vinyl ντέιζ

Δίσκος εισαγωγής -απ’ τους ορθόδοξους, μέσα-έξω, όχι τους γιαλαντζή με φάκελο μόνο- σήμαινε ότι η πρωτευουσιάνα αδερφή του πατέρα μου θα έβλεπε τον επαρχιώτη φοιτητή ανηψιό της τουλάχιστον τρία Σάββατα το μήνα στο μεσημεριανό τραπέζι. Ίσως και καναδυό Παρασκευές. Ο,τι καιρό και να έκανε, ο,τι φαγητό και να έβγαζε στα πιάτα. Σφάζοντας στο γόνατο τον μηνιαίο προϋπολογισμό επειδή ο Ζήλος έσταζε καύλα για το Thirst των Clock DVA, όφειλα να γνωρίζω ότι δεν θα με τάιζε ο Ζήλος μετά. Ούτε ο μπαμπάς μου. Η αδερφή του όμως ήταν αγία γυναίκα κι ας μην έμοιαζε στη Ντέμπι. Έμοιαζε στη μπίγκ μάμα-Κας και μύριζε Tosca, κανείς δεν είναι τέλειος. Κανείς.

Μόνον ο Syd όταν τραγουδάει  I knew a girl and I like her still

Κυψέλη-Ακαδημίας και σερί Ακαδημίας-τέρμα Χολαργού. Λεφτά για τα εισιτήρια είχα πάντα φυλαγμένα γιατί ήταν μεγάλη ξεφτίλα να πεθάνεις από ασιτία τότε στην Αθήνα, σήμερα άνετα ψοφάς και δεν σε παίρνει χαμπάρι κανείς. Το 1981 ήταν τραγική χρονιά για το μπάτζετ μου, το φθινόπωρο ο Ζήλος παραληρεί για το Thirst, κυλιέται στα χώματα σαν επιληπτικός με το Deceit των This Heat και χύνει με τους Medium Medium και το Glitterhouse. Κι εγώ μαζί. Εκείνο το δίμηνο έφαγα τόσο ιμάμ θείας που έκανα πέντε χρόνια να μπορέσω να ξανακοιτάξω μελιτζάνα στα μάτια. Το 1981 ήταν η χρονιά του θανάτου του 815, της μελιτζάνας και του Guru Maharaj Ji. Kαι του μπαμπά του Γιώργου, μη ξεχνιόμαστε. Κανείς μπαμπάς δεν είναι τέλειος.

love hurts, love scars, love woundsμε κομμένη την ανάσα περιμένουμε το σόλο του Manny Charlton για να βάλουμε το χέρι κάτω απ’ τη μπλούζα της, χαμηλά, στα λακάκια της, εκεί που σφίγγει η φούστα

Κάποιον Ιούνιο εν μέσω εξεταστικής βρίσκομαι -μαζί μ’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο που με πάντρεψε χρόνια μετά- σε ένα μεγαλοαστικό ρετιρέ (μεγαλοαστικά ήταν αυτά που για να βρεθείς από το χωλ στη βεράντα έκανες τρία λεπτά χρονομετρημένα) κάπου στου Παπάγου ή στην Αγία Παρασκευή, δεν θυμάμαι τόσο καλά σήμερα, δεξιά ή αριστερά απ’ τη θειά μου πάντως ήταν, ο δολοφόνος θέλει δεν θέλει εκεί τριγυρνάει. Η κόρη του ιδιοκτήτη του ρετιρέ φοράει λιβάις ψάθα κι ωραία κολώνια, δεν θυμάμαι τι, μιλάει σαν βλαμμένο, φέρεται σαν νευρωτικό. Κι ακούει Bob Seger και Jackson Browne. Tώρα που το ξανασκέφτομαι μπορεί και να ήμασταν στo Ντιτρόιτ κι όχι στην Αγία Παρασκευή. Το σπίτι μυρίζει κέικ, μπαντίντα και σερβιέτες με άρωμα χαμομήλι. Aν υπήρχε άρωμα χαμομήλι το ’82. Ξαφνικά νοσταλγώ τις μελιτζάνες και τους Theatre of Hate.

