνω στα κεφάλια τους γιατί στα καλά τα θρίλερ ήλιος δεν βγαίνει ποτέ παρά μόνο την ώρα της κάθαρσης, ξαναδές το seven και θα με θυμηθείς, σ΄εμάς η κάθαρση θ’ αργήσει γιατί ο αρχιερέας της έχει αυτοκτονήσει από ανία περιμένοντας, μπορείς πάντα βέβαια να ελπίζεις ότι αντί για έναν αρχιερέα θα βρεις χίλιους απλούς κληρικούς που θα βάψουν τα χέρια τους με αίμα δικαίων και αδίκων, τώρα δεν ξέρω γιατί αλλά θυμήθηκα πάλι το Wicker Man που δεν είχε πολύ αίμα αλλά είχε μια ωραία φωτιά στο τέλος, εντελώς ντράμα κουίν, να δεις που σε λίγο θα φανεί και κανένα διαστημόπλοιο να προσγειώνεται εκεί απέναντι απ’ τα τεντωμένα χέρια (δεν αποκλείω να αποδειχθεί διαστημόπλοιο και το φωτισμένο κτίριο), μετά τα ξέρουμε, ανοίγει η ράμπα, πέφτει άσπρο φως έξω, το πλήθος χάνει τη λαλιά του και το φως του για ένα λεπτό και μόλις συνέλθει απ’ το σοκ, δέος, όπως θες πες το, βγαίνουν ένας ένας και οι τριακόσιοι -με σημαιοφόρο τον κάρολο- απ’ τα φωτισμένα ντουβάρια και λένε «μάγκες ως εδώ ήταν, άλλον εξευτελισμό από σας τους εξυπνάκηδες δεν τον αντέχουμε, βγάλτε τα πέρα μόνοι σας τώρα», ανεβαίνουν τη ράμπα και μη τους είδατε ξανά, μετά δεν ξέρω τι ακριβώς λέει το manual αλλά χωρίς βαρβάρους δουλειά δεν γίνεται, καθόλου σωστό δεν είναι βέβαια να τους τσουβαλιάζεις και τους τριακόσιους αλλά ούτε οι Πέρσες ρώτησαν στις Θερμοπύλες «θέλει κανείς να πάρει την υπηκοότητα; όποιος θέλει να σηκώσει το χέρι του», πρώτα τους σφάξαν όλους και μετά σκέφτηκαν «μαλακία κάναμε, θα μας γαμήσει ο Αλέξανδρος τώρα», έτσι είναι η Ιστορία, αν την ξέρεις από πριν είσαι πιο σοφός μόνο που εδώ μπλέξαμε με έντεκα εκατομμύρια διαφορετικές Ιστορίες και ούτε sos θα προλάβουμε να διαβάσουμε, ούτε τη μισή ύλη να βγάλουμε αφού δεν αποφασίσαμε ποτέ (όχι τώρα, όχι σήμερα, εδώ και τριάντα, σαράντα,πενήντα χρόνια) ότι αντί να διαβάζουμε εκατομμύρια παλιές εκδοχές, καλύτερα να γράψουμε μία καινούρια. Μετά ξύπνησα. Διπλό Xozal δεν ξαναπαίρνω.

Ο δάσκαλός μου στο Δημοτικό, μου είχε πει «ακόμη κι αν δεν ξέρεις τι θέλεις να γράψεις, να αρχίζεις ή να τελειώνεις τις εκθέσεις σου με κάτι εντυπωσιακό, με τα λόγια κάποιου σπουδαίου, η πρώτη εντύπωση μένει αλλά και την τελευταία δεν την ξεχνάς». Ο Ελύτης λοιπόν είχε γράψει «να είσαι η άμμος κι όχι το λάδι στα γρανάζια του κόσμου». Καλά είπε. Τέτοια ωραία θέματα μας δίναν να γράφουμε παλιά και βγήκαμε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, σήμερα με πάσχο τι απαιτήσεις να έχεις απ’ τη νέα γενιά;

Aν ο διορθωτής διαβάζει Καθημερινή, να δεις που θα με βγάλει εκτός θέματος. Αν διαβάζει Ριζοσπάστη θα με βγάλει κι απ’ την αίθουσα.