Και το παγωτό Άσος. Κασάτο. Με Nel Sole, σαρανταπεντάρι, στο σπίτι της Αρετής και της Μαρίας στη Θεαγένους Χαρίση, δεκάξη και δεκατρία αυτές, οκτώ εγώ, ήττα.

Diamonds, Fur Coat, Champagne. Με μια μεζούρα cocaine, λέει. Mα την παναγία, τόσο γυαλισμένο μάτι και λιγωμένη φωνή σαν του Vega δεν ξαναβρήκα. Άναβα ένα Κent και έβλεπα μέσα απ’ το σκοτεινό δωμάτιο πάνω απ’ τις κορυφογραμμές της Νάξου. Της κυψελιώτικης. Απέναντι κατεβασμένα στόρια, τραβηγμένες κουρτίνες, ψιλόβροχο, με βλέπω, είμαι εικοσιδύο, θέλω να βγω για να πάρω δυο μπίρες αλλά βαριέμαι να ντυθώ. Κάνω δυο τσιγάρα ακόμη, χριτς-χριτς, αλλάζω πλευρά, Harlem, μα την παναγία, μου τη δίνει αυτή η πόλη όταν βρέχει κι όταν τα λεφτά τελειώνουν κι όταν για τρίτη φορά με κόβει με τεσσάρι, το δωμάτιο μυρίζει καπνό και τηγανητά αβγά, για πότε ξανακούγεται το χριτς-χριτς ούτε που το καταλαβαίνω. Στα γυμνά βουνά πίσω αστράφτει. Θέλω μια μπίρα κι ας είναι χλιαρή. Μου λείπεις.

Love my way, it’s a new road. Αγάπη ρε. Αγάπη. Έστω και πτωχευμένη.

Μετράω τα χρήματα στην τσέπη. Δεν φτάνουν για Shure, δεν φτάνουν για Stanton, με δυσκολία αγοράζω την πιο φτηνή Pickering, να περισσέψουν και για βενζίνη. Έχει και ενσωματωμένο βουρτσάκι, μεγαλεία. Πίσω στο σπίτι περιμένει το Spillane. O Ζorn στο στομάχι μου κάθεται, τα αυτιά μου δεν τον αντέχουν συχνά-πυκνά αλλά το Twolane highway έχει ένθετο Albert Collins. Mετάνιωσα που τον αγόρασα αλλά δεν είναι η πρώτη φορά. Υπάρχει ρεζέρβα The Return of the Durutti Column. Το βράδυ θα πάμε για μπάνιο στο Φανάρι, έχω λίγη ώρα για να το γράψω σε κασέτα, θα δω ξινισμένα μούτρα αλλά εγώ οδηγάω, εγώ διαλέγω συνοδηγό. Να δοξάζουν το θεό που δεν τους βάζω τον Zorn, να τους κοπούν τα λάστιχα απ΄ τα μαγιό. Και οι μπανέλες απ’ τα σουτιέν. Ωραία κορίτσια στο πίσω κάθισμα αλλά μόνο με Matt Bianco και φιλί δίχως γλώσσα δεν προκόβεις στη ζωή σου.

Μωρό μου θέλω να γίνω Steve McQueen. Ακόμη κι αν δεν ίδρωνα τα ίδια σεντόνια με την Ali McGraw, θα με κάναν εξώφυλλο οι Prefab Sprout.

I spent the days of my vanity…θα παίξω με όσα ρέστα έχω στην τσέπη μου τώρα, σε κάποιους που μου δάνεισαν τα επέστρεψα, σε μερικούς θέλω να χρωστάω δια βίου

Advertisements

the Miranda Warning

Αυτό θα έπρεπε να είναι η ενδέκατη εντολή ή εν πάση περιπτώσει ένα είδος ευαγγέλιου τσέπης για κάθε έναν -σαν και μένα καλή ώρα- που νομίζει πως περιμαζεύοντας απ’ το δρόμο αδέσποτες σκέψεις κάνει κάτι πολύ σοβαρό, αντίστοιχο του να κάνει κι ο Παναής καΐκι δηλαδή.