Μαρία, πόσες δραχμές θα κάνει ένα κουλούρι ;

η τέταρτη ταφή του Δημήτρη Παπαδόπουλου

Τον Δημήτρη Παπαδόπουλο τον έθαψε χτες ο Δημήτρης Παπαδόπουλος.

Εκείνος που παίζοντας με λεξούλες, εξυπνακισμούς, ειρωνείες, αφορισμούς, μηδενισμούς και ακκισμούς με άλλους ομοίους του, έβγαλε -έχοντας έτοιμη εκ των προτέρων- την ετυμηγορία : οι πλατείες είναι για πιο σοβαρά πράγματα, όχι για συγκεντρώσεις άχρωμων, αμήχανων, άνευρων, απολιτίκ που ούτε παλμό, ούτε πάθος, ούτε αληθινή οργή κρύβουν μέσα τους. Κρύβουν όμως χρυσαυγίτες, γκαραντί.  Άσε που έχουν και χρυσούς χορηγούς από πίσω.

Από αύριο οι πλατείες στους τσολιάδες, τα σιντριβάνια και τα περιστέρια τους. Και τα απολιτίκ υποκινούμενα θύματα πίσω στους καναπέδες τους. Να κάνουν χώρο για να περάσουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι.

Βέβαια για να λέμε και του ξινού ένορκου το δίκιο, ο Δημήτρης Παπαδόπουλος δεν χρειαζόταν το Δημήτρη Παπαδόπουλο για να τον θάψει. Θάβεται μια χαρά και μόνος του. Όταν διαβάζεις «ξυπνήσαμε και θα σας πιούμε το αίμα», «έτσι αποκαθηλώνονται τα καθεστώτα και πέφτουν οι χούντες»,  «ήρθε η ώρα, πλησιάζει» και «σήμερα πεθαίνει η κυβέρνηση του Μνημόνιου» καταλαβαίνεις το μέγεθος και την φύση του ελληνικού προβλήματος : καθένας χολερικός Δημήτρης Παπαδόπουλος κρύβει κι έναν επικό Δημήτρη Παπαδόπουλο μέσα του. Μπορεί και δυο, μπορεί και τρεις.

Την επόμενη φορά θα πάρω τον δικό μου Δημήτρη Παπαδόπουλο και θα πάμε παρέα πλατεία. Χωρίς «ναι μεν αλλά», χωρίς χρυσαυγίτες, χωρίς εισαγωγικά, χωρίς πανώ χορηγών  και «χωρίς αυταπάτες προπαντός», όπως λέει κι ο φίλος μου ο Καρτέσιος. Κυρίως χωρίς αυταπάτες.

οι τρεις ταφές του Δημήτρη Παπαδόπουλου

Μας τσουβάλιασαν πάνω σε ένα μουλάρι -αγορασμένο με δανεικά κι αυτό- και μας παιδεύουν τριγυρνώντας μας δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να βρουν την πιο βολική χωματερή για να μας αμολήσουν εντός της. Βρωμάμε εμείς, βρωμάει κι αυτή, μικρή ζημιά. Δυο βρωμιές πάλι βρωμιά κάνουν, μη περιμένεις θαύματα, δεν υπάρχουν Γκρενούιγ της πολιτικής, αυτοί-άλλωστε-βρωμάνε πιο πολύ απ’ όλους.