Αδέσποτες, όπως το λέω. Από κείνες που σε κοιτάζουν με  μάτια δήθεν θλιμμένα  κουνώντας περαδώθε την ουρά τους, σα να σου λένε «γράψε μας κάπου, να μείνουμε σε ένα χαρτί, σε ένα word, σε ένα ποστ, σε έναν κάδο απορριμμάτων έστω, αλλά γράψε μας, να μας δει κάποιος». Ή από τις άλλες που σαν τις βάλεις σε μια σειρά, με το που θα σκεφτείς να τις πλησιάσεις δηλαδή, δαγκώνουν άσχημα κι ας νομίζεις πως γνωρίζεστε καλά. Είτε μία είτε εκατόν μία, μείνε μακριά τους, δεν είναι ντίσνεϊ η ζωή.

Το καλύτερο που έχεις να κάνεις μ’ αυτές είναι να τους γυρίσεις την πλάτη επιδεικτικά. Λέγοντάς τους, με τον τρόπο σου, καθήστε εκεί μέσα που κάθεστε, αν καθενός το  μυαλό έτρεχε δεξιά κι αριστερά γυρεύοντας αδέσποτες σκέψεις για να τις περάσει κολάρο και λουρί, όλα τα ωραία ανείπωτα στον κόσμο αυτό θα είχαν χαθεί.  

Ε λοιπόν κόσμος χωρίς ανείπωτα δεν γίνεται να υπάρξει. Απ’ αυτά τρέφεται, μ’ αυτά μεγαλώνει, μ’ αυτά ζευγαρώνει, μ’ αυτά πεθαίνει, παίρνοντάς τα μαζί του. Όσο περνάνε τα χρόνια καταλαβαίνω πως οι άνθρωποι ανοιχτά βιβλία είναι αβάσταχτα βαρετοί.

————–

 

 η ενδέκατη εντολή

πάμε μπιπί

Πάμε παρκάκι ρε μαλάκα να γαμήσουμε αλβανούς;

Aυτοί είναι ζόρικοι ρε μαλάκα, πάμε έξω απ τη μητρόπολη να γαμήσουμε κινέζους

Άστους αυτούς ρε μαλάκα, μισή χαψιά είναι, πάμε φανάρια να γαμήσουμε γυφτάκια

Όχι ακόμη παιδιά ρε μαλάκα, υπάρχει και επετηρίδα, πάμε ελευθερίας να γαμήσουμε μαύρους

Άστους σήμερα, θέλω να πάρω πρώτα ρολόι ρε μαλάκα, τους γαμάμε αύριο

Ή αν δεν σου κάνουν καλή τιμή, σήμερα

Κι αυτό, πάμε τώρα έξω από ΟΑΕΔ να γαμήσουμε ρουμάνους

Ρουμάνους δε γαμάω ρε μαλάκα, μόνο τις γυναίκες τους

Τότε πάμε καφενείο να γαμήσουμε ρωσοπόντιους

Οργανωμένους δεν γαμάμε ρε μαλάκα, βαράνε άσχημα αυτοί

Μη τον έναν, μη τον άλλον, τι θα γαμήσουμε τελικά ρε μαλάκα;

Πάμε Σκόπια να τους γαμήσουμε τα καζίνο ρε μαλάκα;

Με τα μηχανάκια ρε μαλάκα; να ξεφτιλιστούμε στα κομμούνια;

Πάμε Αθήνα ρε μαλάκα; εκεί γαμάνε αβέρτα

Έχουν πράμα εκεί ρε μαλάκα, όχι σαν εδώ που τους ψάχνουμε με το κυάλι

Γαμώ την επαρχία μας τελικά ρε μαλάκα, ούτε ένα γαμήσι μπορούμε να ευχαριστηθούμε

Πάρε τη σημαία και πάμε ΚΤΕΛ για εισιτήρια μαλάκα, θα σκουριάσουμε στο τέλος

Δεν έχουν σημαίες στην Αθήνα ρε μαλάκα;

Ούτε αρχίδια έχουν, αν είχαν δεν θα τους άφηναν να πάρουν την πόλη ρε μαλάκα

Να φύγουμε αύριο ρε μαλάκα; η μάνα μου έκανε γεμιστά, κρίμα να πάνε άκλαφτα

Αύριο, καλά λες μαλάκα, πάμε τώρα να γαμήσουμε όποιον βρούμε πρώτον για προπόνηση

Στη μπιπί ρε μαλάκα, τον πακιστανό, το πουστρόνι που δεν βάζει μετά την τάπα στη θέση της

Γιατί δε μιλάς απ’ την αρχή και ψαχνόμαστε από δω κι από κει ρε μαλάκα; άντε, βουρ, έτσι γαμάει η ελλάδα ρε μουνιά

——————-

(ΤhasKas θενκς)

στην Αθήνα πια δεν έχετε ζωή *

Έχουμε όμως εμείς 3ης Σεπτεμβρίου. Και Ηπείρου έχουμε. Και πυλωτές έχουμε. Και στενά που δεν φωτίζονται έχουμε. Και ετοιμόγεννες έχουμε. Και πατεράδες σε αναμονή έχουμε. Και βιντεοκάμερες έχουμε. Και αυτοκίνητα που περιμένουν να τα ξεκλειδώσουμε έχουμε. Και ξημερώματα έχουμε. Και μαχαίρια έχουμε. Και πεζοδρόμια με αίματα έχουμε. Απ’ όλα έχουμε. Κι αν νομίζετε ότι θα μείνουμε πίσω, σα πεινασμένοι και δευτεράντζες επαρχιώτες για να γελάτε με τα χάλια μας, γελασμένοι είστε. Αφού δεν έχετε ζωή εσείς, κι εμείς δεν θα έχουμε. Αν είναι φτηνή σε σας, εμείς θα τη βγάλουμε σε προσφορά. Αν ήταν τρεις αυτοί που παραμόνευαν, εμείς θα βάλουμε πέντε. Αν ένας δεν πρόλαβε να δει το παιδί του, εμείς θα βάλουμε τρία ορφανά, μπορεί και τέσσερα, μπορεί και τον Όλιβερ Τουίστ τον ίδιον. Αν εσείς βγήκατε σήμερα σαράντα χιλιάδες έξω, εμείς θα μείνουμε πενήντα χιλιάδες μέσα. Αν εσείς τα βάλατε με πενήντα μαύρους, εμείς θα κυνηγήσουμε εκατό. Αν σας φταίνε όλοι, εμάς θα μας φταίνε ακόμη περισσότεροι. Κόλαση εσείς; Κόλαση κι εμείς. Μια ζωή μούρη και ύφος παλιοχαμουτζήδες, σας βαρεθήκαμε πια. Δεν θα τα βλέπουμε όλα μόνο στην τηλεόραση να ζηλεύουμε. Τώρα τελειώσατε, έρχεται η ώρα μας. Αίματα υπάρχουν.

* πιτσιρίκος

μικρές απουσίες (καλοκαίρια υπάρχουν)