Το ξανάδες αυτό το έργο; με άλλους, ναι. Όχι με σένα συσκευασμένο όμως. Αν είχες αμφιβολίες, απο χτες θάψτες κι αυτές, ένα μουλάρι θα βρεθεί για όλους, έχουν απόθεμα από μουλάρια, πρόβλεψαν. Τι νόμιζες δηλαδή, ότι θα σε αφήσουν τζανκ φουντ για τα ξένα όρνια με τις γραβάτες, τους δείκτες, τα σπρεντς, τις εκταμιεύσεις και τα επιτόκια; όχι ρε, είναι πονετικοί οι δικοί μας, είναι ο Τομι Λι Τζόουνς, μιλάμε την ίδια γλώσσα, γνωριζόμαστε καλά, φόρους για το μουλάρι πλήρωσες, θα ξαναπληρώσεις, τους ψήφισες, τους υπηρέτησες, τους έγλειψες, σε γλείψαν όσο σε χρειαζόταν, τους ανέχτηκες, σε κανάκεψαν, δεν είναι άκαρδοι να σε παρατήσουν καταμεσής του δρόμου, αν χρειαστεί θα κατέβουν κιόλας απ’ το δικό τους μουλάρι για να σπρώξουν το δικό σου που κάνει πείσματα, μπορεί και να πάνε με τα πόδια αυτοί αρκεί να σε πάνε ως τη χωματερή. Θέμα αλληλεγγύης είναι. Ζήτημα τιμής. Θα σε θάψουν κανονικά, χωρίς πολλές πολλές παράτες, ίσως όχι με την πρώτη, ίσως αργήσουν λίγο να σε παραχώσουν, ίσως βρωμίσεις κι άλλο, αλλά θα σε θάψουν. Σιγά σιγά σε πάνε, για να μη τρομάξουν οι άλλοι που ζουν ακόμη. Λίγο χρόνο ψάχνουν και το κατάλληλο μέρος. Απ’ όλα μπορεί να είναι,  αδίστακτοι, ανόητοι, κακοί ηθοποιοί, χυδαίοι, ψεύτες, υποκριτές, ανίκανοι, καιροσκόποι.  Αχάριστοι όμως όχι.

Ωραίες είναι οι μαλακιούλες περί πίστης στις δυνατότητες της φυλής, περί αγώνα με αίσιο τέλος και περί αισιοδοξίας. Αρκεί να θυμάται κανείς που και που ότι η αισιοδοξία δεν είναι χρόνιο νόσημα. Ίωση είναι. Έρχεται, φεύγει. Μαζί με τους λογαριασμούς, τις ειδοποιήσεις απ’ τις τράπεζες, το «μπαμπά έχεις πέντε ευρώ για σήμερα;». Πόλεμος είναι, this is not a drill όπως λένε και στις ταινίες, τέρμα τα άσφαιρα και οι προειδοποιητικές βολές. Στο ψαχνό βαράνε. Πέρυσι οι παπούδες βγάζαν ένα πενηντάρικο να χαρτζιλικώσουν τα παιδιά δυο φορές το χρόνο, από φέτος ο χρόνος είναι λειψός, το χειμώνα τα πενηντάρικα θα αλλάξουν διαδρομή. Όσο υπάρχουν πενηντάρικα και παπούδες. Πέφτω να κοιμηθώ και βλέπω εφιάλτες, τα παιδιά μου με γκρίζα μαλλιά να ζουν ακόμη στο διπλανό δωμάτιο, να πηγαίνω να τα ρωτάω «θέλετε να σας φτιάξω κάτι να φάτε;» και να μου απαντάνε «όχι, μια χαρά είμαστε». Μια χαρά.