Ξεκινήσαμε με τα πόδια -κάποιος έξυπνος είχε την ιδέα να μη περιμένουμε το λεωφορείο που θα ‘ρχόταν σε μιαν ώρα- από τις Αλυκές για να φτάσουμε στο Λιμένα. Αύγουστος, τέσσερις το μεσημέρι. Τέσσερα αγόρια, τρία κορίτσια κόντρα σε 35 χιλιόμετρα και 35°C. O μεγαλύτερος ήταν εικοσιτριών χρόνων οπότε και τριακόσια πενήντα να ήταν τα χιλιόμετρα  στη διαδρομή Αφροδίτη-Ήλιος, πάλι θα ξεκινούσαμε. Σ’ αυτές τις ηλικίες πας -έτσι λέγαμε τότε-κόντρα με ο,τι γουστάρεις αδιαφορώντας για το μαθηματικό αποτέλεσμα. Μετά από πέντε χιλιόμετρα σε μια άσφαλτο που τηγάνιζες μπριζόλα πάνω της συνθηκολογήσαμε, σηκώσαμε χέρι, αντίχειρα, μπήκαμε ο ένας μετά τον άλλον σε τέσσερα αυτοκίνητα ευγενικών και καλόψυχων ανθρώπων και κάποια στιγμή επιστρέψαμε στα καθαρά μας σεντόνια, τα σουηδικά έπιπλα και τα στενά μπαλκόνια με τις απλωμένες στα κάγκελα πετσέτες. Οι έξη έκαναν σεξ, ο έβδομος υπομονή.

Μπουγάτσα, σταφιδόψωμο και καφές στο μπαλκόνι. Εννιάμιση η ώρα, αρκετά νωρίς για να ιδρώνεις, αρκετά αργά για να κρυώνεις, τα πόδια της όμως μπουμπουκιάζουν συνέχεια. Τα χαϊδεύω κοιτάζοντας αφηρημένος τη θάλασσα. Αντί να ζεσταθούν, το χνούδι τους σηκώνεται κι άλλο. Παράξενα τα πόδια των γυναικών, αντιμιλάνε όμορφα ακόμη κι όταν αρχίσουν να βγαίνουν για ένα ποτό με την χαλάρωση και την κυτταρίτιδα πριν αγαπηθούν και συγκατοικήσουν. Ίσως να είναι πιο όμορφα τότε, αφού είναι πιο σοφά. Ωραία είναι εδώ. Ωραία, ναι. Θέλεις κι άλλο γάλα στον καφέ; Όχι, μείνε δίπλα, μη φεύγεις, σφίξε με.

Επιστροφή με το Renault από τον Αρμενιστή, μετά από οκτώ νύχτες και μιαν άσχημη θερμοπληξία. Όλα ήταν καλά εκτός από το ότι την πέμπτη μέρα βαρέθηκα μέχρι θανάτου το γαλάζιο και το πράσινο και προσπάθησα να αυτοκτονήσω χωρίς αντηλιακό, καπέλο, σκιά, από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τις πέντε το απόγευμα. Κάθε μισή ώρα ενυδατωνόμουν με μια Beck’s αλλά δεν έπιασε το ακριβό κόλπο. Κάποια στιγμή θυμάμαι ότι από τη ζάλη μου δεν πήγα στη θάλασσα που με περίμενε με ανοιχτά πόδια τρία μέτρα μπροστά μου αλλά σύρθηκα ως τα ντους, τριάντα μέτρα πίσω. Στο ντους με περίμενε και η σ φορώντας μόνο το κάτω απ’ το μαγιώ της, εκείνο το άσπρο, όταν βρεχόταν ήταν τέτοιο αξιοθέατο που παρακαλούσα γονατιστός να με φιλοξενεί εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μέσα του κι ας πέθαινα από πνευμονία. Το στήθος στα εικοσιέξη της κοιτούσε τα άστρα και λίγο πιο πάνω από αυτά, της το είπα αυτό χαμογελώντας όταν την ξανασυνάντησα λίγα χρόνια πριν, «δεν φταίει το στήθος μου τώρα ρε, ο ουρανός κατέβηκε πιο χαμηλά» απάντησε βγάζοντας τρυφερά μιαν άσπρη τρίχα απ’ το σακάκι μου.

Με το Φίατ στο γύρο του νησιού, ψάχνοντας την παραλία που μας είπαν κάτω απ’ το μοναστήρι, σίγουρα κάποια γκρέμνα θα ήταν αλλά πόδια είχαμε, σίγουρα είχαμε, κάθεται δίπλα με τα πόδια της απλωμένα πάνω στο ταμπλώ, «το ξέρεις ότι μου τη δίνει αυτό, αν φρενάρω θα μείνεις παράλυτη πριν σβήσεις τριάντα κεριά στην τούρτα», δεν μιλάει, παίρνει το χέρι μου, το βάζει ανάμεσα στα πόδια της, εκεί είχε τριάντα χιλιάδες κεριά αναμμένα, οδήγησα όσο μπόρεσα με το ένα χέρι αλλά χωρίς μάτια στο δρόμο δεν μπορείς να οδηγήσεις και δρόμο δεν ήθελα να δω, ο δρόμος ήταν εκεί, γλιστρούσε πολύ και ήταν μονόδρομος. Λοιπόν δεν θα το πιστέψεις αλλά τέτοια κεριά δεν φτιάχνουν πια σήμερα. Μη σου πω και δρόμους..

«Δεν θα μπεις;», η φωνή της πρέπει να ακούστηκε μέχρι το μισοσκότεινο ξενοδοχείο πίσω, σιγά την ηχομόνωση που κάνουν τα αρμυρίκια. Δέκα το βράδι ήταν, δεν μας άκουσε κανείς όμως, φεγγάρι δεν είχε οπότε ούτε αυτό θα ήταν μάρτυρας ενός ουδέποτε τελεσθέντος εγκλήματος, η θάλασσα ήταν παγωμένη, πρώτη φορά Κυκλάδες, πρώτη γερή νυχτερινή κρυάδα, άκουγα μόνο τον ήχο που έκανε κολυμπώντας, ελπίζω να είναι αυτή και όχι κανένα σκυλόψαρο κι έχουμε κι άλλα σκέφτηκα, ελπίζω να βρούμε και πού βάλαμε τα μαγιώ σκέφτηκα, ελπίζω να γλιτώσουμε και το έμφραγμα σκέφτηκα, αν πολυσκέφτεσαι δεν βουτάς και βούτηξα για να μη σκέφτομαι. Απλά για να πάω κοντά της. Μόνο αυτό, τις γυναίκες των -έστω και διασταλτικά- φίλων ανέκαθεν τις σεβόμουν ακόμη κι αν δεν με σεβόταν -πολύ σωστά- αυτές. Αν με ρωτήσεις τώρα που το γράφω τι σκέφτομαι, θα σου πω ότι δεν μπορώ να ξαναβουτήξω νυχτιάτικα. Όχι γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει αλλά γιατί λυπάμαι τα σκυλόψαρα. Έχουν ψυχή κι αυτά.

 

Βάλε μου αντηλιακό στην πλάτη.

Να σου βάλω μετά και στην κοιλιά;

Εκεί μπορώ και μόνη μου

Στα πόδια;

Κι εκεί μπορώ

Ανάμεσα στα πόδια;

Όρεξη έχεις ρε αγόρι μου μεσημεριάτικα; βάλε στην πλάτη και φύγε από πάνω μου, θα σκάσω απ’ τη ζέστη, όλον τον αέρα κόβεις…τέλειωνε και άσε με ν’ ακούσω κανένα τραγούδι

———

Αυτό που με ρώτησε σήμερα ήταν «ρε συ, πού πάνε τα καλοκαίρια όταν δεν έρχονται;»

τα ψίχουλα

Οι Κυριακές εκείνες που με τον πρώτο καφέ πέφτεις σ’ έναν πάρα πολύ φιλελεύθερο και σ’ έναν καμμένο που μαλλιοτραβιούνται όπως οι νοικοκυρές πάνω απ’ τις μπουγάδες στη Napoli είναι ανάξιες λόγου. Ειδικά όταν φωνάζουν και τις γειτόνισσες για μάρτυρες. Τίποτε καλό δεν προοιωνίζουν.