Μόνο μια σκέψη με παρηγορεί. Λίγο. Αλλά απ’ το ολότελα μπορώ να πορευτώ και μ’αυτό το λίγο. Το οτι κάποια στιγμή όσοι κατορθώσουν να μείνουν πίσω γλιτώνοντας το τσουβάλιασμα, θα μπορέσουν με μάτι που γυαλίζει να πουν -για λογαριασμό κι όσων κουφαριών στολίζουν τις χωματερές- «μαζί τους κάψαμε». Με κ , όχι με θ. Ζωντανοί, λιγότερο ζωντανοί ή αποθαμένοι να τους κάψουμε κανονικά, χωρίς τιμές, ίσως όχι με την πρώτη, ίσως όχι αμέσως, ίσως αργήσουμε να βρούμε καλά φρύγανα για προσάναμμα, ίσως βρωμίσουν κι άλλο στο μεταξύ, αλλά να τους κάψουμε. Δημοσία δαπάνη, κερασμένα απο μας. Απ’ όλα μπορεί να είμαστε, και μαλάκες και τεμπέληδες και βολεψάκηδες και p.i.g.s. και φυγόπονοι και ζήτουλες και ώπα και υπεράριθμοι και αντιπαραγωγικοί και καλοπληρωμένοι και διακοπάκηδες και μαύρα πρόβατα και μιάσματα και καναπεδάκηδες και ωχαδερφίστικα ζόμπι.  Αχάριστοι όμως όχι.

η άγνωστη και το αγνοούμενο ξ

 

                                                                                                                                                       Κυριακή, 22 Μαίου

αγαπημένο μου βλογ

σχεδόν καλοκαίργιασε, το καταλαβαίνω απ’ τα κοινόχρηστα

άρχισα να κσυπνάω πολύ νωρίς τις κυριακές, πριν καν οι παπάδες φορέσουν τα άμφια, σήμερα δηλαδή κσύπνησα νύχτα και μες στη σκέπση μου άναπσαν φώτα, δεν ηύρα πού ήταν το κουτί με τον καφέ και τα πήρα πολύ άσχημα που όλα τα τιμαρέβει χωρίς να με ειδοποιήσει, δεν την κσύπνησα μα την τιμώρησα αφήνοντάς την μόνη της στην άδεια κάμαρα, στ’ άδειο κρεβάτι,  για να ρίκσω την πίεση που σίγουρα πήγε δεκάκση άπλωσα την ώρα που κσημέρωνε ένα πλυντήριο με σκούρα, άμα προλάβω, άμα, θα βγάλω τα φυτά απ το διάδρομο έκσω στο μπαλκόνι να τα δει και ήλιος, όχι μόνο η Σεγκιούλ -η σφουγκαρίστρα της οικοδομής- , συρτά θα τα βγάλω γιατί αν ακούσω «κρακ» από τη μέση -σαν πέρσι- τους χάσαμε τους σπόνδυλοι, μετά θα γυαλίσω τραπεζάκια, καρέκλαι και κάγκελα, άμα προλάβω, άμα, θα ρίκσω ένα όρθιο πλύσιμο στα μπαλκόνια γιατί δεν θέλω να σέρνομαι στα τέσσερα σφουγκαρίζοντας σαν τη δούλα και να με προγκάν τα γειτόνια, αντάουμπντεντλι θα με σοδομίσει η αλλεργία μου με τόση γύρη και σκόνη και θα μεταμορφωθώ σε άνθρωπο-πασχαλίτσα, κσέχασα να δγιαβάσω το σημείωμα που άφησε για να βγάλω αποβραδίς τον κιμά απ την κατάπσυκση αλλά εφτυχώς το μεσημέρι με τραπεζώνει εκσω το αδέρφι μου και μετά επιστρέφω για τα μπίζνες ες γιούζουαλ, έχω να απλώσω κι ένα πλυντήριο λεφκά, με τα παπάτζω ck μπροστά μπροστά για να γυαλίσει το μάτι της κσινής απέναντι

ούτε χτες έφαγα σπιτικό φαΐ, ντάλα μεσημέρι πλακωθήκαμε στα τσίπουρα και στα σουτζούκια και στα τυροκαφτερά «κάτω», είχα καιρό να χτυπήσω κάρτα κι ο καφετζής έκανε λίγα μούτρα λέγοντας «απ’ τον επιτάφιο έχω να σε δω ρε» αλλά κσίδι είχε, ας έπινε, δυο καρέκλαι -μονίμων θαμώνων, ευγενών γερόντων- εκατέρωθεν της πύλης του καφενέ ήτο ντιπ κενές τιμής ένεκεν, ο ένας πέθανε την Πέμπτη και τον έτερον τον έθαπσαν στις δώδεκα, θεός σχωρέστους μποθ, το έπιασα το υπονοούμενο με τον επιτάφιο