Από νωρίς το πρωί ο ουρανός είχε ένα περίεργο χρώμα, όχι μόνο για Μάιο. Θα το ζήλευε και ο χειρότερος Ιανουάριος. Στην κλίμακα Pantone θα ήταν κάτι σαν winters greatest hits. Αν ο Ίαν Κέρτις έβλεπε τέτοιο χρώμα στον ουρανό του Μάντσεστερ θα είχε αυτοκτονήσει στα δεκάξη του. Είχε και ένα περίεργο κρύο, σαν να άκουσες ξάφνου ένα πάρα πολύ άσχημο νέο και κάποιος άνοιξε παράθυρα και μπαλκονόπορτες κλείνοντας ταυτόχρονα και τα καλοριφέρ. Σα να μην έφταναν αυτά, ανακάλυψα ότι όλο το ταβάνι -μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι μου- είχε διαρροή. Άρχισε να στάζει από παντού με έναν καθόλου πρωτότυπο τρόπο, μέχρι που οι σταγόνες έγιναν μια κουρτίνα από νερό και τα βουνά απέναντι εξαφανίστηκαν. Είτε έξω είτε μέσα μούσκεμα θα γινόμουν, αποφάσισα να περιμένω έξω.

Δεν είχα μαζί μου τσιγάρα, δεν καπνίζω όμως οπότε δεν παραξενεύτηκα. Μια -προφανώς- μαμά, μόνο μπαμπάδες και μαμάδες ήμασταν μαζεμένοι εκεί, κάπνιζε καθισμένη στα σκαλιά λίγα μέτρα παραδίπλα, σκέφτηκα να της ζητήσω ένα τσιγάρο αλλά μετάνιωσα, δεν ήταν η μάρκα μου. Τα τσιγάρα. Η μαμά καλή ήταν. Όταν έχει υγρασία η καρδιά του ανθρώπου μαλακώνει, το ίδιο και η ματιά του. Κάποιος άλλος όμως πήγε και της ζήτησε. Και μια και δυο φορές. Ζηλεύω τους άντρες που αγαπούν τις ξένες γυναίκες, είτε γιορτάζουν είτε όχι.

Το ρολόι μου έδειχνε συνέχεια δυο και δέκα. Προφανώς σταματημένο, ξανά. Ούτε σε φτηνές ιστορίες παγώνει ο χρόνος, μη κοροϊδεύουμε όσους διαβάζουν. Δίψασα και πήγα στο κυλικείο ζητώντας «μια μπίρα». Αντί μπίρας εισέπραξα ένα βλέμμα κρύο, πολύ κρύο, μόνο κάποιος πολύ απελπισμένος ή κάτι άλλο ανάλογης ντροπής μπορεί να ζητήσει μπίρα από κυλικείο λυκείου. Προς το παρόν. Προκειμένου να έχουν έσοδα και να εισπράττουν φόρους αυτοί οι μνημονιακοί, τους έχω ικανούς να κάνουν ντελίβερι και μέσα στις αίθουσες.

Ντράπηκα να φύγω με άδεια χέρια και ρώτησα αν υπάρχει κάτι να φάω. Μου έδωσε ένα σάντουιτς που είχε μέσα διάφορα, αδιάφορο τι, δεν πεινούσα. Βγήκα στα σκαλιά, κάθησα στη γωνία, εκεί που έκοβε λίγο ο αέρας και δεν με έπιανε η βροχή, η μαμά με τα τσιγάρα είχε φύγει, κρίμα, ήθελα να μιλήσω σε κάποιαν που περιμένει για να τη ρωτήσω «γιατί περιμένεις μόνη σου;» μα λόγος δεν μου έπεφτε και μετάνιωσα. Τρία πουλάκια κάθονταν σε μια εσοχή δίπλα στα σκαλιά, πάντα πίστευα πως όταν βρέχει τα πουλιά εξαφανίζονται έγκαιρα στις φωλιές τους αλλά διαπίστωσα πως υπάρχουν και πουλιά αφηρημένα. Τα δυο ήταν σπουργίτια, αυτά τα ξεχωρίζω, το άλλο ή σπουργίτι αχτένιστο ήταν ή τσαλαπετεινός. Τους έριξα λίγα ψίχουλα και έκαναν πάρτι, ευτυχώς που δεν πήρα μπίρα-σκέφτηκα- αν τα πότιζα αλκοόλ μπορεί να μην έβρισκαν το δρόμο για τη φωλιά και να μη ξανάβρισκαν ποτέ τις μανάδες τους που γιόρταζαν σήμερα. Τέτοιες τύψεις δεν θα τις άντεχα. Κι αν αυτά τα ίδια είναι μανάδες και θέλουν κι άλλα ψίχουλα για να τα πάνε σπίτι; αναρωτήθηκα. Πέταξα όλο το σάντουιτς και έφυγα από την άλλη πλευρά, να μη τα βλέπω. Τέτοιες απορίες θα με φάνε στο τέλος και θα με σκοτώσει το στρες.

Βγήκε κατά τις τέσσερις αν και το ρολόι μου έδειχνε δυο και δέκα. Πετούσε και έλαμπε. Εντάξει, αυτό το κάνουν και οι πυγολαμπίδες θα μου πεις, δεν είναι τίποτε σπουδαίο, αλλά αν δεν περιμένεις πυγολαμπίδα στα σκαλιά, ναι, είναι. Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσω «πώς τα πήγες;», είπε ένα «είμαι πολύ περήφανη για τον εαυτό μου» και σκέφτηκα ότι τσάμπα πήγε το καθαρό βρακί που έβαλα το πρωί, τέλος πάντων, ας είναι γερά αυτά και από βρακιά βολευόμαστε αν και με τη φόρα που πήραν αυτοί οι μνημονιακοί ακόμη κι αυτά θα τα υποθηκεύσουν. Ελπίζω τουλάχιστον να μας αφήσουν το περιεχόμενο.

Μετά πέρασε για ένα δευτερόλεπτο απ’ το μυαλό μου η σκέψη πως σε πολλά πολλά πολλά χρόνια από σήμερα ίσως γιορτάζει κι αυτή σαν μανούλα με κάποιον βλάκα δίπλα της που θα παριστάνει τον άντρα της αλλά μπορεί και να μη γιορτάζει γιατί το χωρίς δουλειά και το χωρίς οικογένεια θα είναι sold out παράσταση στο μέλλον και ξαφνικά ανακάλυψα πως υπάρχουν κι άλλες διαβαθμίσεις του γκριμώβ που καμιά κλίμακα Pantone δεν μπορεί να τις φιλοξενήσει εντός της.

Δεν πήρα εφημερίδα επιστρέφοντας στο σπίτι. Ούτε τηλεόραση άνοιξα. Ούτε στο web μπήκα. Από καιρό τα νέα ένα σφίξιμο στο στομάχι είναι, δεδομένο ουδέν, μια έκπληξη το αύριο, σπάνια ευχάριστη, όλα τα πιστεύεις.. και τα ναι και τα όχι και τα διαψεύδω και τις αναδιαρθρώσεις και τη δραχμή και τα δέκα μνημόνια που θ’ ακολουθήσουν και την υποθήκευση των πάντων και τα όσα λέει ο Πάσχος και τα όσα λέει ο καμμένος και το «τριάντα χρόνια στράφι» της Ντόρας, που ήταν η ωραία κοιμωμένη και σήμερα ξύπνησε.

Μετά σκέφτεσαι ότι μπορεί αυτοί που παριστάνουν πως κυβερνούν να μη σκαμπάζουν γρι από διακυβέρνηση αλλά ακούσια μας έκαναν να εκτιμήσουμε την αξία των μικρών σπουδαίων πραγμάτων, το να ξυπνάς, να είσαι ζωντανός και να βλέπεις δυο-τρία χαμόγελα δίπλα σου. Και να λες ας κάνει κρύο, ας μαλακίζεται ο Μάιος, ας βρέχει, ένα γαμημένο ψίχουλο σε κάποια γωνιά θα βρεθεί για να το πάμε σπίτι.