αν και άνετα πίνουμε άνεφ αφορμής, ήπιαμε εις μνήμην αυτών και των μισθών μας και εις υγείαν μας και υπέρ υγείας των πέριξ ημών, ομοτράπεζων και ομόκλινων, για τους εχθρούς μας και τους κυβερνητικούς τους νυν και τους πρώην είπαμε «να πσοφήσουν οι γαμιόληδοι» και μετά το κάναμε πουέρτα ντελ σολ από την αγανάχτηση και τα μπινελίκια, εκεί που κόντεβε να πέσει η κυβέρνηση το κόπσαμε γιατί δεν κσέραμε τι λέει ο πάσχος επ’ αφτού και χωρίς καθημερινή καθοδήγηση δεν ξεκινάμε ούτε για κατούρημα, όχι επανάσταση

μετά ήρθαν δυο βούλγαροι με ένα ακορντεόν κι ένα κεσέ από γιαούρτι για τα τιπς, έπαικσαν ένα τακσίμι και μετά αρχίνησαν θλιβερό μπάλκαν σουίνγκ κι ένας από μας, ο πιο κσύπνιος, είπε «μπάστα γειτόνια, αν είναι να τις κόπσουμε τις φλέβες τις κόβουμε και με πλιάτσικα», οι υπόλοιποι τον κοιτάκσαμε λοκσά γιατί σιγά μη κσέρουν οι σμόλιαν τζίπσις τι είναι ο φίλιππας, κάτι τέτοια κσιπασμένα εφκολάκια κάνουμε με τους κσένους και δη τους καλλιτεχνικούς μετανάσται και κανείς δεν μας χωνέβει μετά

επειδή μερικά χαϊβάνια ηπγιαμε λίγο παραπάνω είπαμε να μη το κσανακάνουμε σύντομα γιατί χαΐρι δεν θα δούμε με τέτοια κσύδια, άμα είσαι πεντήκοντα το σκώτι σου νταλντίζει πιο έφκολα κι άμα μπλέξεις με ακσονικές πάει η βάρκα, μπάταρε

τρεις και δέκα ακριβώς πέρασε ανάμεσα μας, όπως ήμασταν σπαρμένοι σαν τους μαϊντανούς στις καρέκλαι, μια ωραία γυναίκα, μια άγνωστη με ωραία πόδγια και ωραίαι γόβαι και ωραίο κραγιόν και άλλα ωραία χαρίσματα μέσα και έκσω, κυρίως έκσω, και δεν μίλησε κανείς μας

κιχ

ούτε σ’ αφτήν μιλήσαμε γιατί σε άγνωστες που κουβαλάνε σακούλες με πσώνια που γράφουν ζάρα δεν μιλάμε, μόνο από μακς μάρα και πάνω, άμα είναι ιντιμίσιμι ή λα πέρλα σηκωνόμαστε απ’ τις καρέκλες και βαράμε προσοχή, άμα προλάβουμε, άμα

μετά όμως ήπγιαμε εις υγείαν και εκείνης και της άγνωστης αγαπημένης ενός εκάστου, όχι της επίσημης, της άλλης, που τόσα χρόνια είναι χαμένη

πάω να πσάκσω τον καφέ, πικρόν θα τον πγιώ, κσέχασα τι άλλο ήθελα να πω και να γράπσω καθώς κσάφνου μέσα στη σκέπση μου σβήσαν τα φώτα γιατί το παράχεσε η ΔΕΗ, ας περιμένουν και οι γυναίκες κι ο φύκος και οι φόροι κι ο ρεν κι ο μπιθικώτσης

άμα κσαναδιαβάσω εγώ Πετεφρή πριν κοιμηθώ, να μου τρυπήσεις το @